📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ 5227 της 26 Ιουλ./26 Αυγ. 1931 Περί μεσαζόντων Διετηρήθη εν ισχύϊ δια του άρθρ. 40 Α.Ν. 2783/1941 Εισαγωγικού Αστικού Κώδικος (τόμ. 7 σελ. 197). Άρθρ.1.-1.Είναι άκυρος άτε αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη και ουδέν συνεπάγεται αποτέλεσμα: α)Πάσα συμφωνία καθ’ ην το έτερον των μερών αντί ωρισμένης αμοιβής ή επί ποσοστοίς ή επί οιωδήποτε εν γένει ανταλλάγματι αναδέχεται όπως, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, επιτύχη ή συντελέση εις την σύναψιν μετά του Δημοσίου ή δήμου ή κοινότητος ή κρατικής επιχειρήσεως ή μονών ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου συμβάσεως, εχούσης οιονδήποτε αντικείμενον ή περιεχόμενον, ή και ασχέτως προς πάσαν σύμβασιν προκαλέση οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν των προσώπων τούτων ή των υπαλλήλων ή των οργάνων εν γένει αυτών. Το αυτό ισχύει εάν η αναδοχή γίνεται επί εκχωρήσει του όλου ή μέρους της συναφθησομένης συμβάσεως. β)Πάσα συμφωνία καθ’ ην το έτερον των μερών είναι υπάλληλος ή αντιπρόσωπος ή όργανον του Δημοσίου ή των ανωτέρω νομικών προσώπων ή μέλος συμβουλίων των δημοσίων υπηρεσιών ή των ανωτέρω νομικών προσώπων ή φέρει αιρετόν αξίωμα, ήτις συμφωνία αφορά εις παροχήν ωρισμένης αμοιβής ή ποσοστών της συμβάσεως ή άλλου ανταλλάγματος, είτε προς διάθεσιν της ψήφου αυτών, είτε προς άσκησιν της εκ του νόμου δικαιοδοσίας των υπέρ της συνάψεως συμβάσεως εκ των εν τω εδαφ. α΄ ή υπέρ ωρισμένων όρων αυτής, είτε προς άσκησιν της εκ της ιδιότητος ή των σχέσεων αυτών προς την Κυβέρνησιν ή την διοίκησιν επιρροής των προς επιτυχίαν των ειρημένων σκοπών, είτε και δι’ οιανδήποτε παρασχεθείσαν ή παρασχετέαν υπ’ αυτών υπηρεσίαν σχετικήν προς την σύμβασιν ή την πράξιν ή παράλειψιν. Επίσης είναι άκυρος πάσα συμφωνία, δι’ ης ανάδοχος της συμβάσεως εκ των εν εδάφ. α΄ προ της καταρτίσεως αυτής αναθέτει ή αναλαμβάνει την υποχρέωσιν ν’ αναθέση εις τρίτον υπεργολάβον την εκτέλεσιν του όλου ή μέρους των έργων. γ)Πάσα συμφωνία καθ’ ην το έτερον των μερών υπόσχεται ωρισμένην αμοιβήν ή ποσοστά της τοιαύτης συμβάσεως ή οιαδήποτε ανταλλάγματα, ως και πάσα τοιαύτη παροχή προς τον σκοπόν απομακρύνσεως συναγωνιστών ή εν γένει προσώπων δυναμένων να κάμωσι προσφοράς ή να ματαιώσωσιν ή δυσχεράνωσι την σύναψιν της συμβάσεως. 2.Είναι επίσης άκυρος πάσα εκ των υστέρων καταβολή, παροχή ή υπόσχεσις παροχής δια τας εν τη προηγουμένη παραγράφω (α΄-γ΄) αιτίας. Άρθρ.6.-1.Η κατά τα άρθρ. 1-3 ακυρότης και αι εκ ταύτης δια τον εφεξής χρόνον συνέπειαι της παρ. 1 του άρθρ. 4 απαγγέλλονται δι’ αποφάσεως ειδικώς ητιολογημένης του αρμοδίου υπουργού. 2.Κατά της αποφάσεως επιτρέπεται ανακοπή εις τα τακτικά δικαστήρια μη αναστέλλουσα την προσωρινήν εκτέλεσιν της υπουργικής αποφάσεως εντός προθεσμίας ενός μηνός. 3.Γεννηθείσης αμφισβητήσεως περί της ακυρότητος ενώπιον οιασδήποτε δικαστικής αρχής, είτε εν κυρία δίκη είτε παρεμπιπτόντως μεταξύ τρίτου και του αναδόχου, ο τελευταίος ούτος υποχρεούται επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως να προσεπικαλέση το Δημόσιον ή το οικείον νομικόν πρόσωπον. Άρθρ.7.-1.Η προς αναζήτησιν των καταβληθέντων κατά το άρθρ. 4 αξίωσις, ως και η προς ακύρωσιν της κυρίας συμβάσεως κατά το άρθρ. 5 τοιαύτη, ασκείται δια της τακτικής αγωγής ενώπιον του αρμοδίου πρωτοδικείου. 2.Η υπόθεσις συζητείται ως νόμω προτετιμημένη την πρώτην δικάσιμον μεθ’ ημέρας 10 από της κοινοποιήσεως. Το δικαστήριον, αιτήσει του Δημοσίου ή του οικείου νομικού προσώπου, δύναται και κατά την πρώτην ακόμη συζήτησιν, κρίνον εκ των ενόντων, να λάβη παν συντηρητικόν μέτρον, και ιδία ν’ αναστείλη την περαιτέρω εκτέλεσιν της συμβάσεως, ης εζητήθη η ακύρωσις. Η περί τούτου απόφασις εκδίδεται εντός τριάκοντα ημερών το βραδύτερον από της συζητήσεως. Άρθρ.8.-Προκειμένου περί συμβάσεων δημοσίων έργων ή έργων κοινής ωφελείας εκτελουμένων επί τη βάσει τιμής μονάδος μεταβαλλομένης εκάστοτε, είναι άκυρος πάσα δέσμευσις του αναδόχου έναντι υπεργολάβων ως προς την εκπροσώπησιν αυτού εις τας οικείας επιτροπάς καθορισμού τιμών. Σελ. 260 25.Δ.β.1 Μεσάζοντες Άρθρ.9.-1.Πας ανάδοχος συμβάσεως μετά του Δημοσίου ή μετά τινος των εν άρθρ. 1 νομικών προσώπων, καλούμενος υπό του αρμοδίου υπουργού, υποχρεούται εντός δέκα πέντε ημερών να ανακοινώση αν και ποίας και μετά τίνων τρίτων έχει καταρτίσει συμβάσεις εκ των εν άρθρ. 1 και υπό τίνας όρους. 2.Ανάδοχος παραλείπων την εμπρόθεσμον ανακοίνωσιν ή ανακοινών ανακριβή περιστατικά τιμωρείται υπό του πλημμελειοδικείου με χρηματικήν ποινήν (μέχρι 200.000 δραχμών) ή με φυλάκισιν μέχρις έξ μηνών ή με αμφοτέρας τας ποινάς. Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ. άρθρ. 2 Ν. 110/1945 και άρθρ. 57 Ποιν. Κώδικος (τόμ. 8 σελ. 6 και 28). Άρθρ.10.-1.Αι διατάξεις πάντων των ανωτέρω άρθρων έχουσιν εφαρμογήν και επί κατηρτισμένων ήδη και μήπω εκτελεσθεισών συμβάσεων και συμφωνιών της κατά το άρθρ. 4 παρ. 2 αξιώσεως περί επιστροφής των άχρι της ισχύος του παρόντος καταβληθέντων στρεφομένης μόνον κατά του λαβόντος και υποκειμένης εις πενταετή παραγραφήν. Η διάταξις αύτη δεν έχει εφαρμογήν προς επιδίωξιν ακυρώσεως της συμβάσεως οδοποιΐας μετά της εταιρείας Π. Μακρή και Σία δυνάμει του ανωτέρω άρθρ. 5. 2.Αι διατάξεις του ισχύοντος δικαίου περί ανηθίκων ή παρανόμων ή αισχροκερδών συμβάσεων και περί ευθύνης εις αποζημίωσιν παραμένουσιν άθικτοι. Άρθρ.11.-Με φυλάκισιν τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματικήν ποινήν (10.000 μέχρις 1.000.000 δραχμών) τιμωρείται όστις παριστών ψευδώς ή αληθώς ότι ως εκ των σχέσεων αυτού ή εκ της ιδιότητός του ή εν γένει της επιρροής και του κύρους αυτού δύναται να επιτύχη υπέρ άλλου ή και υπέρ εαυτού, αλλά δια λογαριασμόν άλλου, την σύναψιν οιασδήποτε συμβάσεως μετά του Δημοσίου ή των λοιπών εν άρθρ. 1 του παρόντος αναφερομένων προσώπων ή και ασχέτως προς πάσαν σύμβασιν προκαλέση οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν των προσώπων τούτων, των υπαλλήλων, αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, λαμβάνει αμοιβήν ή άλλο αντάλλαγμα ή αποσπά υπόσχεσιν τοιαύτης αμοιβής ή ανταλλάγματος υπέρ εαυτού ή τρίτου. Άρθρ.12.-1.Με φυλάκισιν τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματικήν ποινήν (5.000 μέχρις 100.000 δραχμών) τιμωρείται πας υπάλληλος του Δημοσίου ή των δήμων ή των κοινοτήτων ή πας αντιπρόσωπος ή όργανον ή μέλος συμβουλίων των εν άρθρ. 1 του παρόντος προσώπων, εάν δεχθώσιν αμέσως ή εμμέσως παροχάς ή υποσχέσεις δώρων ή ετέρων ωφελημάτων ή εάν απαιτώσι τοιαύτα ως αντάλλαγμα προς επιτυχίαν των εν τω προηγουμένω Άρθρ.2.-1.Εις τας ακυρότητας και απαγορεύσεις του εδαφ. α΄ της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου δεν υπόκεινται: α)Συνήθεις προμήθειαι παρεχόμεναι δια την οπωσδήποτε μεσολάβησιν προς σύναψιν αποκλειστικώς δανείων υπό του Κράτους ή εν τω άρθρω αποτελεσμάτων ή όπως διαθέσωσι την ψήφον αυτών καθ’ ωρισμένον τρόπον ή απόσχωσιν επίτηδες της ψηφοφορίας ή όπως ασκήσωσι την επιρροήν και το κύρος αυτών ή παράσχωσιν οπωσδήποτε την συνδρομήν των. Η αυτή ποινή επιβάλλεται εις τα μέλη των Νομοθετικών Σωμάτων ή δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων, εάν δεχθώσι δώρα ή άλλα περιουσιακά ωφελήματα εν σχέσει προς την άσκησιν των καθηκόντων αυτών ή όπως ασκήσωσι την επιρροήν ή το κύρος αυτών ή όπως παράσχουν οπωσδήποτε την συνδρομήν των δια την επιτυχίαν των εν τω προηγουμένω άρθρω αποτελεσμάτων. Με τας αυτάς ποινάς τιμωρείται και ο επί τινι των άνω σκοπών παρέχων ή υποσχόμενος εις τα ανωτέρω πρόσωπα δώρα ή άλλα ωφελήματα, ως και ο προσφέρων ταύτα, και αν δεν εγένοντο δεκτά. Με τας αυτάς επίσης ποινάς τιμωρείται ο δημόσιος υπάλληλος και ο προσλαμβάνων αυτόν δι’ οιανδήποτε υπηρεσίαν και επί οιαδήποτε αντιμισθία εφ’ όσον ο υπάλληλος ούτος μετέχει εις συμβούλια, άτινα γνωμοδοτούσιν επί ζητημάτων εχόντων σχέσιν με τας εργασίας ή επιχειρήσεις του προσλαμβάνοντος. 3.Διατηρούνται εν ισχύϊ οι βαρύτεροι ορισμοί του Ποινικού Νόμου. Άρθρ.13.-1.Το δικαστήριον δύναται, πλην των εν τοις ανωτέρω άρθροις οριζομένων ποινών, να επιβάλη εις τον καταδικασθέντα και την στέρησιν παντός δημοσίου ή αιρετού αξιώματος, ως προς δε τους δημοσίους ή ιδιωτικούς υπαλλήλους έχει εφαρμογήν και το άρθρ. 24 του Ποινικού Νόμου. Άρθρ.14.-(Κατηργήθη δια του άρθρ. 248 παρ. 11 εδαφ. 15 του Κωδ. Δικηγόρων Νόμ. 3026/1954, τόμ. 6Α σελ. 386, 03). Διατάξεις αφορώσας την διαμεσολάβησιν αναρμοδίων προσώπων μεταξύ πολιτών και υπηρεσιών του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. βλ. εν Α.Ν. 13/1967 και απόφ. Προέδρου της Κυβερνήσεως 60/1967 εν τόμ. 1 σελ. 39 και 40. (Αντί της σελ. 261) Σελ. 261(α) Τεύχος 507-Σελ. 83 Μεσάζοντες 25.Δ.β.1 25.Δ.β.1 Μεσάζοντες άρθρ. 1 νομικών προσώπων, εφ’ όσον ταύτα συνάπτουν εξωτερικά δάνεια, β)Αμοιβαί προς αντιπροσώπους ή εντολοδόχους. γ)Αμοιβαί τεχνικών και επιστημονικών υπηρεσιών. δ)Αμοιβαί προς μεσίτας κατά κύριον επάγγελμα, πλην αν δια την σύναψιν της συμβάσεως ή προμηθείας προηγήθη δημόσιος συναγωνισμός. 2.Επί των περιπτ. β΄, γ΄ και δ΄ της προηγουμένης παραγράφου, εφ’ όσον αι συμφωνηθείσαι κατά το άρθρ. 1 αντιπαροχαί υπερβαίνουσι το σύνηθες μέτρον ή είναι δυσαναλόγως υπερβολικαί εν σχέσει προς τας παρασχεθείσας ή παρασχετέας υπηρεσίας, είναι άκυροι κατά το υπερβάλλον. Άρθρ.3.-Η εν άρθρ. 1 ακυρότης υφίσταται αμείωτος και αν προς συγκάλυψιν των εν αυτώ συμφωνιών έλαβε χώραν εικονικότης οιαδήποτε, συνετάχθη έγγραφον περιέχον αναληθή περιστατικά, ή επί τη βάσει τοιούτων συμφωνιών προεκλήθη απόφασις ή επηκολούθησεν ομολογία, αναγνώρισις ή συμβιβασμός. Προς απόδειξιν των περιστατικών τούτων επιτρέπεται πάντοτε και το μέσον των μαρτύρων. Άρθρ.4.-1.Εφ’ όσον αι υποχρεώσεις ή υποσχέσεις παροχών του αναδόχου έναντι τρίτων είναι άκυροι, επί τοσούτον μειούνται αι εν τη μετά του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου συμβάσει αμοιβαί ή ποσοστά του αναδόχου, ή ελλείψει τοιούτων το αντάλλαγμα εν γένει της συμβάσεως. Σελ. 259 Μεσάζοντες 25.Δ.β.1 2.Παν ποσόν καταβληθέν δυνάμει των κατά το άρθρ. 1 ακύρων συμφωνιών αναζητείται και περιέρχεται εις το δημόσιον ταμείον ή το οικείον νομικόν πρόσωπον. Άρθρ.5.-Οσάκις εγένετο συμφωνία τις εκ των εν άρθρ. 1, εάν η συνομολογηθείσα μετά του Δημοσίου ή των εν τω αυτώ άρθρω νομικών προσώπων σύμβασις οφείλεται κυρίως ή υπήρξεν αποτέλεσμα της ψήφου ή ενεργείας των εν τω εδαφ. β΄ του άρθρ. 1 προσώπων ή της ασκηθείσης παρά των εν εδαφ. α΄ προσώπων επιρροής ή της απομακρύνσεως των εν εδαφ. γ΄ προσώπων το δικαστήριον τη αιτήσει του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δύναται να κηρύξη εν όλω ή εν μέρει άκυρον την σύμβασιν.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.