← Ελλάδα

34. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 3889 της 4/5 Νοεμ. 1958 Περί αναγκαστικής εισδοχής ποιμνίων εις Δημοτικάς, Κοινοτικάς και άλλας βοσκάς και κυρώσεως τω

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την υποχρεωτική παραχώρηση βοσκοτόπων σε κτηνοτρόφους που στερούνται δικών τους εκτάσεων, λόγω της λήξης των συμβάσεων ενοικίασης βοσκοτόπων. Στόχος του είναι η προστασία του ζωικού κεφαλαίου και η κάλυψη των αναγκών των κτηνοτρόφων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
34. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 3889 της 4/5 Νοεμ. 1958 Περί αναγκαστικής εισδοχής ποιμνίων εις Δημοτικάς, Κοινοτικάς και άλλας βοσκάς και κυρώσεως των υπ’ αριθ. 1951/1957 και 2200/1957 πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου. Άρθρ.1.-1.Κυρούται αφ’ ης εξεδόθη η υπ’ αριθ. 1951/6.11.1957 πράξις του Υπουργικού Συμβουλίου, έχουσα ούτω: Πράξις υπ’ αριθ. 1951 της 6.11.1957 Περί αναγκαστικής εισδοχής ποιμνίων εις τας Δημοτικάς και Κοινοτικάς βοσκάς. Λαβόν υπ’ όψιν εισήγησιν των επί της Γεωργίας και Εσωτερικών Υπουργών, καθ’ ην λόγω της επικειμένης, συμφώνως τη παρ. 2 του άρθρ. 10 του Ν.Δ. 3621/56 λήξεως του ενοικιοστασίου βοσκών, επί των Δημοτικών και Κοινοτικών βοσκησίμων εκτάσεων επιβάλλεται η άμεσος λήψις εκτάκτων μέτρων προς προστασίαν του ζωϊκού κεφαλαίου της χώρας ως και δια την προσωρινήν αντιμετώπισιν των κτηνοτροφικών αναγκών των στερουμένων βοσκησίμων εκτάσεων κτηνοτρόφων, αποφασίζει: Α΄ 1.Δια την χειμερινήν κτηνοτροφικήν περίοδον 1957-58 και την θερινήν 1958 δύναται να επιβληθή επί διαθετόντων περίσσειαν βοσκησίμων εκτάσεων Δήμων και Κοινοτήτων αναγκαστική εισδοχή ποιμνίων ανηκόντων εις κτηνοτρόφους αποστερηθέντας βοσκησίμων εκτάσεων λόγω της λήξεως του ενοικιοστασίου επί των Δημοτικών και Κοινοτικών βοσκών και μη δυναμένους να εξοικονομίσωσιν αλλαχού τας κτηνοτροφικάς των ανάγκας. 2.Η περί αναγκαστικής εισδοχής αίτησις υποβάλλεται εις τον Νομάρχην, εν τη περιφερεία του οποίου κείται η βοσκή, όστις εξετάζων εκ των ενόντων τα της συνδρομής των όρων της προηγουμένης παραγράφου, διατάσσει την άμεσον ολικήν ή μερικήν εισδοχήν του ποιμνίου του αιτούντος εις Δημοτικάς ή Κοινοτικάς βοσκάς δι’ αποφάσεώς του εκδιδομένης εντός πενθημέρου από της υποβολής της αιτήσεως. Δια της αποφάσεώς του καθορίζεται ο αριθμός των ούτως εισαγομένων ζώων, η αναγκαιούσα έκτασις, ως και το καταβλητέον υπό του αιτούντος δια την εισδοχήν μίσθωμα, το οποίον ορίζεται μέχρι των 2/3 της τρεχούσης μισθωτικής αξίας της βοσκής και πάντως ουχί κατώτερον του εν τη υπ’ αριθ. 1966/18.10.55 πράξει του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 298 Α΄ 1955) καθοριζομένου τοιούτου. Η κατά τ’ ανωτέρω απόφασις του Νομάρχου έχει προσωρινόν χαρακτήρα μέχρις εκδόσεως οριστικής, περί της αναγκαστικής εισδοχής, αποφάσεως της κατά την επομένην παράγραφον Επιτροπής, εις ην παραπέμπεται η ως άνω απόφασις του Νομάρχου και κοινοποιείται υποχρεωτικώς εις τον οικείον Δήμον ή Κοινότητα, δυναμένων, εντός πενθημέρου από της κοινοποιήσεως, να υποβάλουν εγγράφως εις την αυτήν Επιτροπήν τας επί της αποφάσεως απόψεις των ως και παν συναφές αποδεικτικόν στοιχείον. 3.Παρά τη έδρα εκάστης Νομαρχίας συνιστάται τριμελής Επιτροπή, αποτελουμένη εκ του Νομάρχου ως Προέδρου, του Προέδρου των Πρωτοδικών της έδρας της Νομαρχίας, αναπληρουμένου υπό Πρωτοδίκου οριζομένου υπ’ αυτού και του παρά τη αυτή έδρα Διευθυντού Γεωργίας ή του νομίμου αναπληρωτού του, ως μελών, η οποία, επιλαμβανομένη, αποφαίνεται οριστικώς επί πάντων των ζητημάτων των κατά την προηγουμένην παράγραφον διαταχθεισών ή απορριφθεισών αναγκαστικών εισδοχών, επικυρούσα, μεταρρυθμίζουσα ή ακυρούσα την εκδοθείσαν απόφασιν. Η απόφασις της Επιτροπής εκδίδεται απαραιτήτως μέχρι της 30ής Νοεμβρίου προκειμένου περί εισδοχής εις χειμερινήν βοσκήν και της 31ης Μαΐου προκειμένου περί εισδοχής εις θερινήν τοιαύτην. Απράκτων παρερχομένων των προθεσμιών τούτων, αι κατά την παρ. 2 εκδοθείσαι αποφά(Αντί για τη σελ. 349(α) Σελ. 349(β) Τεύχος Θ112-Σελ. 21 Ενοικιοστάσιο βοσκών 17.Ε.β.29-34 σεις του Νομάρχου καθίστανται οριστικαί. Ο Πρόεδρος της ως άνω Επιτροπής απών ή κωλυόμενος αναπληρούται υπό του Προέδρου Πρωτοδικών ή του ανωτέρω αναπληρωτού του Πρωτοδίκου. Εν τη περιπτώσει ταύτη μετέχει της Επιτροπής, ως μέλος, ο Διευθυντής της Νομαρχίας. 4.Προκειμένου περί του Νομού Κιλκίς συμμετέχει εις την ανωτέρω Επιτροπήν, αντί του Προέδρου Πρωτοδικών, Πρωτοδίκης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του υπό του οικείου Προέδρου Πρωτοδικών. 5.Γραμματεύς της Επιτροπής μετά του αναπληρωτού του, ορίζονται δι’ αποφάσεως του Νομάρχου μόνιμοι υπάλληλοι. Β΄ 1.Εις ας περιπτώσεις, αι εν τοις λειβαδίοις εις τα οποία ισχύει το ενοικιοστάσιον βοσκών μισθωταί ή οιαδήποτε έτερα προστατευόμενα υπ’ αυτού πρόσωπα, χρησιμοποιούν ουσιωδώς πλείονα χώρον του απαιτουμένου δια τας ανάγκας των ζώων των, περιορίζονται δι’ αποφάσεως της κατά την παρ. 3 του Α΄ κεφαλαίου της παρούσης Επιτροπής, οίκοθεν εκδιδομένης, εις τας απαραιτήτους προς συντήρησιν του ποιμνίου των εκτάσεις, στερούμενοι της προστασίας του ενοικιοστασίου δια τας υπολοίπους. 2.Επί των ούτω ελευθερουμένων εκτάσεων διατάσσεται δια της αυτής αποφάσεως εισδοχή του ποιμνίου ετέρων κτηνοτρόφων αποστερηθέντων βοσκησίμων εκτάσεων λόγω λήξεως του ενοικιοστασίου επί των Δημοτικών και Κοινοτικών βοσκών, προτιμωμένων των τυχόν μη προστατευομένων υπό του ενοικιοστασίου υπομισθωτών, σμικτών και ποιμένων του περιορισθέντος αρχικού μισθωτού και μόνον επί της απαραιτήτως αναγκαίας δια την ιδίαν αυτών κτηνοτροφίαν εκτάσεως, προσδιοριζομένη δια της αποφάσεως, δι’ ης αφ’ ενός καθορίζεται κατά τας διατάξεις της παρ. 2 του Α΄ κεφαλαίου της παρούσης και το καταβλητέον εις τον ιδιοκτήτην υπό των υπέρ ων η εισδοχή μίσθωμα και αφ’ ετέρου μειούται αναλόγως το υπό των κατά τ’ άνω περιοριζομένων καταβλητέον μίσθωμα. Η διατασσομένη εισδοχή διαρκεί κατά τας περιόδους τας προβλεπομένας εν τη παρ. 1 του Α΄ Κεφαλαίου της παρούσης. Εκδόσαν προς τούτο την υπ’ αριθ. 1951 παρούσαν πράξιν του ισχύουσαν από της δημοσιεύσεώς της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και κυρωθησομένην δια Νόμου. 2.(Κυρούται επίσης η υπ’ αριθ. 2200/14.12.1957 πράξις του Υπουργικού Συμβουλίου, δι’ ης παρατείνεται η προθεσμία της παρ. 3 της ανωτέρω πράξεως μέχρι 31 Δεκ. 1957). Σελ. 350(β) Τεύχος Θ112-Σελ. 22 Άρθρ.2.-1.Δια την χειμερινήν κτηνοτροφικήν περίοδον 1958-1959 και την θερινήν 1959 δύναται να επιβληθή επί διαθετόντων περίσσειαν βοσκησίμων εκτάσεων Δήμων και Κοινοτήτων αναγκαστική εισδοχή ποιμνίων, ανηκόντων εις κτηνοτρόφους αποστερουμένους βοσκησίμων εκτάσεων λόγω της λήξεως της ισχύος της υπ’ αριθ. 1951/6.11.57 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου και μη δυναμένους να εξοικονομήσωσιν αλλαχού τας κτηνοτροφικάς των ανάγκας. 2.Επίσης δια τας αυτάς ως άνω κτηνοτροφικάς περιόδους, δύναται να επιβληθή και επί λειβαδίων φυσικών ή νομικών προσώπων ως και του Δημοσίου, άτινα εβαρύνοντο υπό του άχρι τούδε ισχύοντος και δια της υπ’ αριθ. 1952/6.11.1957 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 224 Α/1957) παραταθέντος ενοικιοστασίου βοσκών, αναγκαστική εισδοχή ποιμνίων ανηκόντων εις κτηνοτρόφους αποστερουμένους βοσκησίμων εκτάσεων λόγω της συμφώνως τη αυτή ως άνω πράξει του Υπουργικού Συμβουλίου επικειμένης λήξεως του ενοικιοστασίου και μη δυναμένους να εξοικονομήσωσιν αλλαχού τας κτηνοτροφικάς των ανάγκας. Η εισδοχή χωρεί επί των περισσευουσών μετά την κάλυψιν των κτηνοτροφικών αναγκών του ιδιοκτήτου εκτάσεων. Η υπέρ δικαιουμένων κτηνοτρόφων εισδοχή διατάσσεται, κατ’ αμφοτέρας τας ανωτέρω περιπτώσεις (παρ. 1-2) μόνον επί των λειβαδίων εις τα οποία ούτοι, ισχύοντος του ενοικιοστασίου ή της κυρουμένης υπ’ αριθ. 1951/6.11.1957 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου, συνετήρουν τα ποίμνιά των. 17.Ε.β.34 Ενοικιοστάσιο βοσκών 3.Η περί αναγκαστικής εισδοχής αίτησις υποβάλλεται εις τον Νομάρχην, εν τη περιφερεία του οποίου κείται η βοσκή, προκειμένου μεν περί χειμερινών βοσκών μέχρι της 15 Νοεμβρίου, προκειμένου δε περί θερινών τοιούτων μέχρι 15 Απριλίου, όστις και διατάσσει, εν περιπτώσει συνδρομής των όρων των προηγουμένων παραγράφων, την άμεσον ολικήν ή μερικήν εισδοχήν του ποιμνίου του αιτούντος εις τας κατά τα ανωτέρω περισσευούσας βοσκάς δι’ αποφάσεώς του εκδιδομένης εντός δεκαπενθημέρου από της υποβολής της αιτήσεως. Δια της αποφάσεώς του ταύτης καθορίζονται ο αριθμός των ούτως εισαγομένων ζώων, η αναγκαιούσα έκτασις ως και το καταβλητέον δια την εισδοχήν μίσθωμα, το οποίον ορίζεται μέχρι των 4/5 της τρεχούσης μισθωτικής αξίας της βοσκής και πάντως ουχί κατώτερον του εν τη υπ’ αριθ. 1966/18.10.1955 πράξει του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 298 Α 1955) καθοριζομένου τοιούτου. Το μίσθωμα κατά τα 2/3 μεν καταβάλλεται προ της εισδοχής του δικαιούχου εις το λειβάδιον κατά δε το υπόλοιπον 1/3, δια μεν τας χειμερινάς βοσκάς καταβάλλεται μέχρι της 28 Φεβρουαρίου, δια δε τας θερινάς βοσκάς μέχρι της 30 Ιουλίου. Η ως άνω μέχρι της 15 Νοεμβρίου προθεσμία παραταθείσα αρχικώς μέχρι 30 Νοεμ. 1958 δια της υπ’ αριθ. 1021 της 25 Νοεμ./16 Δεκ. 1958 Πράξ. Υπ. Συμβουλίου παρετάθη εκ νέου μέχρι 31 Δεκ. 1958 δια της υπ’ αριθ. 1034 της 18/24 Δεκ. 1958 ομοίας. «Εν περιπτώσει καθυστερήσεως, εξ οιασδήποτε αιτίας της καταβολής μισθώματος, χωρεί έξωσις του τυχόντος αναγκαστικής εισδοχής κτηνοτρόφου, κατά την διαδικασίαν του Νόμ. ΒΧΗ΄/1899, ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δι’ άρθρ. 24 Ν.Δ. 3958/59 (ανωτ. σελ. 218,47). 4.Η περί αναγκαστικής εισδοχής αίτησις κοινοποιείται δια δικαστικού κλητήρος προς τον ιδιοκτήτην της βοσκής ή τον νόμιμον αντιπρόσωπον αυτού επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως ταύτης υπό της Νομαρχίας. Η αίτησις περιέχει πάντα τα πραγματικά περιστατικά τα απαραίτητα δια την κρίσιν του Νομάρχου, απαραιτήτως δε τον αριθμόν των ποιμνίων, ούτινος ζητείται η εισδοχή. 5.Ωσαύτως η περί αναγκαστικής εισδοχής απόφασις του Νομάρχου κοινοποιείται υποχρεωτικώς και ταυτοχρόνως προς τον ιδιοκτήτην της βοσκής εντός πέντε ημερών από της εκδόσεώς της. 6.Αι περί αναγκαστικής εισδοχής αποφάσεις του Νομάρχου εκδίδονται το βραδύτερον μέχρι 30 Νοεμβρίου δια τας χειμερινάς βοσκάς και μέχρι 30 Απριλίου δια τας θερινάς τοιαύτας. Η ως άνω μέχρι της 30 Νοεμβρίου προθεσμία παραταθείσα αρχικώς μέχρι 31 Δεκ. 1958 δια της υπ’ αριθ. 1021 της 25 Νοεμ./6 Δεκ. 1958 Πράξ. Υπ. Συμβουλίου παρετάθη εκ νέου μέχρι 10 Ιαν. 1959 δια της υπ’ αριθ. 1034 της 18/24 Δεκ. 1958 ομοίας. 7.Εν περιπτώσει αμφισβητήσεων ως προς το μίσθωμα και την συνδρομήν ή μη των κατά τας παρ. 1 και 2 προϋποθέσεων της αναγκαστικής εισδοχής, αποφαίνεται οριστικώς και τελεσιδίκως, επί τη αιτήσει των ενδιαφερομένων, ο πρόεδρος πρωτοδικών της περιφερείας του Πρωτοδικείου εν η κείται η βοσκή δι’ αποφάσεώς του εκδιδομένης εντός 15 ημερών από της υποβολής της αιτήσεως, κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 634 και επ. της Πολιτικής Δικονομίας. 8.Η κατά τα άνω προς τον Πρόεδρον Πρωτοδικών αίτησις δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της αποφασισθείσης αναγκαστικής εισδοχής. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.