← Ελλάδα

2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 18 Ιουλ./14 Αυγ. 1914 Περί εκτελέσεως του νόμου 286 της 18 Μαΐου 1914 περί οπλοφορίας. Α.Περί αδείας προς κατασκευήν, εισαγω

Εν συντομία

Αυτό το Βασιλικό Διάταγμα καθορίζει τη διαδικασία για την έκδοση αδειών κατασκευής, εισαγωγής, εμπορίας και οπλοφορίας όπλων, καθώς και τη διαχείριση των δημευμένων όπλων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 18 Ιουλ./14 Αυγ. 1914 Περί εκτελέσεως του νόμου 286 της 18 Μαΐου 1914 περί οπλοφορίας. Α.Περί αδείας προς κατασκευήν, εισαγωγήν και εμπορίαν όπλων και περί αδείας προς οπλοφορίαν Άρθρ.1.-Ο θέλων να κατασκευάση εντός του Κράτους ή να εισαγάγη προς εμπορίαν ή να εμπορευθή όπλα εκ των του άρθρ. 2 του νόμου, υποβάλλει εις την αστυνομικήν διεύθυνσιν ή υποδιεύθυνσιν του τόπου, εις ον θέλει γίνεσθαι η κατασκευή, η προς εμπορίαν εισαγωγή ή η εμπορία, αίτησιν περί παροχής αυτώ της σχετικής αδείας. Εντός οκτώ ημερών από της υποβολής της αιτήσεως, η αστυνομική διεύθυνσις ή υποδιεύθυνσις, οφείλει να διαβιβάση ταύτην προς το επί των Εσωτερικών Υπουργείον μετά πάσης σχετικής πληροφορίας και της γνώμης αυτής επί της υποβληθείσης αιτήσεως, το δε Υπουργείον των Εσωτερικών εντός μηνός αφ’ ης περιέλθη αυτώ η αίτησις, αποφαίνεται επ’ αυτής χορηγούν ή μη την αιτουμένην άδειαν, αλλ’ εν τη δευτέρα περιπτώσει δέον να αιτιολογήση την άρνησιν, συν τη χορηγήσει δε της αδείας, δύναται επίσης να επιβάλη οιουσδήποτε όρους και υποχρεώσεις ήθελεν εγκρίνει αναγομένους ιδίως εις μέτρα ασφαλείας και εις την άσκησιν αδιαλείπτου ελέγχου παρά της διοικήσεως. Η απόφασις του Υπουργείου γνωστοποιείται προς την διαβιβάσασαν την αίτησιν αστυνομικήν διεύθυνσιν ή υποδιεύθυνσιν, ήτις δι’ ιδίου εγγράφου ανακοινοί αυτήν αμελλητί εις τον ενδιαφερόμενον. Άρθρ.7.-Καταστάσης αμετακλήτου της διατασσούσης την δήμευσιν όπλου αποφάσεως, αποστέλλεται εντός δέκα ημερών, επιμελεία του οικείου γραμματέως, το δημευόμενον όπλον, μετ’ αποσπάσματος της αποφάσεως, εις τον παρά τω δικαστηρίω τω διατάξαντι την δήμευσιν Εισαγγελέα. Αν το δημευόμενον όπλον ευρίσκεται ήδη εν τη Εισαγγελία, αποστέλλεται μόνον απόσπασμα της αποφάσεως. «Τα ούτως εις τους Εισαγγελείς αποστελλόμενα ή παρ’ αυτοίς ευρισκόμενα όπλα, ων διετάχθη η δήμευσις, διαβιβάζουσιν ούτοι κατά τριμηνίαν εις την γενικήν εφορείαν υλικού πολέμου ή, οσάκις τούτο, λόγω της αποστάσεως, δεν είναι εφικτόν, εις την πλησιεστέραν αποθήκην υλικού πολέμου μετά καταλόγου εις διπλούν, εν ω περιγράφονται τα αποστελλόμενα όπλα. Η εις ην απεστάλησαν, κατά τ’ ανωτέρω, όπλα γενική εφορεία υλικού πολέμου ή αποθήκη υλικού πολέμου, παραλαμβάνουσα τα όπλα, οφείλει εντός 15 ημερών από της παραλαβής να γνωρίση την λήψιν αυτών προς τον αποστέλλοντα Εισαγγελέα, επιστρέφουσα αυτώ υπογεγραμμένον τον έτερον των καταλόγων των παραληφθέντων όπλων, μετά βεβαιώσεως της εξελέγξεως και ακριβείας αυτού». Αι εντός « » παρ. β΄ και γ΄ ετροποποιήθησαν ως άνω υπό άρθρ. 1 του Β.Δ. 13/18 Απρ. 1920 περί τροποποιήσεως του από 18 Ιουλ. 1914 Β.Δ/τος. Άρθρ.8.-«Εκ των κατά το προηγούμενον άρθρον συγκεντρωθέντων όπλων τα προφανώς άχρηστα είδη οπλισμού ή μέρη αυτού, ως και τα μη εν χρήσει εις το ημέτερον στράτευμα τοιαύτα καταστρέφονται κατά τους μήνας Ιούνιον και Δεκέμβριον εκάστου έτους, ενώπιον επιτροπής, συγκειμένης, εάν μεν πρόκειται περί των αποσταλέντων εις την γενικήν εφορείαν υλικού πολέμου, εκ του νομάρχου Αττικοβοιωτίας, ως προέδρου, του διευθυντού της γενικής εφορείας, και του εισαγγελέως των εν Αθήναις πλημμελειοδικών, ως μελών, εάν δε πρόκειται περί των αποσταλέντων εις τας αποθήκας υλικού πολέμου, εκ του οικείου νομάρχου, ως προέδρου, του διευθυντού της αποθήκης, και του οικείου εισαγγελέως, ως μελών, ή των νομίμων αναπληρωτών αυτών. Χρέη γραμματέως της επιτροπής εκτελεί εις των παρά τη νομαρχία γραφέων, οριζόμενος υπό του νομάρχου. Η επιτροπή αύτη ελέγχει, επί τη βάσει των εν τω προηγουμένω άρθρω παρά των αρμοδίων εισαγγελέων αποσταλέντων καταλόγων, την ύπαρξιν και ταυτότητα πάντων των αποσταλέντων όπλων, μεθ’ ο παραγγέλει την καταστροφήν τούτων, εκτελουμένην παραχρήμα, επί παρουσία της. Τα μετά την καταστροφήν απομείναντα χρήσιμα υλικά, ως και εκ των συγκεντρωθέντων, κατά το προηγούμενον άρθρον, όπλων εις την γενικήν εφορείαν υλικού πολέμου ή αποθήκην υλικού πολέμου τα χρήσιμα είδη οπλισμού ή μέρη αυτών, εφ’ όσον είναι του αυτού συστήματος με τα εν χρήσει εις το ημέτερον στράτευμα, εισάγονται εις την γενικήν εφορείαν ή αποθήκην υλικού πολέμου παραδιδόμενα εις την υπηρεσίαν αυτών, εναποθηκευόμενα, και εγγραφόμενα εν τοις σχετικοίς βιβλίοις υλικού αυτών. Περί της ελέγξεως, της καταστροφής και της ως άνω παραδόσεως των εναπολειπομένων υλικών συντάσσεται ταυτοχρόνως εν ειδικώ βιβλίω, τηρουμένω παρά τη γενική εφορεία υλικού πολέμου ή αποθήκη υλικού πολέμου, πάραυτα πρωτόκολλον, υπογραφόμενον υπό της επιτροπής. Αντίγραφα του πρωτοκόλλου τούτου αποστέλλονται ανυπερθέτως προς τα επί της Δικαιοσύνης και των Στρατιωτικών υπουργεία». Τίθεται ως ετροποποιήθη υπό του Β.Δ. της 13/18 Απρ. 1920 περί τροποποιήσεως του από 18 Ιουλ. 1914 Β.Δ/τος. Άρθρ.2.-(Η άδεια του φέρειν όπλα εκ των του άρθρ. 2 του νόμου, παρέχεται υπό της αστυνομιής διευθύνσεως ή υποδιευθύνσεως του τόπου της κατοικίας ή μονίμου διαμονής του αιτούντος την άδειαν). Η αίτησις γινομένη εγγράφως επί χαρτοσήμου (λεπτ. 50), αναγράφει το ονοματεπώνυμον του αιτούντος, την κατοικίαν ή διαμονήν αυτού το επάγγελμα, την ηλικίαν, τον χρόνον, δι’ ον ζητείται η άδεια (και όστις, συμφώνως και προς τα άρθρ. 23 εδάφ. ε΄ και 24 εδάφ. θ΄ του περί τελών χαρτοσήμου ΑΧΚΕ΄ νόμου, ως ετροποποιήθη υπό του ΒΡΙΒ΄ νόμου του 1892 (28.Αα.2), δεν δύναται να είναι ανώτερος του έτους) και τον σχετικόν εκ του άρθρ. 5 του νόμου λόγον. (Εις την αίτησιν επισυνάπτοντα: α) Πιστοποιητικά των αρμοδίων Εισαγγελέων των Εφετών και Πλημμελειοδικών περί του ότι ο αιτών δεν κατεδικάσθη εις εγκληματικήν ποινήν ή επί παραβάσει του νόμου περί οπλοφορίας ή επί τραύμασι δι’ όπλου ή επί αδίκω επιθέσει δι’ όπλου και β) Απόσπασμα του σχετικού μητρώου των αρρένων εμφαίνον την ηλικίαν του αιτούντος. Αν ο αιτών είναι αλλοδαπός, η περί της ηλικίας βεβαίωσις γίνεται δι’ επισήμου πράξεως ληξιάρχου ή άλλης αρμοδίας Αρχής της πολιτείας αυτού, εν πρωτοτύπω ή κεκυρωμένη μεταφράσει προσακτέας. Εάν η άδεια ζητείται δια τον εν εδάφ. γ΄ του άρθρ. 5 του νόμου λόγον, δέον προσέτι να επισυνάπτηται εις την αίτησιν και βεβαίωσις του Εισαγγελέως των Πλημμελειοδικών ή εάν πρόκηται περί τόπου ένθα δεν εδρεύει ο Εισαγγελεύς, του Πταισματοδίκου της κατοικίας ή μονίμου διαμονής του αιτούντος, περί του ότι συντρέχει περίπτωσις δικαιολογούσα την οπλοφορίαν προς άμυναν του αιτούντος). Αι αρμόδιαι αρχαί προς έκδοσιν αδειών οπλοφορίας καθωρίσθησαν μεταγενεστέρως υπό του άρθρ. 1 του Β.Δ. της 22 Αυγ./3 Σεπτ. 1921 περί αρμοδιότητος χορηγήσεως αδειών οπλοφορίας, είτα του Π.Δ. της 12/22 Ιαν. 1935 υπό τον αυτόν (Αντί της σελ. 337) Σελ. 337 (α) Τεύχος 383-Σελ.11 τίτλον και τέλος του ήδη ισχύοντος Β.Δ. της 26 Αυγ./9 Σεπτ. 1936 (κατωτ. αρ. 4). Τα τέλη εκδόσεως αδειών οπλοφορίας ορίζονται ήδη υπό του άρθρ. 21 παρ. 28-31 του περί κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου (τόμ. 28 σελ. 34). Το άνω άρθρον είχεν τροποποιηθή υπό του Β.Δ. της 31 Οκτ./6 Νοεμ. 1914 περί προσθήκης κλπ. και του Β.Δ. της 23/30 Δεκ. 1914 περί προσθήκης κλπ. άτινα κατηργήθησαν υπό του Β.Δ. της 22 Αυγ./3 Σεπτ. 1921 περί αρμοδιότητος χορηγήσεως αδειών οπλοφορίας. Άρθρ.3.-(Αι Αστυνομικαί Αρχαί χορηγούσι την αιτουμένην άδειαν εντός 24 ωρών από της υποβολής της αιτήσεως, με την επιφύλαξιν της ακυρώσεως της χορηγηθείσης αδείας, κατά τας διατάξεις του άρθρ. 6 του αυτού Δ/τος μετά την συγκέντρωσιν των πληροφοριών ας υποχρεούνται να αιτώνται αρμοδίως). Επί αρνητικής αποφάσεως της αστυνομικής διευθύνσεως ή υποδιευθύνσεως ο αιτών έχει δικαίωμα προσφυγής δι’ αναφοράς προς τον αρμόδιον νομάρχην, αποφασίζοντα εν δευτέρω βαθμώ. Κατά την περίπτωσιν δε του γ΄ εδαφίου του άρθρ. 5 οσάκις η αίτησις στηρίζεται επί βεβαιώσεως πταισματοδίκου, εάν η αστυνομική Αρχή υπολαμβάνη ότι τα γεγονότα δεν δικαιολογούσιν αποχρώντος την αιτουμένην άδειαν, δικαιούται να υποβάλη το ζήτημα εις τον προϊστάμενον του πταισματοδίκου Εισαγγελέα, χογηγούσα εν τω μεταξύ προσωρινώς την άδειαν. Το εντός ( ) εδάφ. α΄ όπερ ετροποποιήθη ως άνω υπό του άρθρ. 2 του Β.Δ. της 22 Αυγ./3 Σεπτ. 1921 περί αρμοδιότητος χορηγήσεως αδειών οπλοφορίας κατηργήθη υπό του άρθρ. 2 του Β.Δ. της 26 Αυγ./9 Σεπτ. 1936 (κατωτ. αριθ. 4). Άρθρ.4.-Εν τη παρεχομένη αδεία δέον ν’ αναγράφηται το ονοματεπώνυμον, κατοικία, διαμονή και το επάγγελμα εις ον παρέχεται, το επιτρεπόμενον όπλον, τα μέρη ένθα συγχωρείται να φέρη τούτο κατά το άρθρ. 5 του παρόντος και τον χρόνον εφ’ ον ισχύει η άδεια, καταχωρίζεται δε εις επί τούτω βιβλίον τηρούμενον παρ’ εκάστη αστυνομική διευθύνσει ή υποδιευθύνσει. Αι άδειαι οπλοφορίας γράφονται αι μεν προς θήραν επί χαρτοσήμου δραχμών (πέντε), αι δε λοιπαί επί χαρτοσήμου δραχμών (τριών) (άρθρ. 23 και 24 του περί χαρτοσήμου νόμου). Βλ. άρθρ. 21 παρ. 28-31 κώδικος τελών χαρτοσήμου (τόμ. 28 σελ. 34). Άρθρ.5.-«Εις τους κατ’ επάγγελμα κρεοπώλας επιτρέπεται να φέρωσι την κατά το άρθρ. 2 του νόμου μάχαιραν εν τοις καταστήμασιν αυτών και εν τοις σφαγείοις, άνευ ειδικής αδείας». Το εντός « » εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω υπό του άρθρου μόνου του Β.Δ. της 31 Οκτ./3 Νοεμ. 1914 περί τροποποιήσεως διατάξεως κλπ. Εις τους εν τη β΄ παραγράφω του άρθρ. 5 του νόμου αναφερομένους επαγγεματίας, δύναται να επιτραπή όπως φέρωσι προσέτι και πυροβόλον όπλον εν τη αδεία οριζόμενον, εάν, και καθ’ όσον κρίνεται τούτο αναγκαίον δια την άσκησιν του έργου αυτών και έξωθι πάντοτε των πόλεων, κωμοπόλεων και χωρίων. Εις τους κατ’ επάγγελμα θηρευτάς επιτρέπονται μόνον κυνηγετικά όπλα, φερόμενα καθ’ ας χρονικάς περιόδους και εν αις περιοχαίς συγχωρείται η θήρα. Κατά την περίπτωσιν του β΄ εδαφίου του άρθρ. 5 του νόμου, η διάρκεια της αδείας πρέπει να ορίζηται ανάλογος προς τον χρόνον της οδοιπορίας κατά την εκτέλεσιν της οποίας μόνον επιτρέπεται το φέρειν το ορισθέν όπλον. Εις δε τας περιπτώσεις του γ΄ εδαφίου του αυτού άρθρου δέον να τάσσηται χρόνος ισχύος ουχί επέκεινα του μηνός (δυναμένης της αδείας ν’ ανανεωθή κατά την λήξιν) και να προσδιορίζηται πλην του όπλου και η τοπική περιφέρεια κατά την οποίαν επιτρέπεται να φέρη αυτό ο αδειούχος. Άρθρ.6.-Η δοθείσα άδεια είναι νόμω άκυρος, εάν ήθελεν αποδειχθή υφιστάμενός τις των λόγων του άρθρ. 6 του νόμου διαλαθών την χορηγήσασαν Αρχήν, ως επίσης αποβάλλει αυτοδικαίως την ισχύν αυτής η άδεια, εάν βραδύτερον ήθελεν επέλθει τις των λόγων τούτων. Η Αστυνομική Αρχή δικαιούται κατά πάσας τας άνω περιπτώσεις ν’ ανακαλέση την χορηγηθείσαν άδειαν και ν’ αναλάβη το έγγραφον ταύτης, αλλά και ανεξαρτήτως της τοιαύτης ανακλήσεως και επιστροφής, ο προς ον εδόθη η ακύρως εκδοθείσα ή ανίσχυρος καταστάσα άδεια, οπλοφορών, υπόκειται εις τας ποινάς του νόμου. Βλ. και άρθρ. 2 του Β.Δ. της 26 Αυγ./9 Σεπτ. 1936 (κατωτ. αριθ. 4). Σελ.338(α) Τεύχος 383-Σελ.12 Β΄.Περί καταστροφής των δημευομένων όπλων

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.