📄 Κείμενο νόμου
4. ΝΟΜΟΣ 4858 της 24/29 Δεκ. 1930 Περί κυρώσεως του από 19/30 Νοεμ. 1925 Ν.Δ/τος περί ποινικών κλητήρων. Άρθρον μόνον.-Κυρούται το από 19/30 Νοεμ. 1925 Ν.Δ/μα περί ποινικών κλητήρων, έχον ούτω: Άρθρ.7.-1.(Το πρώτον εδάφιον αφορών τον μισθόν των ποινικών κλητήρων κατηργήθη υπό των άρθρ. 26 παρ. 1 και 1 Π.Δ. 12/22 Ιαν. 1934 περί αποδοχών των πολιτικών υπαλλήλων, τ.2). Δικαιούται προσέτι μιας στολής χειμερινής και μιας θερινής κατ’ έτος ην φέρουσιν υποχρεωτικώς, κανονισθησομένων υπό του υπουργού της Δικαιοσύνης. (Το τρίτον εδάφιον κατηργήθη υπό του άρθρ. 1 παρ. 4 του ν. 5031/1931 κατωτ. αρ. 6). 2.«Οι ποινικοί κλητήρες λαμβάνουσιν επί πλέον δικαιώματα δι’ εκάστην επίδοσιν κλητηρίου ή κλήσεως (δραχ. 1), δια δε την επίδοσιν βουλευμάτων και ερήμην αποφάσεων λαμβάνουσι (δραχ. 2)». 3.Tα δικαιώματα ταύτα εκκαθαρίζονται εν καιρώ εις βάρος του καταδικασθέντος, εν περιπτώσει δ’ αναβολής της δίκης ένεκεν απολείψεως μαρτύρων, εις βάρος των απολειπομένων μαρτύρων. Σχετικώς με το 2ον εδάφιον της παρ. 1 βλ. και τον Α.Ν. 2384/1940 (κατωτ. αρ. 7). Η παρ.2 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 4 ν. 4859 (κατωτ. αρ. 5). Τα εντός ( ) ποσά μετεβλήθησαν υπό του άρθρ. 1 παρ. 2 του ν. 5031/1931 (κατωτ. αρ. 6). Άρθρ.8.-Η πληρωμή των κατά το άρθρ. 7 δικαιωμάτων γίνεται ως εξής: Έκαστος των ποινικών κλητήρων τηρεί διπλότυπον βιβλίον δικαιωμάτων επιδόσεως, καθ’ υπόδειγμα ορισθησομένον υπό του υπουργού της Δικαιοσύνης, εις έκαστον φύλλον του οποίου, εν τε τω στελέχει και τω αποκόμματι, μετά πάσαν επίδοσιν κλητηρίου ή κλήσεως γίνεται υπό του κλητήρος ή κατάλληλος περί ταύτης εγγραφή. Έκαστον απόκομμα του βιβλίου δεν δύναται να περιλάβη πλείονα του ενός των ως άνω δικογράφων. Ο ποινικός κλητήρ συν τω αποδεικτικώ της επιδόσεως παραδίδει εις την καλέσασαν αρχήν και το σχετικόν απόκομμα του ως άνω διπλοτύπου βιβλίου, αμφότερα δε, συναπτόμενα προς άλληλα, τίθενται εις ην ανήκουσι δικογραφίαν. Ο ανακριτής, άμα τη εξετάσει κατά την προδικασίαν εκάστου ως άνω κληθέντος και εμφανισθέντος μάρτυρος ή κατηγορουμένου, βεβαιοί κάτωθι του ως άνω αποκόμματος την εμφάνισιν και εξέτασιν τούτου και εντέλλεται την πληρωμήν του δικαιώματος επιδόσεως. Το αυτό πράττει ο αρμόδιος εισαγγελεύς άμα τη προς αυτόν εγχειρίσει αποδεικτικού επιδόσεως βουλεύματος ή ερήμην αποφάσεως. Το αυτό επίσης πράττει ο πρόεδρος του δικαστηρίου και ο πταισματοδίκης δια τους εξεταζομένους εν τω ακροατηρίω μάρτυρας, άμα τη υπογραφή των σχετικών πρακτικών της συνεδριάσεως. Το απόκομμα παραδίδεται μετά ταύτα εις τον επίδοντα κλητήρα, όστις προσάγει τούτο και εξοφλεί παρά τω γραμματεί του δικαστηρίου. Πάσα άλλη αναγκαία δια την εκτέλεσιν του παρόντος άρθρου λεπτομέρεια κανονισθήσεται δια Δ/τος. Εις εκτέλεσιν του τελευταίου εδαφίου εξεδόθη το Π.Δ. της 30 Ιουλ./9 Αυγ. 1931 (6.Ζγ.) Άρθρ.9.-«Οι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος νόμου υπηρετούντες ως έμμισθοι κλητήρες εν ταις ανωτέρω πόλεσιν εξακολουθούσιν υπηρετούντες ως τοιούτοι μέχρι της κοινοποιήσεως της απολύσεώς των, γινομένης άμα τω διορισμώ ποινικών κλητήρων εις αντικατάστασιν αυτών ή και πρότερον. Δύνανται δε εκ τούτων να ονομασθώσι ποινικοί κλητήρες εάν αιτήσωσι τούτο, παραιτούμενοι της θέσεως του δικ. κλητήρος, γνωμοδοτήση δι’ υπέρ του διορισμού των η προϊσταμένη αυτών αρχή. Οι εκ των ανωτέρω καθώς και οι εκ των ήδη υπηρετούντων αμίσθων δικαστικών κλητήρων διοριζόμενοι ποινικοί κλητήρες δύνανται, παραιτούμενοι της θέσεως του ποινικού κλητήρος, να διωρισθώσι μετά την αποδοχήν της παραιτήσεώς των άμισθοι δικαστικοί κλητήρες και καθ’ υπέρβασιν του κεκανονισμένου αριθμού». Ετροποποιήθη ως άνω υπό του άρθρ. 5 Ν.Δ. 20 Απρ./12 Μαΐου 1926, κυρωθέντος υπό του ν. 4859/1930 (κατωτ. αριθ. 5). Άρθρ.10.-1.Οι ποινικοί κλητήρες έχουσι δικαίωμα συντάξεως, κατά τας γενικάς διατάξεις περί συντάξεων. Εις δε τον συντάξιμον χρόνον προσμετρείται και η προ του νόμου τούτου έμμισθος υπηρεσία αυτών ως κλητήρων, ουχί όμως πλέον των 15 ετών τοιαύτη. 2.Προς κανονισμόν της συντάξεως λαμβάνονται υπ’ όψιν ουχί οι κατά τον παρόντα νόμον μισθοί, αλλά το ποσόν της κατά τον ν. 2751 (6.Γα.) του έτους 1924 αποζημιώσεως. 3.Όσοι εκ των εμμίσθων κλητήρων δε διατηρηθώσιν εις την υπηρεσίαν λαμβάνουσιν, εφ’ όσον δεν δικαιούνται συντάξεως, αποζημίωσιν εφ’ άπαξ ορισθησομένην δια Δ/τος και μη δυναμένην να υπερβή τον μισθόν τριών μηνών. Εις εκτέλεσιν της παρ. 3 εξεδόθη το Δ. της 25 Μαΐου/4 Ιουν. 1926 περί αποζημιώσεως εμμίσθων κλητήρων. Άρθρ.11.-1.Η ισχύς του παρόντος δύναται να επεκταθή και εις άλλας πόλεις (έχουσας πληθυσμόν άνω των 30.000 κατοίκων) δια Δ/τος εκδιδομένου τη προτάσει των επί της Δικαιοσύνης και Οικονομικών υπουργών, (δι’ ου συγχρόνως θέλει ορισθή και ο αριθμός των εν εκάστη ποινικών κλητήρων και ο μηνιαίος μισθός αυτών, κατώτερος δέκα ή (Αντί της σελ. 449(α) Σελ. 449(β) Τεύχος 546 - Σελ. 81 Έμμισθοι και Ποινικοί Δικαστικοί Επιμελητές 6.Ζ.α.4 είκοσι μεταλλικάς δραχμάς του εν άρθρ. 7 οριζομένου δια τους εν Αθήναις των αντιστοίχων γραφείων). «Εις τούτους δεν χορηγούνται αι εν άρθρ. 7 οριζόμεναι στολαί εκτός εάν πρόκειται περί πόλεων εχουσών πληθυσμόν άνω των 30 χιλιάδων κατοίκων». 2.Αφ’ ης και όπου εισάγεται η ισχύς του παρόντος παύει η ισχύς των ν. ΥΜΔ΄/1871 (ανωτ. αρ. 1) και ΓΨΟΑ΄/1911 (6.Ζγ.2), εφαρμοζομένων αναλόγως και των διατάξεων του άρθρ. 9 του παρόντος. Η εντός ( ) φράσις: «εχούσας πληθυσμόν άνω των 30.000 κατοίκων», διεγράφη υπό του άρθρ. 6 Ν.Δ. 20 Απρ./12 Μαΐου 1926, κυρωθέντος υπό του ν. 4859/1930 (κατωτέρω αριθ. 5) υφ’ ου και προσετέθη η εν τέλει της παρ. 1 εντός « »φράσις. Η ετέρα εντός ( ) φράσις κατηργήθη υπό του άρθρ. 8 του κωδικ. Α.Ν. 128/1936 (6.Βε.10), και των άρθρ. 1 και 26 του Π.Δ/τος της 12/22 Ιαν. 1934 περί των αποδοχών πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων (τ.2). Εις εκτέλεσιν της παρ. 1 εξεδόθησαν τα Δ/τα: α)Π.Δ. της 28 Φεβρ./3 Μαρτ. 1928 περί επεκτάσεως των Ν.Δ/των περί ποινικών κλητήρων εις τας πόλεις Πατρών και Τριπόλεως. β)Π.Δ της 7/17 Ιουν. 1929 εις Πύργον Ηλείας. γ)Π.Δ. της 16/24 Ιουλ. 1929 εις Αμαλιάδα. δ)Β.Δ. 678 της 14/30 Σεπτ. 1960 (ΦΕΚ Α΄ 154) εις Χαλκίδα. ε)Β.Δ. 728 της 19/28 Σεπτ. 1961 (ΦΕΚ Α΄ 185) εις Λάρισαν, Σέρρας, Δράμαν, Καβάλαν και Κομοτινήν. στ)Β.Δ. 471 της 15 Ιουλ./4 Αυγ. 1962 (ΦΕΚ Α΄ 120) εις Ναύπλιον. ζ)Β.Δ. 576 της 3 Αυγ./25 Σεπτ. 1964 (ΦΕΚ Α΄ 164) εις Κρήτην. η)Β.Δ. 716 της 24/28 Νοεμ. 1964 (ΦΕΚ Α΄ 237) εις τας πόλεις Λεβαδείας και Θηβών. Άρθρ.12.-Εις α μέρη «δεν» ισχύει ο παρών νόμος, θέλει εφαρμόζεσθαι, επαναφερόμενον εν ισχύϊ, το άρθρ. 4 του από 26/30 Ιουν. 1923 Ν.Δ/τος περί τροποποιήσεως διατάξεων της ποινικής διατιμήσεως, εκκαθαρίσεως κλπ. (9.Εα.7), δύναται δε να επεκταθή και αυτόθι δια Δ/τος η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 8 του παρόντος δια την πληρωμήν των δικαιωμάτων των οργάνων επιδόσεως ποινικών δικογράφων. Η λέξις «δεν», προσετέθη υπό του άρθρ. 7 Ν.Δ. 20 Απρ./12 Μαΐου 1926 κυρωθέντος υπό του ν. 4859/1930 (κατωτ. αρ. 5). Το όριον ηλικίας των ποινικών κλητήρων καθορίζει το άρθρ. 29 του κωδικ. Α.Ν. 128/1936 (6.Βε.10). Σελ. 450(β) Τεύχος 546 - Σελ. 82 4-48 Άρθρ.1.-1.Εν ταις πόλεσιν Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς και τοις προαστείοις αυτών η επίδοσις των ποινικών εν γένει δικογράφων και η εκτέλεσις των ενταλμάτων και ποινικών αποφάσεων γίνεται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρ. 145, 156, 163, 190 και επ. 194, 274, 275, 413, της Ποιν. Δικονομίας και 2 του ν. 1288, ως ετροποποιήθη δια του ν. 3104, δι’ ιδίων οργάνων επιδόσεως, ποινικών κλητήρων καλουμένων, μη λαμβανομένων εκ των δικαστικών κλητήρων, αλλά διοριζομένων υπό του υπουργού της Δικαιοσύνης κατά τας διατάξεις του παρόντος. Οι ποινικοί κλητήρες εκτελούσι προσέτι και την εσωτερικήν υπηρεσίαν του παρ’ ω διατελούσι γραφείου κατά τας εντολάς του προϊσταμένου τούτου. 2.«Κατά την κρίσιν του εισαγγελέως αι εν τη προηγουμένη παραγράφω επιδόσεις δύνανται να γίνωσι και δια κοινών δικαστικών κλητήρων και των ανδρών της χωροφυλακής και αστυνομίας πόλεων, διατηρουμένου και του θεσμού της δια ταχυδρομείου επιδόσεως». Η παρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 1 Ν.Δ/τος 20 Απρ./12 Μαΐου 1926 Σελ. 448 (6.Βα.25). Περί της εν παρ. 2 αναφερομένης επιδόσεως δια ταχυδρομείου προβλέπει το Π.Δ. της 31/31 Δεκ. 1923 περί τρόπου της δια του ταχυδρομείου επιδόσεως των ποινικών δικογράφων (9.Αγ.1). Άρθρ.2.-1.Οι ποινικοί κλητήρες ασxολούνται αποκλειστικώς εις τα κατά το άρθρ. 1 έργα αυτών, απαγορεύεται δ’ αυτοίς απολύτως η ενέργεια επιδόσεως πολιτικών δικογράφων ή η εκτέλεσις πολιτικών αποφάσεων και αυτή έτι η συμμετοχή αυτών ως μαρτύρων εις τοιαύτας πράξεις επί ποινή ακυρότητoς της επιδόσεως ή εκτελέσεως. Ο παραβάτης διώκεται και ποινικώς εφ’ όσον υπάρχει παράβασις του ποινικού νόμου. 2.Οι ποινικοί κλητήρες εν τη εκτελέσει των καθηκόντων αυτών δικαιούνται να ζητήσωσι την συνδρομήν της αστυνομίας ή άλλης ενόπλου δυνάμεως. Άρθρ.3.-1.(Κατηργήθη υπό του άρθρ. 84 εδάφ. θ΄, κωδικοποιημένου Α.Ν. 128/1936 (6.Βε.10). Αφεώρα τα προσόντα των ποινικών κλητήρων, τα οποία καθορίζονται νυν υπό του άρθρ. 28 παρ. 1 του αυτού κωδικ. Α.Νόμου). 2.(Αφορώσα τον αριθμόν των ποινικών κλητήρων κατηργήθη σιωπηρώς υπό του άρθρ. 8 παρ. 2 κωδικ. Α.Ν. 128/1936, (6.Βε.10). Περί του τρόπου διορισμού των ποινικών κλητήρων βλ. άρθρ. 11 παρ. 1 του Π.Δ. της 10/30 Οκτ. 1934 (6.Βε.4). Άρθρ.4.-1.Ο εισαγγελεύς των εφετών αποσπά κατά μήνα εκ των παρ’ αυτώ ποινικών κλητήρων εκ περιτροπής ένα δια το ακροατήριον του Κακουργιοδικείου της έδρας του Εφετείου και ένα δια το του Εφετείου επί ποινικών συνεδριάσεων. Το αυτό πράττουσιν εκ των παρ’ αυτοίς κλητήρων ο παρά πλημμελειοδίκαις εισαγγελεύς δια το ακροατήριον του Πλημμελειοδικείου και Κακουργιοδικείου και ο πταισματοδίκης δια το ακροατήριον του Πταισματοδικείου. 2.Ο ποινικός κλητήρ, καθ’ ας ημέρας δεν συνεδριάζει το δικαστήριον εις ο απεσπάσθη, εκτελεί τα συνήθη καθήκοντά του εις ο ανήκει γραφείον. Άρθρ.5.-1.Οι ποινικοί κλητήρες τελούσιν υπό τας διαταγάς του οικείου εισαγγελέως και του προϊσταμένου του γραφείου παρ’ ω εκάστος διωρίσθη. 2-3.(Κατηργήθησαν υπό του άρθρ. 84 εδάφ. θ΄ κωδικ. Α.Ν. 128/1936 (6.Βε.10). Νυν τα περί αδειών περί ων η παρ. 2 και τα περί πειθαρχικής διώξεως περί ων η παρ. 3 ρυθμίζονται υπό των άρθρ. 52 και 58-63 του αυτού κωδικ. Α.Νόμου και του Α.Ν. 1959 περί αδειών των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων, τ.2). 6.Ζ.α.2-4 Έμμισθοι και Ποινικοί Δικαστικοί Επιμελητές Άρθρ.6.-(Κατηργήθη υπό του αρθρ. 84 εδ. θ΄, του κωδικ. Α.Ν. 128/1936 (6.Βε.10). Νυν τα περί αποχωρήσεως και παύσεως των ποινικών κλητήρων προβλέπονται υπό των άρθρ. 29 - 41 του αυτού κωδικ. Α.Νόμου).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.