📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 632 της 27/28 Απρ. 1948 Περί κυρώσεως του από 7 Δεκ. 1947 Ν.Δ/τος περί επιβολής προσαυξήσεως λόγω εκπροθέσμου, ελλιπούς δηλώσεως ή παραλείψεως υποβολής φορολογικής δηλώσεως. Βλέπε και διατάξεις άρθρ. 30 και επομ. Νόμ. 820/1978 (ΦΕΚ Α΄ 174), (ανωτ. σελ. 196,05). Έχοντες υπ’ όψιν το ψήφισμα ΜΓ΄ της 1 Μαρτ. 1948 της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων «περί εξουσιοδοτήσεως προς έκδοσιν Ψηφισμάτων και Ν.Δ/των κατά την διάρκειαν των διακοπών της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής» την κατά την συνεδρίασιν Κ΄ της 12 Απρ. 1948 ληφθείσαν απόφασιν της Επιτροπής Εξουσιοδοτήσεως της Βουλής προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον πρώτον.-Κυρούται, αφ’ ης ίσχυσε το από 7 Δεκ. 1947 Ν.Δ/μα «περί επιβολής προσαυξήσεως λόγω εκπροθέσμου, ελλιπούς δηλώσεως ή παραλείψεως υποβολής φορολογικής δηλώσεως», δημοσιευθέν δια του υπ’ αριθ. 271 της 9 Δεκ. 1947 φύλλου της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως έχον ούτω: Περί επιβολής προσαυξήσεως λόγω εκπροθέσμου, ελλιπούς δηλώσεως ή παραλείψεως υποβολής φορολογικής δηλώσεως. Έχοντες υπ’ όψιν: 1)το υπό στοιχ. ΛΣΤ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων «περί εξουσιοδοτήσεως προς έκδοσιν Δ/των Νομοθετικού χαρακτήρος και περιεχομένου» και 2)την από 1 Δεκ. 1947 πιστοποίησιν της Βουλής, δι’ ης βεβαιούται το μετά τας τροποποιήσεις του Υπουργού των Οικονομικών περιεχόμενον του κατατεθέντος σχεδίου νόμου «περί επιβολής προσαυξήσεως λόγω εκπροθέσμου, ελλιπούς δηλώσεως ή παραλείψεως υποβολής φορολογικής δηλώσεως», προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρ.1.-1.Επί των φορολογικών υποχρεώσεων του οικονομικού έτους 1948-49 και εφεξής εκ των φορολογιών α)καθαρών προσόδων, β)επιτηδεύματος, γ)κύκλου εργασιών, δ)ασφαλίστρων και ε)μεταβιβάσεως ακινήτων, αι προσαυξήσεις του φόρου λόγω εκπροθέσμου υποβολής της δηλώσεως ή λόγω ελλιπούς δηλώσεως ή λόγω παραλείψεως ταύτης ορίζονται ως κατωτέρω και επιβάλλονται εν πάση περιπτώσει άνευ ερεύνης της υπάρξεως δόλου ή αμελείας του υπόχρεου προς δήλωσιν ή παρερμηνείας των διατάξεων του νόμου. 2.Αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος εφαρμόζονται και επί των κατά το άρθρ. 32 του κώδικος «περί τελών χαρτοσήμου» βεβαιουμένων, επί τη βάσει του καταλογιστικού του φόρου εγγράφου, τελών χαρτοσήμου της συμβολαιογραφικής πράξεως και μεταγραφής, εξ οιασδήποτε φορολογίας αφορώσης ακίνητα και αν προκύπτη η βεβαίωσις αυτών. Τα τέλη ταύτα υπόκεινται εις την αυτήν προσαύξησιν, εις ην και ο φόρος. 3.Δι’ αποφάσεως του Προέδρου της Κυβερνήσεως και του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δύναται να επεκτείνηται η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Ν.Δ/τος και επί άλλων αμέσων ή εμμέσων φόρων. «4.Κατά την εφαρμογήν των εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων φορολογιών και εις οιονδήποτε στάδιον διαδικασίας βεβαιώσεως αυτών, ο Οικον. Έφορος δικαιούται να προσκαλέση τον εις αυτάς υπόχρεων όπως βεβαιώση ενόρκως το περιεχόμενον της φορολογικής δηλώσεώς του ή έτερων πληροφοριών και στοιχείων παρεχομένων υπό του υποχρέου σχετικών με την φορολογικήν του υποχρέωσιν. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, ορίζεται ο υπόχρεος προς ορκοδοσίαν επί νομικών προσώπων, ο τύπος και το περιεχόμενον του όρκου, η Αρχή, ενώπιον της οποίας δίδεται ο όρκος, και ο χρόνος ενάρξεως εφαρμογής των διατάξεων της παρούσης παραγράφου διακεκριμένως δι’ εκάστην φορολογίαν. Επί των αρνουμένων την ένορκον βεβαίωσιν και επί των ψευδορκούντων έχουσιν εφαρμογήν και αι διατάξεις του άρθρ. 4 του παρόντος». Η παρ. 4 προσετέθη δια του άρθρ. 12 παρ. 4 του Ν.Δ. 1211/1949. Άρθρ.2.-1.Δια προσκλήσεως του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένης εις δύο τουλάχιστον των εν Αθήναις εκδιδομένων ημερησίων εφημερίδων καλούνται οι εις φόρον υπόχρεοι και μη υποβαλόντες εμπροθέσμους δηλώσεις, όπως εντός δέκα πέντε ημερών από της λήξεως της νομίμου προθεσμίας υποβάλωσιν εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον την κατά νόμον φορολογικήν δήλωσιν. Εις τους υποχρέους οίτινες ήθελον εγχειρίσει την φορολογικήν δήλωσιν εντός της κατά το προηγούμενον εδάφιον προθεσμίας επιβάλλεται προσαύξησις ίση προς 2% επί του κυρίου φόρου. 2.Επί δηλώσεως εγχειριζομένης μετά την παρέλευσιν της κατά την προηγουμένην παρ. 1 προθεσμίας επιβάλλεται προσαύξησις ίση προς 5% επί του κυρίου φόρου δι’ έκαστον μήνα εκπροθέσμου υποβολής της δηλώσεως. Η προσαύξησις λόγω εκπροθέσμου υποβολής της δηλώσεως δεν δύναται εν πάση περιπτώσει να υπερβή το τέταρτον του κυρίου φόρου. 3.Επί ελλιπούς δηλώσεως επιβάλλεται προσαύξησις ίση προς το έν τρίτον του τμήματος του κυρίου φόρου το οποίον δεν εδηλώθη. Δεν επιβάλλεται προσαύξησις εφ’ όσον συντρέχουσιν αθροιστικώς αμφότεραι αι κάτωθι προϋποθέσεις α)η φορολογητέα ύλη μη προκύπτουσα εκ πραγματικών στοιχείων, δεν είναι αντικειμενικώς σαφώς καθωρισμένη αλλ’ εξαρτάται εκ της προσωπικής εκτιμήσεως ή άλλης κρίσεως του φορολογουμένου ή του Οικονομικού Εφόρου ή των Φορολογικών Δικαστηρίων και β)η διαφορά μεταξύ του βάσει της δηλώσεως καταβλητέου φόρου και του φόρου, όστις τελεσιδίκως προσδιορίζεται, δεν υπερβαίνει το έν τρίτον του τελευταίου τούτου ποσού. 4.Επί παραλείψεως εγχειρίσεως δηλώσεως επιβάλλεται προσαύξησις λόγω παραλείψεως της δηλώσεως ίση προς το ήμισυ του καταλογιζομένου κυρίου φόρου. (Ως παράλειψις δηλώσεως θεωρείται και η υποβολή αρνητικής δηλώσεως). Τα εντός ( ) διεγράφησαν δια της παρ. 1 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Ν.Δ. 632/1948. (Αντί για τη σελ. 357) Σελ. 357(α) Τεύχος Η61-Σελ. 135 Κυρώσεις Φορολογικών Παραβάσεων 27.Ι.γ.1 Δια τον καθορισμόν των κατά το Ν.Δ. 632/1948 προσαυξήσεων, της αρμοδιότητος των δευτεροβαθμίων Φορολ. Δικαστηρίων και του ανεκκλητού των Πρωτοβαθμίων Φορολ. Δικαστηρίων και Επιτροπών, λαμβάνεται υπ’ όψιν ο κύριος δημόσιος φόρος, ουχί δε η πολεμική εισφορά ή άλλοι πρόσθετοι φόροι. (Άρθρ. 6 παρ. 4 Α.Ν. 1520/1950, 27.Βα). 5.Προκειμένου περί α)του φόρου καθαρών προσόδων κατηγορίας Γ΄ κλάσεως α΄ και β΄, κατηγορίας ΣΤ΄ άρθρ. 26 παρ. 1 και Κατηγορίας Ζ΄ άρθρ. 27 παρ. 2, β)του φόρου επιτηδεύματος του άρθρ. 13 του Ν.Δ. 53/1946, γ)του φόρου κύκλου εργασιών επί των ακαθαρίστων εσόδων και δ)του φόρου ασφαλίστρων απάντων των κλάδων, τα κατά το παρόν άρθρον ποσοστά προσαυξήσεων λόγω εκπροθέσμου δηλώσεως, ελλιπούς δηλώσεως ή παραλείψεως δηλώσεως διπλασιάζονται. 6.Αι προσαυξήσεις του παρόντος άρθρου επιβάλλονται υπό του Οικον. Εφόρου κατά την υποβολήν της δηλώσεως προκειμένου περί της προσαυξήσεως λόγω εκπροθέσμου δηλώσεως ή κατά τον καταλογισμόν του δηλωθέντος φόρου, και δια του εγγράφου, δι’ ου γίνεται ο καταλογισμός, προκειμένου περί των προσαυξήσεων λόγω ελλιπούς δηλώσεως ή παραλείψεως της δηλώσεως. Τα Φορολογικά Δικαστήρια, τα αποφαινόμενα επί των αμφισβητήσεων κατά του καταλογισθέντος κυρίου φόρου αποφαίνονται συγχρόνως και επί των αμφισβητήσεων κατά των επιβληθεισών προσαυξήσεων του παρόντος άρθρου. «7.Τα Φορολογικά Δικαστήρια δύνανται τη αιτήσει το υποχρέου να απαλλάσσωσι τούτον της επιβληθείσης προσαυξήσεως λόγω εκπροθέσμου της δηλώσεως εφ’ όσον το εκπρόθεσμον οφείλεται εις αποδεδειγμένην ανωτέραν βίαν». Η παρ. 7 προσετέθη δια της παρ. 2 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Ν.Δ. 632/1948. Άρθρ.3.-Το άθροισμα του φόρου του Δημοσίου, των κατά το προηγούμενον άρθρον προσαυξήσεων και των συμβεβαιουμένων φόρων υπέρ τρίτων δεν δύναται να υπερβή τα 90/100 του ποσού της φορολογητέας ύλης. Οσάκις το άθροισμα υπερβαίνει το όριον τούτο ενεργείται σύμμετρος μείωσις των ποσών του κυρίου φόρου, των προσαυξήσεων και των φόρων υπέρ τρίτων. Σελ. 358(α) Τεύχος Η61-Σελ. 136 Άρθρ.4.-1.Πας υπόχρεως των εν άρθρ. 1 του παρόντος Ν.Δ/τος αναφερομένων φορολογιών, όστις εκ δόλου επέδωκεν ελλιπή δήλωσιν ή παρέλειψε την επίδοσιν δηλώσεων, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον ενός μηνός ή δια χρηματικής ποινής ουχί κατωτέρας των 1.000.000 ουδ’ ανωτέρας του διπλασίου του φόρου, την μη καταβολήν του οποίου επεδίωκε δια της ελλιπούς δηλώσεως ή της παραλείψεως της εγχειρίσεως τοιαύτης ή και δι’ αμφοτέρων των ποινών τούτων. «Εις ας περιπτώσεις το διπλάσιον του φόρου είναι ποσόν κατώτερον των δραχ. 1.000.000 ή χρηματική ποινή δεν δύναται να υπερβή το διπλάσιον του φόρου». Το άνω εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 3 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Ν.Δ. 632/1948. 2.Αι ως άνω ποιναί επιβάλλονται υπό του Πλημμελειοδικείου, εις την περιφέρειαν του οποίου υπάγεται η έδρα της αρμοδίας Οικον. Εφορίας, μετ’ έγκλησιν του αρμοδίου Οικον. Εφόρου υποβαλλομένην κατόπιν εγκρίσεως της κατά την επομένην παράγραφον επιτροπής. 3.Συνιστάται παρά τω Υπουργείω των Οικονομικών Επιτροπή, αρμοδιότητα έχουσα την παροχήν προς τον αρμόδιον Οικον. Έφορον της κατά την προηγουμένην παρ. 2 εγκρίσεως προς άσκησιν εγκλήσεως. Δια Δ/των, εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών, ορίζεται η συγκρότησις της Επιτροπής, η ενώπιον της διαδικασία, η αμοιβή της Επιτροπής και εν γένει όλαι αι λεπτομέρειαι της λειτουργίας της. «Δια Δ/των καθ’ όμοιον τρόπον εκδιδομένων συνιστώνται παρ’ εκάστη Γενική Διοικήσει Επιτροπαί και με αρμοδιότητα επί των υποθέσεων της περιφερείας αυτών». Η εντός « »περίοδος αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 4 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Ν.Δ. 632/1948. 4.Η κατά την προηγουμένην παρ. 3 Επιτροπή λαμβάνουσα υπ’ όψιν τα υπό του υποχρέου και του Οικον. Εφόρου προσκομισθέντα στοιχεία αποφαίνεται εάν υπάρχη ή μη δόλος εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν παρέχουσα ή ου εις τον αιτήσαντα Οικον. Έφορον την έγκρισιν αυτής προς άσκησιν της εγκλήσεως. 27.Ι.γ.1 Κυρώσεις Φορολογικών Παραβάσεων Άρθρ.5.-1.Δια τας υποθέσεις, εφ’ ων εφαρμόζεται το παρόν Ν.Δ/μα καταργούνται αι διατάξεις των εν παρ. 1 του άρθρ. 1 αναφερομένων φορολογιών, αι σχετικαί με την επιβολήν προσαυξήσεων λόγω εκπροθέσμου, ανακριβείας ή παραλλείψεως δήλώσεως. «Δι’ αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου δύναται να ορίζηται η εφαρμογή του παρόντος Ν.Δ/τος δια τινας περιφερείας λόγω τοπικών ανωμαλιών από του οικονομικού έτους 1949-50». Το εντός « » εδάφιον προσετέθη δια της παρ. 5 του άρθρου δευτέρου του κυρωτικού Ν.Δ. 632/1948. 2.Το παρόν Ν.Δ/μα υποβληθήσεται προς κύρωσιν εις την Βουλήν εντός πενθημέρου από της δημοσιεύσεώς του. Άρθρον δεύτερον.-1-5.(Τροποποιούνται τα άρθρ.2, 4 και 5 του κυρουμένου Ν.Δ/τος). 6.Η ισχύς του παρόντος Ν.Δ/τος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.