← Ελλάδα

23. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 3 της 13/21 Σεπτ. 1977 (ΦΕΚ Α΄ 273) Περί των αρμοδιοτήτων συνθέσεως και λειτουργίας του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Ε

Εν συντομία

Αυτός ο Κανονισμός καθορίζει τις αρμοδιότητες, τη σύνθεση και τη λειτουργία του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας (Α.Υ.Σ.Ε.). Το Α.Υ.Σ.Ε. είναι ένα συμβουλευτικό όργανο που ασχολείται με θέματα που αφορούν τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου

  1. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 3 της 13/21 Σεπτ. 1977 (ΦΕΚ Α΄ 273) Περί των αρμοδιοτήτων συνθέσεως και λειτουργίας του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας (Α.Υ.Σ.Ε.). Έχουσα υπ’ όψει: 1.Την διάταξιν της παρ. 5 του άρθρου 42 του Ν. 590/77 «περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». 2.Την διάταξιν της παρ. 2 του άρθρου 9 του αυτού ως άνω νόμου. 3.Την υπ’ αριθ. 1/25-5-1977 πράξιν του Α.Υ.Σ.Ε. 4.Την από 9-6-1977 απόφασιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. 5.Την από 30.8.77 έγκρισιν της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας αποφασίζει: Ψηφίζει τον υπ’ αριθ. 3/1977 Κανονισμόν «περί των αρμοδιοτήτων, συνθέσεως, οργανώσεως και λειτουργίας του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας (Α.Υ.Σ.Ε.)» έχοντα ούτω: KANONIΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 3/
  2. «Περί των αρμοδιοτήτων, συνθέσεως και λειτουργίας του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας (Α.Υ.Σ.Ε.)». Άρθρον
  3. 1.Συνίσταται, παρά τη Διαρκεί Ιερά Συνόδω και κατ’ εφαρμογήν της παρ. 5 άρθρον 42 του Ν. 590/77, Ανώτατον Υπηρεσιακόν Συμβούλιον της Εκκλησίας (Α.Υ.Σ.Ε.) με αρμοδιότητας γνωμοδοτικάς επί των, δια των παρ. 2 και 4 του ως άνω άρθρου του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας, περιοριστικώς οριζομένων θεμάτων και κατά τα ειδικώτερον, δια της παρ. 3 του παρόντος καθοριζόμενα, επιφυλασσομένων των εις την επομένην παράγραφον οριζομένων. 2.Δεν υπόκεινται εις την, δια της παρ. 5 του άρθρου 42 Ν. 590/77 εν τέλει, προηγουμένην επεξεργασίαν υπό του Α.Υ.Σ.Ε. Κανονιστικαί αποφάσεις εκδιδόμεναι υπό της Ι.Σ.Ι. και της Δ.Ι.Σ. κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 4 περιπτ. ε΄ και 9 παρ. 4 του ως άνω νόμου. 3.Το Α.Υ.Σ.Ε. ειδικώτερον: α)Γνωμοδοτεί επί παντός ζητήματος αφορώντος τους Εκκλησιαστικούς υπαλλήλους κατά τα εις την παρ. 2 του Άρθρον
  4. Το Ανώτατον Υπηρεσιακόν Συμβούλιον δύναται δια του Προέδρου να απευθύνεται εγγράφως προς οιανδήποτε Εκκλησιαστικήν Αρχήν και να αιτήται νέα στοιχεία ή συμπληρωματικάς πληροφορίας περί υποθέσεως εκκρεμούσης ενωπίον του Α.Υ.Σ.Ε. ΄Αρθρον
  5. Ο Γραμματεύς του Α.Υ.Σ.Ε. τηρεί τα κάτωθι βιβλία: α)Βιβλίον πρακτικών β)Βιβλίον προσφυγών, εφέσεων και αιτήσεων γ)Πρωτόκολλον εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων. Άρθρον
  6. 1.Η υπό των κειμένων διατάξεων τασσομένη προθεσμία προς άσκησιν προσφυγής, εφέσεως ή υποβολής αιτήσεως προς το Α.Υ.Σ.Ε. κινείται από της επομένης ημέρας καθ’ ην ο έχων δικαίωμα προσφυγής, εφέσεως ή αιτήσεως έλαβε πλήρη γνώσιν της πράξεως δια κοινοποιήσεως. 2.Η προθεσμία έναντι των τρίτων δια πράξεις δημοσιευτέας κατά Νόμον άρχεται από της επομένης ημέρας της δημοσιεύσεως. Άρθρον
  7. 1.Το άρθρον 5 του υπ’ αριθ. 9/1970 Κανονισμού, ως τούτο ετροποποιήθη δια των άρθρων 5 και 3 των υπ’ αριθ. 43/73 και 49/73 Κανονισμών αντιστοίχως, καταργείται. 2.Πάσα γενική ή ειδική διάταξις αντικειμένη εις τας διατάξεις του παρόντος ή ρυθμίζουσα άλλως θέματα του παρόντος Κανονισμού παύει ισχύουσα. Άρθον
  8. Η Ισχύς του παρόντος Κανονισμού άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. άρθρου 42 Ν. 590/1977 οριζόμενα, εφ’ όσον, κατά τας κείμενας διατάξεις απαιτείται η γνώμη του ή ήθελεν αύτη ζητηθεί είτε υπό της Δ.Ι.Σ., είτε υπό Εκκλησιαστικού Ν.Π.Δ.Δ., είτε υπό Εκκλησιαστικού υπαλλήλου, δι’ αιτήσεώς του, υποβαλλομένης δια της Δ.Ι.Σ. β)Γνωμοδοτεί, εφ’ όσον ήθελε ζητηθή παρά της Δ.Ι.Σ. ή παρ’ οιουδήποτε Εκκλ. Ν.Π.Δ.Δ. περί του εάν αι αφορώσαι τους Εκκλησιαστικούς υπαλλήλους πράξεις ή αποφάσεις των αρμοδίων υπηρεσιακών Συμβουλίων ή των Υπηρεσιακών Οργάνων, περί ων η παρ. 2 του άρθρου 42 Ν. 590/77, είναι, κατ’ αναλογίαν, σύμφωνοι με τας διατάξεις του Κώδικος Δημοσίων Υπαλλήλων, ως αύται εφαρμόζονται επί των υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., εν συνδυασμώ και προς τας συμπορευομένας ταύταις διατάξεις του Κώδικος Εκκλησιαστικών υπαλλήλων. γ)Γνωμοδοτεί περί του συννόμου των υπό της Νομικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας συντασσομένων σχεδίων Κανονισμών, των αφορώντων εις την υπηρεσιακήν εν γένει κατάστασιν των Εκκλησιαστικών υπαλλήλων ή εις την οργάνωσιν και την λειτουργίαν των Εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ., επιφυλασσομένων των εις την παρ. 2 του παρόντος άρθρου οριζομένων. δ)Επιλαμβάνεται, οσάκις τούτο προβλέπεται υπό των κειμένων διατάξεων, επί αιτήσεων Εκκλησιαστικών υπαλλήλων αναφερομένων εις θέματα της υπαλληλικής εν γένει καταστάσεως. ε)Εκδικάζει τας ενώπιον αυτού επιτρεπτώς ασκουμένας εφέσεις ή προσφυγάς των Εκκλησιαστικών υπαλλήλων κατά αποφάσεων των πρωτοβαθμίων πειθαρχικών συμβουλίων, ως ο Κώδιξ Εκκλησιαστικών υπαλλήλων ορίζει. 4.Τα εις τας περιπτ. α΄ και β΄ της προηγουμένης παραγράφου αρμοδιότητας αυτού το Α.Υ.Σ.Ε. ασκεί μετά προηγουμένην, γνωμοδότησιν της Νομικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας, προκαλουμένην υπό των αρμοδίων Υπηρεσιών. 5.Το Α.Υ.Σ.Ε. αποφασίζει αποκλειστικώς και μόνον και εις τελευταίον βαθμόν επί εκδικάσεως εφέσεων ή προσφυγών Εκκλησιαστικών υπαλλήλων κατά αποφάσεων των Πρωτοβαθμίων Πειθαρχικών Συμβουλίων και κατά τα ειδικώτερον υπό του Κώδικος Εκκλησιαστικών υπαλλήλων οριζόμενα. «6.Τα προς γνωμοδότησιν ή απόφασιν θέματα εισηγούνται εις το Συμβούλιον Μέλη αυτού οριζόμενα υπό του Προέδρου ή του υπό τούτου υποδεικνυομένου μέλους του Α.Υ.Σ.Ε.». Η παρ. 6 προστέθηκε ως άνω από τον Καν. 6/26 Σεπτ.- 11 Οκτ. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 233). (Αντί για τη σελ. 52,283(α) Σελ. 52,283(β) Τεύχος ΙΒ-Ι-Ι Σελ. ΙΙΙ Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 33.Α.θ.22-23 148 Άρθρ.2.–«1.Το Α.Υ.Σ.Ε. συγκροτείται δια πράξεως της ΔΙΣ, εκδιδομένης εις την αρχήν εκάστης Συνοδικής περιόδου, κατόπιν εισηγήσεως επί της Αρχιγραμματείας Συνοδικής Επιτροπής, εκ των κάτωθι: α)Εκ του πρώτου τη τάξει Συνοδικού Αρχιερέως ως Προέδρου, αναπληρουμένου υπό του αμέσως επομένου και τούτου κωλυομένου υπό των επομένων κατά τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης Συνοδικών Αρχιερέων. β)Εκ του Αρχιγραμματέως της Ιεράς Συνόδου ή υπό του ασκούντος χρέη Αρχιγραμματέως, νομίμως αναπληρουμένου υπό του Γραμματέως-Πρακτικογράφου ή εξ ενός Κληρικού Υπαλλήλου της Ιεράς Συνόδου, οριζομένου υπό του Αρχιγραμματέως. γ)Εκ του αναπληρούντος τον Γενικόν Διευθυντήν της Αποστολικής Διακονίας ή τούτου ελλείποντος, απόντος ή κωλυομένου εκ του κατά βαθμόν ανωτέρου υπαλλήλου αυτής και επί ισοβάθμων εκ του αρχαιοτέρου τούτων υπαλλήλου του Οργανισμού τούτου, ΠΕ Κατηγορίας. δ)Εξ ενός Δικαστού του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί βαθμώ τουλάχιστον Προέδρου, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του, υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου τούτου. ε)Εξ ενός Δικηγόρου προτεινομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Νομικού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος. στ)Εξ ενός Υπαλλήλου του Τ.Α.Κ.Ε. ΠΕ Κατηγορίας Α΄ βαθμού αναπληρουμένου υπό ετέρου υπαλλήλου της αυτής Κατηγορίας και βαθμού. ζ)Εξ ενός εκπροσώπου του «Πανελλήνιον Συλλόγου Υπαλλήλων Ιερών Αρχιεπισκοπών και Μητροπόλεων της Ορθοδόξου εν Ελλάδι Εκκλησίας «μετά του αναπληρωτού του, προτεινομένων υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου». Η παρ. 1 όπως είχε τροποποιηθεί από το άρθρ. 2 του Καν. 6/1979 (ΦΕΚ Α΄ 233), αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από το άρθρ. 1 του Καν. 38/15 Νοεμ.-6 Δεκ. Ι988 (ΦΕΚ Α΄ 269), Διορθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 46/10 Φεβρ. Ι
  9. 2.Η θητεία των μελών του Α.Υ.Σ.Ε. είναι ετήσια. Τα μέλη του Α.Υ.Σ.Ε. δύνανται κατά την κρίσιν της Δ.Ι.Σ. να επαναδιορίζωνται. «Άρθρ.3.-Γραμματεύς του Α.Υ.Σ.Ε. μετά του αναπληρωτού του, ορίζονται δια Πράξεως της Δ.Ι.Σ., κατόπιν εισηγήσεως της Αρχιγραμματείας, Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι της ΠΕ Κατηγορίας επί βαθμώ Α΄». Το άρθρ. 3, όπως είχε τροποποιηθεί από το άρθρ. 3 του Καν. 6/1979 (ΦΕΚ Α΄ 233) αντικαταστάθηκε και πάλι ως άνω από το άρθρ. 2 του Καν. 38/15 Νοεμ. -6 Δεκ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 269), Διορθ. Σφαλμ. στο ΦΕΚ Α΄ 46/10 Φεβρ.
  10. Σελ. 52, 284(β) Τεύχος ΙΒ-Ι-Ι Σελ. 112 Άρθρον 4 Εάν κατά την Συνεδρίαν του Α.Υ.Σ.Ε. εξετάζηται κατ’ έφεσιν θέμα αφορών εις υπάλληλον της Αποστολικής Διακονίας, του ΟΔΕΠ, ή του ΤΑΚΕ, δεν συμμετέχει της Συνεδρίας ταύτης το υπό στοιχείον γ΄, ε΄ ή ζ΄, του άρθρου 2 του παρόντος οριζόμενον τακτικόν μέλους αυτού, ήτοι, ο επί κεφαλής του αντιστοίχου των ως άνω Οργανισμών. «Το Συμβούλιον δε απαρτίζεται υπό των υπολοίπων μελών». Οι μέσα στα « » φράσεις αντικαταστάθηκαν από το άρθρ. 4 του Κανον. 6/1979 (ΦΕΚ Α΄ 233) Άρθρον
  11. 1.Το Α.Υ.Σ.Ε. συνεδριάζει εις τα γραφεία της Ιεράς Συνόδου, ευρίσκεται δε εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον πέντε εκ των μελών του. Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειονοψηφίαν. Εν ισοψηφία νικά η ψήφος του Προέδρου. Εις τας γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις του Α.Υ.Σ.Ε. καταχωρείται υποχρεωτικώς και η γνώμη της μειοψηφίας. 2.Το Α.Υ.Σ.Ε. συνέρχεται εις συνεδρίαν μετά κοινοποίησιν, προ δύο τουλάχιστον ημερών, προς τα μέλη του, ημερησίας διατάξεως. «3.Τα Πρακτικά του Συμβουλίου, εγκρινόμενα εις την επομένην συνεδρίαν, υπογράφονται υπό του Προέδρου, των Μελών και του Γραμματέως. Εν περιπτώσει επείγοντος το Συμβούλιον δύναται να αποφασίση την άμεσον εκτέλεσιν αποφάσεώς του παρέχον εξουσία εις τον Πρόεδρον να επικυρώση το σχετικόν πρακτικόν. Αι αποφάσεις κοινοποιούνται εν αποσπάσματι. Πλήρη αντίγραφα των Πρακτικών παρέχονται κατόπιν αιτήσεως και εγκρίσεως υπό του Συμβουλίου». Η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 5 του Κανον. 6/1979 (ΦΕΚ Α΄ 233). 33.Α.θ.23 Εκκλησιαστικοί Υπάλληλοι 149 Άρθρον
  12. 1.Εις τον Πρόεδρον και τα μέλη του Α.Υ.Σ.Ε. συνωδά τω άρθρω 42 παρ.1 του Ν. 590/77 δεν καταβάλλεται αποζημίωσις. Κατ’ εξαίρεσιν δύναται να καταβάλληται αποζημίωσις κατά συνεδρίαν και ουχί δια περισσοτέρας των τριών κατά μήνα, εις τα μη έχοντα την ιδιότητα του Εκκλησιαστικού υπαλλήλου και δικηγόρου της ΝΥΕ μέλη. Το ύψος της, κατά συνεδρίαν αποζημιώσεως των ανωτέρω μελών ορίζεται δια πράξεως της Δ.Ι.Σ. μετά προηγουμένην γνωμοδότησιν της Ν.Υ.Ε. 2.Εις τον Γραμματέα καταβάλλεται η νόμιμος αποζημίωσις δι’ υπερωριακήν απασχόλησιν, κατόπιν βεβαιώσεως του Προέδρου, εις την περίπτωσιν απασχολήσεως τούτου πέραν του νομίμου ωραρίου. 3.Αι αποζημιώσεις του παρόντος άρθρου καταβάλλονται υπό του Ο.Δ.Ε.Π. Άρθρον
  13. 1.Η προς το Α.Υ.Σ.Ε. κατά τας κειμένας διατάξεις υποβαλλομένη αίτησις η ασκουμένη προσφυγή ή έφεσις, κατατίθεται εντός της υπό του Νόμου τασσομένης προθεσμίας, είτε εις την Γραμματείαν του Συμβουλίου τούτου, είτε εις τον Γραμματέα του επιληφθέντος της υποθέσεως υπηρεσιακού ή πειθαρχικού ή διοικητικού Συμβουλίου. Εν τη δευτέρα περιπτώσει ο Γραμματεύς υποχρεούται να καταχωρήση την προσφυγήν, την έφεσιν ή την αίτησιν εις το υπ’ αυτού τηρούμενον βιβλίον προσφυγών, εφέσεων και αιτήσεων, επισημειών δε επ’ αυτής αύξοντα αριθμόν και ημερομηνίας καταθέσεως οφείλει να χορηγήση έγγραφον περί τούτου βεβαίωσιν τω ενδιαφερομένω και να αποστείλει ταύτην μεθ’ ολοκλήρου του φακέλλου αμελλητί εις τον Γραμματέα του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. 2.Παράλειψις των ανωτέρω ενεργειών υπό του Γραμματέως η υπαίτιος καθυστέρησις τούτων συνιστά πειθαρχικόν παράπτωμα τιμωρούμενον κατά τας οικείας διατάξεις.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.