← Ελλάδα

36. ΝΟΜΟΣ υπ΄ αριθ. 2665 της 15/17 Δεκ. 1998 (ΦΕΚ Α΄279) Εφαρμογή των αποφάσεων 827/25.5.1993 και 955/8.11.1994 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος εφαρμόζει τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την ίδρυση δύο Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων για την εκδίκαση παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στην πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα. Καθορίζει τους κανόνες για την παράδοση κατηγορουμένων, την εκτέλεση ποινών και τη συνεργασία με αυτά τα Δικαστήρια.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
36. ΝΟΜΟΣ υπ΄ αριθ. 2665 της 15/17 Δεκ. 1998 (ΦΕΚ Α΄279) Εφαρμογή των αποφάσεων 827/25.5.1993 και 955/8.11.1994 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με τις οποίες ιδρύθηκαν δύο Διεθνή Ποινικά Δικαστήρια για την εκδίκαση παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στο έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Ρουάντα. Ορισμοί Άρθρο πρώτο.-1.Δυνάμει του άρθρ. 25 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, που κυρώθηκε με τον Α.Ν. 585/1945 (ΦΕΚ 242 Α΄), εφαρμόζονται οι αποφάσεις 827/25.5.1993 και 955/8.11.1994 του Συμβουλίου Ασφαλείας, με τις οποίες ιδρύθηκαν δύο Διεθνή Ποινικά Δικαστήρια για την εκδίκαση σοβαρών παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στο έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Ρουάντα, αντίστοιχα, κατ΄ εφαρμογή του κεφ. VII του Καταστατικού Χάρτη. 2.Ως «Διεθνές Δικαστήριο» νοείται το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο που αναφέρεται στις αποφάσεις 827/1993 και 955/1994 και ως «Καταστατικό» το αναφερόμενο στα Παραρτήματα των αποφάσεων αυτών. 3.Το κείμενο των αποφάσεων 827/1993 και 955/1994, σε πρωτότυπο στην Αγγλική και σε μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, έχει ως εξής: (Ακολουθεί κείμενο των άνω 827/1993 και 955/1994 αποφάσεων και των παραρτημάτων αυτών) 1.Γ.δ.35-36 Ατομικά δικαιώματα - Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα Πεδίο εφαρμογής Άρθρο όγδοο.- Η αίτηση παράδοσης ή διενέργειας ανακριτικών πράξεων πρέπει να συνοδεύεται τουλάχιστον από τα ακόλουθα: 1.Στοιχεία που αποδεικνύουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, όπως ακριβή περιγραφή των χαρακτηριστικών του, φωτογραφία του, δακτυλικά αποτυπώματα ή οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο. 2.Το ένταλμα σύλληψης, συνοπτική περιγραφή της πράξης και όσα έγγραφα απαιτούνται για τη θεμελίωση επαρκών ενδείξεων ενοχής για παραπομπή σε δίκη. 3.Επικυρωμένο αντίγραφο του κατηγορητηρίου ή της καταδικαστικής απόφασης, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων. Άρθρο ένατο.- Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών μόλις παραλάβει την αίτηση διατάσσει αμέσως τη σύλληψη του κατηγορουμένου. Αν ο συλληφθείς αμφισβητεί την ταυτότητά του, μπορεί να προσφύγει στο Συμβούλιο Εφετών εντός δύο εργάσιμων ημερών από τη σύλληψή του. Το Συμβούλιο Εφετών συνεδριάζει δημόσια σε τριμελή σύνθεση το αργότερο εντός 15 ημερών από την ημέρα της προσφυγής και αποφαίνεται εντός 10 ημερών. Ο κατηγορούμενος καλείται ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προ των 3 ημερών. (Μετά τη σελ. 48,282) Σελ. 48,283 Τεύχος 1316 Σελ. 79 Ατομικά δικαιώματα - Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα 1.Γ.δ.36 Άρθρο δέκατο.-1.Το Συμβούλιο Εφετών μετά την εξέταση του συλληφθέντος, αν εμφανίσθηκε, και αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και το συλληφθέντα ή το συνήγορό του, αποφασίζει αιτιολογημένα για την αίτηση της παράδοσης και αποφαίνεται: α) για το αν ο συλληφθείς είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνον του οποίου ζητείται η παράδοση, β) για την ύπαρξη των δικαιολογητικών εγγράφων που απαιτούνται από τον παρόντα νόμο για την παράδοση, γ) για το αν το έγκλημα που αποδίδεται στο συλληφθέντα ή αν υπάρχει καταδικαστική απόφαση, το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε, είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο η παράδοση. 2.Το Συμβούλιο Εφετών εξετάζει ακόμη αν, με βάση τα προσαγόμενα επίσημα αποδεικτικά στοιχεία, υπάρχουν ενδείξεις για τη βασιμότητα της κατηγορίας που αποδίδεται στο συλληφθέντα και αποφαίνεται αν αυτά θα επέτρεπαν τη σύλληψη και την παραπομπή του σε δίκη στην Ελλάδα, αν το έγκλημα είχε τελεστεί σε ελληνικό έδαφος. Το Συμβούλιο Εφετών μπορεί επίσης να προβεί με ένα από τα μέλη του στη συλλογή κάθε χρήσιμου αποδεικτικού υλικού, αναβάλλοντας την οριστική απόφαση το πολύ για 15 ημέρες. Η διάταξη του άρθρ. 449 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας εφαρμόζεται και εδώ. 3.Κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται σε αυτόν του οποίου ζητείται η παράδοση και στον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο αρμόδιο ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου μέσα σε 3 ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από το Γραμματέα Εφετών. 4.Ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται σε συμβούλιο μέσα σε 10 ημέρες με ανάλογη εφαρμογή των άρθρ. 448 και 450 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο κατηγορούμενος κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του τουλάχιστον 3 ημέρες πριν από τη συζήτηση με τη φροντίδα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. 5.Αν ο Άρειος Πάγος αποφασίσει την παράδοση, η απόφαση εκτελείται το αργότερο εντός ενός (1) μηνός από την απαγγελία της. Στην περίπτωση αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών υποβάλλει την απόφαση μαζί με το σχετικό φάκελο στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος μεριμνά για την εκτέλεσή της. 6.Αν εντός 3 μηνών από τη σύλληψη δεν εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για την παράδοση, ο συλληφθείς απολύεται. Κλήτευση μαρτύρων και πραγματογνωμόνων Άρθρο ενδέκατο.- Οι κλήσεις των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων διαβιβάζονται από το Διεθνές Δικαστήριο στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και επιδίδονται σε εκείνον στον οποίο απευθύνονται από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών του τόπου της κατοικίας του. Σελ. 48,284 Τεύχος 1316 Σελ. 80 Οι μάρτυρες και πραγματογνώμονες που καλούνται κατά τον ανωτέρω τρόπο και δεν εμφανίζονται αδικαιολόγητα, προσάγονται βιαίως στο Διεθνές Δικαστήριο, εφόσον ζητηθεί από αυτό και παραδίδονται στις ολλανδικές αρχές. Οι διατάξεις των άρθρ. 224 – 228 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και για τις αντίστοιχες πράξεις που τελέσθηκαν ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου. Πληροφόρηση Δικαστηρίου Άρθρο δωδέκατο.- Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές χορηγούν στο Διεθνές Δικαστήριο πιστοποιητικά ποινικού μητρώου και κάθε άλλη σχετική πληροφορία που θα ζητηθεί από αυτό για τις ανάγκες μιας ποινικής υπόθεσης, υπό τους ίδιους όρους που τα στοιχεία αυτά παρέχονται στις ελληνικές δικαστικές αρχές. Άρθρο δέκατο τρίτο.-1. Αν το Διεθνές Δικαστήριο ορίσει, κατ΄ εφαρμογή του άρθρ. 27 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία και του άρθρ. 26 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου για τη Ρουάντα ως τόπο εκτέλεσης της ποινής την Ελλάδα ο Υπουργός Δικαιοσύνης, μόλις παραλάβει τη σχετική ανακοίνωση, διαβιβάζει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος την εισάγει στο Τριμελές Εφετείο ΄προς αναγνώριση της απόφασης και προσαρμογή της ποινής. 1.Γ.δ.36 Ατομικά δικαιώματα - Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα 2.Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου δεν αναγνωρίζεται, για τους σκοπούς της παρ. 1, αν: α) δεν είναι ακόμη εκτελεστή, β) η πράξη δεν είναι αξιόποινη κατά το ελληνικό δίκαιο, γ)υπάρχει δεδικασμένο βάσει της ελληνικής καταδικαστικής απόφασης. 3.Το Εφετείο αναγνωρίζει την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου και μετατρέπει την επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή: α) σε ισόχρονη φυλάκιση, αν αυτή δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια και β) σε ισόχρονη πρόσκαιρη ή σε ισόβια κάθειρξη, κατά περίπτωση, αν πρόκειται για μεγαλύτερες ποινές. 4.Η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν μπορεί να υπερβεί σε καμιά περίπτωση τα 25 χρόνια. 5.Η ποινή εκτελείται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας. Χάρη ή μετατροπή της ποινής Άρθρο δέκατο τέταρτο.- Αν ο Υπουργός Δικαιοσύνης εκτιμά ότι συντρέχει λόγος να απονεμηθεί χάρη ή να γίνει μετατροπή της ποινής σε πρόσωπο που εκτίει ποινή στην Ελλάδα, κατά το άρθρο δέκατο τρίτο του παρόντος, ειδοποιεί το Διεθνές Δικαστήριο, υποβάλλοντας μαζί και το σχετικό φάκελο. Άρθρο δέκατο πέμπτο.- Η ισχύς του παρόντος Νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρο δεύτερο.- Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται σε κάθε πρόσωπο διωκόμενο για τα εγκλήματα που αναφέρονται στα άρθρ. 2 – 5 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία και στα άρθρ. 2 – 4 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου για τη Ρουάντα. Επέκταση εφαρμογής των ελληνικών Ποινικών νόμων Άρθρο τρίτο.- Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και στα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρ. 2 – 5 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία και στα άρθρ. 2 – 4 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου για τη Ρουάντα, ανεξάρτητα από το δίκαιο του τόπου τέλεσής τους. Στην περίπτωση αυτή ο παθών δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Non bis in idem Άρθρο τέταρτο.- Ουδείς διώκεται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων για πράξη για την οποία δικάσθηκε από το Διεθνές Δικαστήριο. Αν η ποινική διαδικασία έχει ήδη αρχίσει το δικαστήριο ή το συμβούλιο κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Προτεραιότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου Άρθρο πέμπτο.-1.Αν το Διεθνές Δικαστήριο ή ο Εισαγγελέας του ζητήσει την παράδοση προσώπου, κατά του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη από τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές, η ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση παραπέμπεται στο Διεθνές Δικαστήριο εφόσον: α)ο κατηγορούμενος διώκεται από το Διεθνές Δικαστήριο για την ίδια πράξη για την οποία αυτός διώκεται και στην Ελλάδα και β)το Διεθνές Δικαστήριο έχει τοπική και χρονική δικαιοδοσία, σύμφωνα με το άρθρ. 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία και το άρθρ. 7 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου για τη Ρουάντα. 2.Για την ταυτότητα του προσώπου και της πράξης καθώς και για την τοπική και χρονική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου αποφασίζει το Τριμελές Εφετείο Αθηνών. Κατά της αποφάσεώς του επιτρέπεται έφεση στον Άρειο Πάγο με αντίστοιχη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Συντρέχουσα δικαιοδοσία Άρθρο έκτο.- Η αίτηση παράδοσης για πρόσωπο που ήδη διώκεται ενώπιον των ελληνικών αρχών διαβιβάζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο οποίος την εισάγει στο Δικαστικό Συμβούλιο που αποφαίνεται σε τριμελή σύνθεση και σε δημόσια συνεδρίαση για τις προϋποθέσεις του άρθρου πέμπτου. Ο κατηγορούμενος καλείται προ δεκαπέντε ημερών για να εκφράσει τις απόψεις του αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Άρθρο έβδομο.- Οι αιτήσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου για παράδοση του κατηγορουμένου απευθύνονται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, που τις διαβιβάζει στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Σε περίπτωση που το Διεθνές Δικαστήριο ή ο Εισαγγελέας αυτού ζητεί τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων, αυτή ανατίθεται από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών σε ειδικό Εφέτη ανακριτή, ο οποίος ορίζεται από το όργανο που διευθύνει το Εφετείο. Ο Εφέτης ανακριτής μπορεί να μεταβαίνει, μετά από άδεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εκτός της περιφέρειας του Εφετείου προς διενέργεια ανακριτικών πράξεων ή και να αναθέτει τη διεξαγωγή τους σε τακτικό ανακριτή του οικείου Πρωτοδικείου. Οι ανακριτικές πράξεις διενεργούνται σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.