← Ελλάδα

53. ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ της 19/25 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 101) Θέση σε ισχύ του κανονισμού εσωτερικής λειτουργίας της διεύθυνσης επιστημ

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση θέτει σε ισχύ τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας της Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών της Βουλής, με σκοπό την επιστημονική στήριξη του Κοινοβουλίου και των Βουλευτών.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
53. ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ της 19/25 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α΄ 101) Θέση σε ισχύ του κανονισμού εσωτερικής λειτουργίας της διεύθυνσης επιστημονικών μελετών της Βουλής. Έχοντας υπόψη: 1.Το άρθρ. 162 παρ. 7 του Κανονισμού της Βουλής. 2.Το 179/28.3.1989 έγγραφο του Προέδρου του επιστημονικού συμβουλίου της Βουλής με το οποίο διαβιβάστηκε σχέδιο κανονισμού εσωτερικής λειτουργίας της διεύθυνσης επιστημονικών μελετών. 3.Τις ανάγκες της υπηρεσίας, και ιδίως την ανάγκη της αποτελεσματικής εξυπηρέτησης των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και των Βουλευτών από τη διεύθυνση επιστημονικών μελετών κατά την άσκηση του κοινοβουλευτικού έργου τους, αποφασίζουμε: Θέτουμε σε ισχύ τον κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας της διεύθυνσης επιστημονικών μελετών ο οποίος έχει ως ακολούθως: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Άρθρ.1.-1.Η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών αποτελείται από τα ακόλουθα Τμήματα: α) Τμήμα νομοτεχνικής επεξεργασίας των νομοσχεδίων, β) Τμήμα κοινοβουλευτικών ερευνών και μελετών και γ) Τμήμα ευρετηριάσεων. 2.Βασική αποστολή της Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών είναι η επιστημονική στήριξη του Κοινοβουλίου κατά την άσκηση του έργου του και η επιστημονική συνδρομή των Βουλευτών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, κατά τρόπο ουδέτερο και σύμφωνα με τις γενικές αρχές και τους κανόνες της επιστήμης. Για τον σκοπό αυτόν οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες και κάθε Βουλευτής ατομικά απευθύνουν συγκεκριμένα γραπτά ερωτήματα προς τη Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών σχετικά με θέματα που αφορούν την άσκηση του λειτουργήματός τους. Κατά την επεξεργασία των ερωτημάτων συνεκτιμάται η χρονική προτεραιότητα της υποβολής τους. Τα ερωτήματα Κοινοβουλευτικών Ομάδων, καθώς και όσα αφορούν το νομοθετικό έργο προηγούνται έναντι των μεμονωμένων των Βουλευτών, τα οποία σχετίζονται με τις λοιπές κοινοβουλευτικές δραστηριότητές τους, κατά τις υπάρχουσες μέχρι τώρα δυνατότητες της υπηρεσίας. 3.Η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών χρησιμοποιεί τις διαθέσιμες βάσεις δεδομένων και τράπεζες πληροφοριών της ημεδαπής και της αλλοδαπής. 4.Τα κατά τις προηγούμενες παραγράφους αιτήματα παραδίδονται στη Γραμματεία της Επιστημονικής Υπηρεσίας και οι απαντήσεις στους Βουλευτές μέσω της υπηρεσίας της Βουλής. Άρθρ.2.-1.Στην αρμοδιότητα του Τμήματος νομοτεχνικής επεξεργασίας σχεδίων νόμων ανήκουν: α) η επιστημονική επεξεργασία των νομοσχεδίων σύμφωνα με τα άρθρ. 162 παρ. 3 και 92 Καν. Β και τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. β) η παροχή απαντήσεων σε γραπτά συγκεκριμένα ερωτήματα που μπορεί να υποβάλλει κάθε Βουλευτής για θέματα που ανακύπτουν κατά την επεξεργασία ή συζήτηση σχεδίων νόμων. 2.Επίσης υποβάλλονται σε επιστημονική επεξεργασία: α) τα νομοσχέδια που κατατίθενται προς ψήφιση με την ειδική διαδικασία επιψήφισης δικαστικών ή διοικητικών κωδίκων, σύμφωνα με τα άρθρ. 76 παρ. 6 Συντάγματος και 111 παρ. 3 Καν. Β και β) τα νομοσχέδια που αφορούν την κύρωση διεθνών συνθηκών ή πρωτοκόλλων. 3.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου τίθενται σε ισχύ με απόφαση του Προέδρου της Βουλής. Άρθρ.3.-1.Η Διεύθυνση Νομοθετικού Έργου κοινοποιεί αμέσως στην Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών όλα τα κατατιθέμενα νομοσχέδια. 2.Ο προϊστάμενος του Τμήματος Νομοτεχνικής Επεξεργασίας αναθέτει σε έναν από τους συνεργάτες να συντάξει τη σχετική έκθεση σε συγκεκριμένη προθεσμία και σε συνεργασία με τον αρμόδιο για τις οικονομικές μελέτες συνεργάτη της υπηρεσίας και την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία. 3.Η έκθεση υπογράφεται από τον εισηγητή επιστημονικό συνεργάτη τον προϊστάμενο του τμήματος νομοτεχνικής επεξεργασίας και θεωρείται από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών, τελικά δε από το αρμόδιο μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου που ορίζεται από τον Πρόεδρο. 4.Οι εκθέσεις της Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών επί των σχεδίων νόμων διανέμονται στους Βουλευτές πριν από τη συνεδρίαση της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στην Επιτροπή παρίσταται ένας επιστημονικός συνεργάτης προς παροχή διευκρινίσεων ή απαντήσεων επί της Εκθέσεως. Η Έκθεση της Διεύθυνσης, εμπλουτισμένη από τα στοιχεία που προέκυψαν κατά τη συζήτηση στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή, τυπώνεται και διανέμεται στους Βουλευτές δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Βουλής, κατά την οποία έχει προγραμματισθεί η συζήτηση του σχεδίου νόμου, σύμφωνα με το άρθρ. 92 παρ. 4 Καν. Β. 5.Οι εκθέσεις περιέχουν ιδίως: α) έρευνα της σχέσης των προτεινόμενων ρυθμίσεων με την ισχύουσα νομοθεσία, β) παροχή συγκριτικών στοιχείων από τα κυριότερα ξένα δίκαια, γ) μελέτη για την εναρμόνιση της προτεινόμενης ρύθμισης προς το Σύνταγμα και το Κοινοτικό Ευρωπαϊκό Δίκαιο, δ) βιβλιογραφικό και νομολογιακό υλικό για τα σχετικά ζητήματα, και ε) οικονομικές στατιστικές πληροφορίες. (Μετά τη σελ. 192,782 (α) Σελ. 192,783 Τεύχος ΙΒ-3-3 Σελ. 13 Βουλή 1.Ζ.δ.53 Άρθρ.4.-1.Στην αρμοδιότητα του Τμήματος κοινοβουλευτικών ερευνών και μελετών ανήκουν: α) Η διενέργεια κοινοβουλευτικών ερευνών και η εκπόνηση μελετών, β) η προετοιμασία και παρακολούθηση διεθνών διασκέψεων που έχουν σχέση με το κοινοβουλευτικό έργο, γ) η επαφή με κέντρα μελετών και τεκμηρίωσης της ημεδαπής και της αλλοδαπής, για τη συνεχή ροή στοιχείων και θεμάτων που εμπλουτίζουν και προάγουν το επιστημονικό και κοινοβουλευτικό έργο της Ελληνικής Βουλής. 2.Οι κοινοβουλευτικές έρευνες και μελέτες αφορούν: α) τον θεσμικό ρόλο, την οργάνωση και τη λειτουργία της Βουλής, β) την ελληνική και διεθνή κοινοβουλευτική παράδοση, γ) θέματα που παρουσιάζουν γενικότερο κοινοβουλευτικό ενδιαφέρον. 3.Οι κοινοβουλευτικές έρευνες και μελέτες διακρίνονται σε γενικές και ειδικές. Οι γενικές μελέτες εκπονούνται σύμφωνα με ετήσιο πρόγραμμα, το οποίο εισηγείται ο προϊστάμενος του Τμήματος και εγκρίνει το Επιστημονικό Συμβούλιο. Σκοπός των μελετών αυτών είναι η καλύτερη οργάνωση και λειτουργία της Επιστημονικής Υπηρεσίας και των άλλων διευθύνσεων της Βουλής, καθώς και η θεωρητική διερεύνηση καίριων κοινοβουλευτικών ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος (νομικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσης), με προοπτική να δημιουργηθεί μία αυτόνομη ερευνητική υποδομή για την επιστημονική στήριξη του έργου της Βουλής. Οι ειδικές μελέτες απαντούν σε συγκεκριμένα ερωτήματα που υποβάλλονται κατά το άρθρ. 1 παρ. 2. Μπορούν να έχουν είτε τη μορφή ενημερωτικών σημειωμάτων είτε τη μορφή τεκμηριωμένων αναλύσεων. 4.Οι μελέτες κατανέμονται από τον προϊστάμενο του τμήματος στους επιστημονικούς συνεργάτες ανάλογα με την ειδικότητά τους, συντάσσονται από το Τμήμα με ευθύνη του προϊσταμένου του Τμήματος και του προϊσταμένου της Διεύθυνσης, ο οποίος τις υποβάλλει προς έγκριση στο Επιστημονικό Συμβούλιο. Το Επιστημονικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου μέλους του που ορίζεται από τον πρόεδρο. 5.Το Τμήμα καταρτίζει σχέδια εισηγήσεων και ερωτηματολόγια για την επιστημονική προετοιμασία και τη συστηματική παρακολούθηση των διακοινοβουλευτικών συσκέψεων και εκδηλώσεων. Επίσης συλλέγει ενημερωτικό υλικό και συντάσσει αναλυτική έκθεση για τα ζητήματα που εξετάσθηκαν και τις δυνατότητες αξιοποίησης των συμπερασμάτων από τη Βουλή των Ελλήνων. Σελ. 192,784 Τεύχος ΙΒ-3-3 Σελ. 14 6.Το Τμήμα οργανώνει άμεση και συνεχή επαφή και συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς και με ερευνητικά κέντρα της ημεδαπής και της αλλοδαπής, ώστε να αποκτά πλήρη ενημέρωση για σεμινάρια, συνέδρια και εκδόσεις με θέματα κοινοβουλευτικής ύλης και γενικότερα για να διασφαλίζει μια συνεχή ροή χρήσιμων για τη Βουλή πληροφοριών. Ειδικότερα το Τμήμα εξασφαλίζει στενή επικοινωνία με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Κοινοβουλευτικών Ερευνών και Τεκμηρίωσης (C.E.R.D.P.) συμμετέχοντας ενεργά στις δραστηριότητές του και παρακολουθώντας συστηματικά τις εργασίες του. Άρθρ.5.-1.Στην αρμοδιότητα του Τμήματος Ευρετηριάσεων ανήκουν: α) η συλλογή και επεξεργασία στοιχείων για το έργο της Βουλής, β) η ηλεκτρονική ευρετηρίαση των Πρακτικών της Βουλής, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Μηχανογράφησης. 2.Η συλλογή στοιχείων για το έργο της Βουλής και η ηλεκτρονική επεξεργασία τους αποσκοπούν στη δημιουργία βάσεων δεδομένων που θα αναφέρονται στις δραστηριότητες της Ολομέλειας και των Τμημάτων της Βουλής καθώς και των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών. 3.Για την ηλεκτρονική ευρετηρίαση των Πρακτικών της Βουλής καταρτίζεται ένας θεματικός «Θησαυρός». Το Τμήμα Ευρετηριάσεων, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Μηχανογράφησης, είναι αρμόδιο για τη δημιουργία του «Θησαυρού» και τη συνεχή ενημέρωσή του. Τα λήμματα του «Θησαυρού» χρησιμεύουν για την αναγωγή των κειμένων των Πρακτικών σε θεματικές ενότητες. 1.Ζ.δ.53 Βουλή Άρθρ.6-1.Η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών επιμελείται την περιοδική έκδοση εντύπου που θα περιλαμβάνει επιστημονικές εργασίες γενικότερου κοινοβουλευτικού ενδιαφέροντος, καθώς και την έκδοση αυτοτελών επιστημονικών δημοσιευμάτων. Η επιστημονική εποπτεία του περιοδικού και των δημοσιευμάτων, ανήκει στο Επιστημονικό Συμβούλιο. Άρθρ.7.-1.Η επιστημονική εποπτεία της Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών ανήκει στο Επιστημονικό Συμβούλιο κατά το άρθρ. 161 του Καν.Β. 2.Το Επιστημονικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία με την παρουσία 3 τουλάχιστον από τα 5 μέλη του. Αν ο πρόεδρος εμποδίζεται, αναπληρώνεται από τον ιεραρχικά ανώτερο καθηγητή και μεταξύ ισοβάθμων από τον αρχαιότερο. 3.Το Επιστημονικό Συμβούλιο συνεδριάζει ύστερα από πρόσκληση του προέδρου του και σε περίπτωση που αυτός εμποδίζεται, του αναπληρωτή του. Ιδιαίτερη πρόσκληση δεν απαιτείται αν το Επιστημονικό Συμβούλιο έχει αποφασίσει τακτές ημέρες και ώρες συνεδριάσεων. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις η πρόσκληση μπορεί να είναι προφορική. 4.Για κάθε συνεδρίαση του Επιστημονικού Συμβουλίου συντάσσεται ημερήσια διάταξη που κοινοποιείται τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη συνεδρίαση, εκτός αν πρόκειται για κατεπείγουσα περίπτωση. 5.Για κάθε συνεδρίαση του Επιστημονικού Συμβουλίου τηρούνται συνοπτικά πρακτικά. 6.Καθήκοντα γραμματέα του Επιστημονικού Συμβουλίου ασκεί ο προϊστάμενος του τμήματος γραμματείας ή άλλος υπάλληλος της Επιστημονικής Υπηρεσίας που ορίζεται από τον Πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου. 7.Το Επιστημονικό Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών, μπορεί να αναθέτει σε έγκυρους ειδικούς επιστήμονες τη διεξαγωγή έρευνας ή τη σύνταξη μελέτης για εντελώς ιδιάζοντα προβλήματα, ύστερα από έγκριση του Προέδρου της Βουλής.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.