📄 Κείμενο νόμου
8. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Αριθ. Δια/οικ. 7827 της 3 Αυγ. /8 Σεπτ. 1973 (ΦΕΚ Β΄ 1024) Περί εφαρμογής προγράμματος αντιμετωπίσεως εκτάκτων κοινωνικών αναγκών και καταπολεμήσεως της επαιτείας και αλητείας. Έχοντες υπ΄ όψει: α)Το άρθρ. 7 παρ. 3 Ν.Δ. 57/19.7.73 (ΦΕΚ 149/73 τ.Α΄,) «περί λήψεως μέτρων κοινωνικής προστασίας των οικονομικώς αδυνάτων και καταργήσεως των διεπουσών τον θεσμόν της απορίας διατάξεων». β)Την Δ1/2781/3.3.73/εγκ. 99 ημετέραν, αποφασίζομεν: Άρθρον Πρώτον.-1.Καθορίζομεν ως κατωτέρω το πρόγραμμα της μέσω του παρ΄ εκάστη Νομαρχία λειτουργούντος Λογαριασμού Πρώτων Κοινωνικών Βοηθείων αντιμετωπίσεως εκτάκτων κοινωνικών αναγκών και της δια κοινωνικών μέτρων καταπολεμήσεως της επαιτείας και αλητείας, ως και τας προϋποθέσεις και την διαδικασίαν της δια του προγράμματος τούτου παροχής κοινωνικής προστασίας. 2.Αι κατά το πρόγραμμα της προηγουμένης παραγράφου δυνάμεναι να προσφερθώσι παροχαί και υπηρεσίαι αποσκοπούν κυρίως να υποβοηθήσουν τους δι΄ αυτών ευεργετουμένους δια την αυτοδύναμον αντιμετώπισιν των εκ των εκτάκτων γεγονότων προκαλουμένων αναγκών η και να καταστήσουν εκ νέου, εάν συντρέχη περίπτωσις, τούτους παραγωγικά και αυτοδύναμα μέλη της κοινωνίας δια της δημιουργίας των προϋποθέσεων της παραγωγικής αξιοποιήσεώς των. 35.Β.αα.7-8 Περίθαλψη απόρων και ανασφάλιστων Είδος κοινωνικής προστασίας Άρθρ.1.-1.Η κατά τας διατάξεις του άρθρ. 7 του σχετικού (α) κοινωνική προστασία συνίσταται εις την εντός των πλαισίων των εκάστοτε εφαρμοζομένων προγραμμάτων παροχήν πάσης μορφής κοινωνικών υπηρεσιών και ειδικώτερον πάσης ηθικής και υλικής βοηθείας προς υποβοήθησιν του ατόμου η της οικογενείας δια την αντιμετώπισιν της εκ του τυχαίου γεγονότος προκληθείσης καταστάσεως ανάγκης. 2.Εις ην περίπτωσιν κριθή ότι καθίσταται επιβεβλημένη η οικονομική ενίσχυσις δια την αντιμετώπισιν της καταστάσεως ανάγκης, η κοινωνική προστασία δύναται να περιλαμβάνη και την χορήγησιν εφ΄ άπαξ οικονομικού βοηθήματος εις βάρος του παρά τη οικεία Νομαρχία λειτουργούντος Λογαριασμού Πρώτων Κοινωνικών Βοηθειών, λαμβανομένου υπ΄ όψιν του βαθμού της ζημίας η της ανάγκης της προκληθείσης εκ του εκτάκτου γεγονότος, της οικονομικής, στεγαστικής και οικογενειακής καταστάσεως της οικογενείας και του ύψους της υφισταμένης εν τω προϋπολογισμώ του οικείου Λ/σμού πιστώσεως. Το βοήθημα τούτο εν ουδεμιά περιπτώσει θα δύναται να είναι μεγαλύτερον των 10.000 δραχμών κατά περίπτωσιν και κατ΄ οικογένειαν. Για το ύψος του βοηθήματος βλ. και την Γ1α/οικ. 842/19-26 Απρ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 242) απόφ. Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων (κατωτ. αριθ. 27). Καταπολέμησις των αιτιών της επαιτείας και αλητείας Άρθρ.2.-1.Δια την δια κοινωνικών μέτρων καταπολεμησιν των αιτιών των προκαλούντων την επαιτείαν και αλητείαν λαμβάνονται τα ακόλουθα μέτρα: α)Η κατά προτεραιότητα υπαγωγή των εκδηλούντων την αντικοινωνικήν ταύτην συμπεριφοράν και των εξ αυτών εξηρτημένων οικογενειών εις τα υπό του Υπουργείου Κοιν. Υπηρεσιών εφαρμοζόμενα εκάστοτε προγράμματα. β)Η υποβοήθησις των ατόμων και των οικογενειών των προς επίλυσιν των απασχολούντων ταύτα προβλημάτων, μερίμνη Κοινωνικού Λειτουργού της οικείας Νομαρχίας, και ιδία εκείνων τα οποία δύναται να θεωρηθούν ως βασικά αίτια αντικοινωνικής τούτων συμπεριφοράς (μεσολάβησις δι εξεύρεσιν εργασίας, ιδρυματική περίθαλψις ανηλίκων τέκνων κλπ.). γ)Η χορήγησις του υπό της παρ. 2 του άρθρ. 1 της παρούσης οικονομικού εφ΄ άπαξ βοηθήματος, οσάκις κρίνεται επιβεβλημένη δια την κοινωνικήν προσαρμογήν τούτων. δ)Ειδικώτερον, επί περιπτώσεων ατόμων υπερβάντων το 65ον έτος της ηλικίας των θα δύναται λαμβάνηται μέριμνα δια την άμεσον και κατ΄ απόλυτον προτεραιότητα ιδρυματικήν περίθαλψιν τούτων εις τα υπό την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών τελούντα ανάλογα Ιδρύματα, εφ΄ όσον στερούμενα συγγενών δυναμένων να επιμεληθούν, τούτων, αποδέχονται την τοιαύτην προστασίαν, ήτις κρίνεται υπό των αρμοδίων κοινωνικών υπηρεσιών, ως μόνη αποτελεσματική αντιμετώπισις της περιπτώσεως. 3.Αι περιπτώσεις επαιτείας και αλητείας ανηλίκων η σωματικώς και διανοητικώς αναπήρων τυγχάνουν απολύτου προτεραιότητος ως προς την παροχήν ιδρυματικής προστασίας τηρουμένων των κειμένων διατάξεων και εγκυκλίων διαταγών, ιδία οσάκις εκ της διεξοδικής διερευνήσεως της περιπτώσεως προκύπτει ότι τα έχοντα την επ΄ αυτών επιμέλειαν πρόσωπα εξωθούν την αντικοινωνικήν τούτων συμπεριφοράν προς ίδιον χρηματισμόν η παραλείπουν η αδυνατούν να παρεμποδίσουν ταύτην. 2.Εν περιπτώσει καθ΄ ην, εκ διενεργουμένης κοινωνικής ερεύνης και εξ ετέρων υπ΄ όψιν της υπηρεσίας περιερχομένων στοιχείων, προκύψη ότι άτομον τι κατέστη επαίτης η αλήτης κατά τας διατάξεις των άρθρ. 407 και 408 αντιστοίχως του Ποινικού Κώδικος, εις τρόπον ώστε τα λαμβανόμενα υπέρ τούτου κοινωνικά μέτρα να μη δύνανται να ασκήσουν την αναμενομένην επ΄ αυτού ευεργετικήν επίδρασιν, η περίπτωσις θα παραπέμπεται εις τας Αστυνομικάς Αρχάς, δια την εξέτασιν της εφαρμογής του Ποινικού Νόμου, ενώ παραλλήλως θα λαμβάνωνται τα προσήκοντα μέτρα δια την παροχήν κοινωνικής προστασίας εις τυχόν εξαρτώμενα εξ αυτού μέλη της οικογενείας του. Προϋποθέσεις παροχής κοινωνικής προστασίας Άρθρ.3.-1.Οικογένειαι η άτομα δύναται να τύχουν της υπό της παρούσης καθοριζομένης προστασίας κατά τα εν άρθρ. 7 του σχευτικού (α) οριζόμενα εφ΄ όσον: α)Επλήγησαν, εκ τινος τυχαίου και απροβλέπτου γεγονότος (θεομηνία, πυρκαϊά, ατύχημα, ασθένια), της εκ τούτου προκληθείσης καταστάσεως ανάγκης μη καλυπτομένης δια τινος φορέως κοινωνικής ασφαλείας. β)Περιήλθον, ως εκ του γεγονότος τούτου, εις αδυναμίαν αντιμετωπίσεως εξ ιδίων η των μελών της μετ΄ αυτών συμβιούσης οικογενείας, των αμέσων αυτών βιοτικών, αναγκών (στεγάσεως, τροφής, ιματισμού). γ)Υφίσταται εις τον Λογαριασμόν Πρώτων Κοινωνικών Βοηθειών της οικείας Νομαρχίας της κατοικίας του προς ενίσχυσιν η της οικογενείας, ανάλογος κατά τα ειδικώτερον συμφώνως τη παρ. 1 του άρθρ. 7 του σχετικού (α) περί κινήσεως του Λογαριασμού τούτου εκδιδομένης κοινής αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών και ημών οριζόμενα, πίστωσις προς κάλυψιν της συγκεκριμένης ανάγκης και κατά την κρίσιν του οικείου Νομάρχου δεν υφίσταται επιτακτικωτέρα της προς εξέτασιν συγκεκριμένης περιπτώσεως προς κάλυψιν εκ της πιστώσεως ανάγκης. (Αντί για τη σελ. 62,07) Σελ. 62,07(α) Τεύχος ΙΑ-10-2 Σελ. 131 Περίθαλψη απόρων και ανασφάλιστων 35.Β.αα.8 2.Κατ΄ εξαίρεσιν άτομα αδυνατούντα να εξοικονομήσουν δι΄ ιδίων δυνάμεων, η των μελών της μετ΄ αυτών συμβιούσης οικογενείας, τα προς το ζείν αναγκαία, περί ων το άρθρ. 2 της παρούσης, δύναται να τύχουν της κατά το άρθρ. 1 της παρούσης οικονομικής ενισχύσεως, καίτοι δεν συντρέχει περίπτωσις εκτάκτου γεγονότος. 3.Αποκλείονται η εξαιρούνται της δια της παρούσης δυναμένης να παρασχεθή οικονομικής ενισχύσεως περιπτώσεις ατόμων η οικογενειών ευρισκομένων η περιερχομένων εις κατάστασιν ανάγκης ως εκ της ελλείψεως μέσων συντηρήσεως και ικανοποιήσεως των βασικών αυτών, βιοτικών αναγκών, εάν η έλλειψις η αδυναμία αύτη οφείλεται εις φυγοπονίαν και ουχί εις ανικανότητα η αδυναμίαν προς εργασίαν. Διαδικασία Άρθρ.4.-1.Δια την παροχήν της υπό της παρούσης προβλεπομένης κοινωνικής προστασίας, η Υπηρεσία δύναται να επιλαμβάνεται της περιπτώσεως κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων η και αυτεπαγγέλτως. 2.Δια την εξακρίβωσιν της συνδρομής των υπό της παρούσης οριζομένων προϋποθέσεων απαιτείται οπωσδήποτε η διενέργεια υπό Κοινωνικού Λειτουργού, και ελλείψει τούτου υπό ετέρου οργάνου των Κοινωνικών Υπηρεσιών, κοινωνικής ερεύνης και σύνταξις, συμφώνως και προς τας δια της σχετικής (β) παρασχεθείσας οδηγίας, σχετικής εκθέσεως, εις ην θα εκτίθεται, βασικώς, η παρούσα οικονομική, οικογενειακή και στεγαστική κατάστασις, ως και η συγκεκριμένη ανάγκη της προς ενίσχυσιν οικογενείας, θα αναφέρωνται και τα στοιχεία του εκτάκτου γεγονότος όπερ περιήγαγε ταύτην εις την τοιαύτην κατάστασιν ανάγκης και θα προτείνεται η παροχή της συγκεκριμένης κοινωνικής προστασίας και ο τρόπος της επωφελεστέρας αξιοποιήσεως ταύτης δια την θεραπείαν της ανακυψάσης ανάγκης. Η διερεύνησις εκάστης περιπτώσεως δέον να είναι πλήρης και ενδελεχής, καθ΄ όσον η παρουσίασις ψευδών η ανακριβών και ελλιπών στοιχείων η και απόκριψις των πραγματικών τοιούτων θα συνιστά πειθαρχικόν αδίκημα αυστηρώς ελεγχόμενον. 3.Βάσει της ως άνω εκθέσεως και των παρά τη υπηρεσία τηρουμένων η συγκεντρουμένων λοιπών στοιχείων, συντρεχουσών των υπό της παρούσης καθοριζομένων προϋποθέσεων και τη εισηγήσει της οικείας Δ/νσεως η Τμήματος Κοιν. Υπηρεσιών, θα εκδίδεται απόφασις του Νομάρχου η του παρ΄ αυτού εξουσιοδοτημένου οργάνου, δι΄ ης θα αναγνωρίζωνται οι δικαιούχοι και θα ορίζεται το είδος της προς παροχήν κοινωνικής προστασίας. Σελ. 62,08(α) Τεύχος ΙΑ-10-2 Σελ. 132 4.Εν περιπτώσει θεομηνιών, πυρκαϊών και λοιπών εν γένει ζημιογόνων γεγονότων, εκτάσεως τοιαύτης μη δυναμένης να αντιμετωπισθή δια λήψεως κατά περίπτωσιν μέτρων, η διενέργεια κατά περίπτωσιν κοινωνικής ερεύνης δύναται να παραλείπεται, της παραλείψεως δικαιολογουμένης δια ρητής μνείας των λόγων, οίτινες επέβαλον ταύτην εις την εκδοθησομένην, κατά την προηγουμένην παράγραφον, απόφασιν και αναπληρουμένης δια γενικωτέρας εκθέσεως, εις ην θα περιγράφηται η δημιουργηθείσα κατάστασις και θα μνημονεύωνται αι συνέπειαι ταύτης χρήζουσαι κοινωνικής προστασίας οικογένειαι, ως και το είδος της παρασχετέας βοηθείας. Διάθεσις εις είδος δωρεών και εισφορών τρίτων Άρθρ.5.-1.Αι εις είδος δωρεαί και εισφοραί υπό φυσικών η νομικών προσώπων υπέρ του υπό της οικείας Νομαρχίας τηρουμένου λογαριασμού Πρώτων Κοινωνικών Βοηθειών, διατίθενται κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 4 της παρούσης υπέρ των δι΄ ων προσεφέρθησαν κατηγοριών ατόμων. 2.Αι εις είδος δωρεαί των οποίων η αυτουσία διάθεσις εις αναξιοπαθούντα άτομα, η οικογενείας, δεν τυγχάνει εφικτή, θα εκποιώνται μερίμνη και ευθύνη τριμελούς επιτροπής συγκροτουμένης δι΄ αποφάσεως του οικείου Νομάρχου και κατά τα εν τη αποφάσει, ταύτη και τας περί Δημοσίου Λογιστικού διατάξεις ειδικώτερον οριζόμενα και το καθαρόν προϊόν της εκποιήσεως ταύτης θα κατατίθεται εις τον εν λόγω Λογαριασμόν Πρώτων Κοινωνικών Βοηθειών και θα διατίθεται προς εξυπηρέτησιν του δι΄ ον προσεφέρθησαν ειδικού σκοπού. Άρθρ.6.-Η παρούσα δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Η ισχύς ταύτης άρχεται από της δημοσιεύσεώς της. 35.Β.αα.8 Περίθαλψη απόρων και ανασφάλιστων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.