📄 Κείμενο νόμου
124. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 5 της 17 Δεκ. 1985/17 Ιαν. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 2) Προσδιορισμός αξίας ακινήτων για την επιβολή εισφοράς σε χρήμα και τρόπος καταβολής της. Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρ. 9 του Νόμ. 1337/1983 (ΦΕΚ 35/Α΄/14.3.1983) «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις» σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αρθρ. 10 του Νόμ. 1221/1981 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Νόμ. 960/1979 «περί επιβολής υποχρεώσεων προς δημιουργίαν χώρων σταθμεύσεως κ.λπ.» και άλλων τινών διατάξεων» (ΦΕΚ 292/Α΄/6.10.1981) και της παρ. 6 του άρθρ. 21 του Νόμ. 947/1979 «περί οικιστικών περιοχών» (ΦΕΚ 169/Α΄). 2.Την υπ’ αριθ. 772/1985 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, αποφασίζουμε: Άρθρ.1.-1.Μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρ. 12 του Νόμ. 1337/1983, επιτροπή προβαίνει στον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην πράξη εφαρμογής. Η επιτροπή συγκροτείται σε κάθε τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών και για τους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης σε κάθε Διεύθυνση Πολεοδομίας, με απόφαση του οικείου Νομάρχη και αποτελείται από: τον Προϊστάμενο του τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών ή τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας, ως πρόεδρο με αναπληρωτή το νόμιμο αναπληρωτή του, από δύο υπαλλήλους των ιδίων υπηρεσιών με τους αναπληρωτές τους και από έναν εκπρόσωπο της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων με τον αναπληρωτή του. Ο εκπρόσωπος της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων ορίζεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από τότε που το σχετικό έγγραφο του Νομάρχη περιέχεται στην Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων. Εάν μετά την πάροδο της προθεσμίας δεν έχει ορισθεί εκπρόσωπος, η επιτροπή νόμιμα συγκροτείται με τα λοιπά μέλη. Γραμματέας της επιτροπής ορίζεται με πράξη του προέδρου της υπάλληλος των ως άνω πολεοδομικών υπηρεσιών. Η επιτροπή έχει απαρτία όταν παρευρίσκονται τρία μέλη της και αποφασίζει κατά πλειοφηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. 2.Η κατά την προηγούμενη παράγραφο επιτροπή επιλαμβάνεται του έργου της οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου. Η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία υποχρεούται, μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής, να διαβιβάσει στην επιτροπή τον πίνακα Εφαρμογής και τα σχετικά σχέδια που προσδιορίζουν τη θέση και το μέγεθος των ακινήτων τα οποία υπόκεινται σε εισφορά. Αν τα ακίνητα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσοτέρων Τμημάτων Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών ή Διευθύνσεων Πολεοδομίας αρμόδιο είναι εκείνο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος του ακινήτου. 3.Η επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρό της και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων που υποβλήθηκαν σ’ αυτήν καταρτίζει, μέσα σε τριάντα ημέρες από τότε που ελήφθησαν τα ως άνω στοιχεία της πράξης εφαρμογής, έκθεση στην οποία περιγράφεται η κατάσταση των ακινήτων και των συστατικών τους, καθώς και οι τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτών και εκτιμάται αιτιολογημένα η αξία τους η οποία αναγράφεται στις αντίστοιχες στήλες του πίνακα εφαρμογής. Εάν προκύψει διαφωνία για την αξία του ακινήτου, καταχωρούνται στην έκθεση όλες οι γνώμες που διατυπώθηκαν. Ως χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου λαμβάνεται ο χρόνος κύρωσης της πράξης εφαρμογής. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά στοιχεία των οικείων οικονομικών εφοριών τα οποία εκτιμούνται ελευθέρως από την επιτροπή ως κάθε άλλο στοιχείο το οποίο κρίνεται αναγκαίο. Οι οικείες οικονομικές εφορίες υποχρεούνται να παράσχουν στην επιτροπή κάθε σχετικό στοιχείο και να τη διευκολύνουν στο έργο της όταν τους ζητείται. 4.Στα μέλη της επιτροπής και το γραμματέα αυτής καταβάλλεται αμοιβή κατά τις κείμενες διατάξεις, η οποία βαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Άρθρ.2.-1.Μετά την επιστροφή των στοιχείων προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, αυτή εκδίδει πράξεις επιβολής της εισφοράς σε χρήμα, για κάθε κύριο ακινήτου που εμπίπτει στην περιοχή ένταξης ή επέκτασης, όπως φαίνεται στον πίνακα της πράξης εφαρμογής. 2.Η πράξη επιβολής περιλαμβάνει αναλυτικά εκτός από τα στοιχεία του υπόχρεου ιδιοκτήτη και όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον υπολογισμό της εισφοράς σε χρήμα σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 (εδάφιο πρώτο) του άρθρ. 9 του Νόμ. 1337/1983. 3.Αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής και των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρ. 8 του Νόμ. 1337/1983, οι σχετικές υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη περιλαμβάνονται στην ίδια πράξη ή εκδίδεται, εκτός της ανωτέρω, και δεύτερη αυτοτελής πράξη με εφαρμογή, κατά τα λοιπά των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου. 4.Στις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρ. 9 του Νόμ. 1337/1983 στην πράξη επιβολής της εισφοράς σε χρήμα αναφέρεται το υπόλοιπο της εισφοράς σε χρήμα που δε μετατρέπεται σε γη. 5.Κάθε πράξη συνοδεύεται από απόσπασμα έκθεσης εκτίμησης ή και από οποιαδήποτε άλ(Μετά τη σελ.294,48038) Σελ. 294,48039 Τεύχος Η113-Σελ. 71 Σχέδια Πόλεων 23.Δ.α.124 λα στοιχεία βάσει των οποίων προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου και επιδίδεται στον υπόχρεο κατά τις διατάξεις των άρθρ. 56 και επόμενα του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. 6.Αν ο κύριος του ακινήτου είναι άγνωστος η σχετική πράξη επιβολής εισφοράς και τα στοιχεία που τη συνοδεύουν κοινοποιούνται στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα, για τη διενέργεια περαιτέρω έρευνας εξακρίβωσης τούτου. Όταν εξακριβωθεί ο κύριος του ακινήτου εκδίδεται νέα πράξη επιβολής εισφοράς. Άρθρ.3.-1.Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 59/1980, βεβαιώνεται στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο αμέσως ποσοστό 20% της εισφοράς που ορίζεται σε 2 ισόποσες μηνιαίες δόσεις που δεν μπορεί να είναι μικρότερες από 20.000 δρχ. 2.Αν η προθεσμία για άσκηση της προσφυγής παρέλθει άπρακτη το ποσό της εισφοράς γίνεται οριστικά και βεβαιώνεται ολόκληρο στο κατά την προηγούμενη παράγραφο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο. 3.Με βάση την τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση βεβαιώνεται στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο, το ποσό της εισφοράς στο οποίο συμψηφίζεται το ποσοστό 20% και το τυχόν επί πλέον ποσό αυτού εκπίπτει ή επιστρέφεται κατά περίπτωση. Άρθρ.4.-1.Οι εισφορές σε χρήμα ή το μετά την προείσπραξη του 20% μέρος τους καταβάλλονται: α)Μέχρι του ποσού των 100.000 δρχ. σε 12 ισόποσες άτοκες μηνιαίες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέσα στον επόμενο από τη βεβαίωση μήνα. Κάθε δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 5.000 δρχ. β)Από ποσό 100.001 μέχρι το ποσό 300.000 δρχ. σε 12 ισόποσες άτοκες τριμηνιαίες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέσα στον επόμενο μήνα από τη βεβαίωση στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο. Η καταβολή τους αρχίζει στη διάρκεια του τριμήνου που βεβαιώθηκε. Κάθε δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 10.000 δρχ. γ)Από ποσό 300.001 δρχ. σε 12 ισόποσες άτοκες εξαμηνιαίες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι 30 Ιουνίου, η δεύτερη μέχρι 31 Δεκεμβρίου, κλπ. Αν ο οφειλέτης καταβάλει ολόκληρο το ποσό της εισφοράς μέσα στην προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης ανάλογα με την περίπτωση εκπίπτεται από το Δημόσιο Ταμείο ποσοστό 20%. 2.Αν το σύνολο της εισφοράς που βεβαιώθηκε υπερβαίνει το ποσό των 500.000 δρχ. όχι όμως και το ποσό του 1.000.000 δρχ. για την καταβολή σε δόσεις χρειάζεται προσωπική εγγύηση, αξιόχρεου κατά την κρίση του αρμόδιου Δημόσιου Ταμείου προσώπου και αν υπερβαίνει το ποσό του 1.000.000 δρχ. απαιτείται εμπράγματη ασφάλεια ή εγγυητική Σελ. 294,48040 Τεύχος Η113-Σελ. 72 επιστολή Τράπεζας. Η εμπράγματη ασφάλεια συνίσταται σε παροχή υποθήκης επί του ακινήτου του υπόχρεου το οποίο υπόκειται σε εισφορά ή άλλου ακινήτου του ίδιου ή τρίτου προσώπου. Η αγοραία αξία των ακινήτων στα οποία εγγράφεται υποθήκη, πρέπει να είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό 25% τουλάχιστο από το σύνολο των πληρωτέων δόσεων. 3.Αν η ασφάλεια δεν παρασχεθεί μέσα σ’ ένα τρίμηνο από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της πρώτης εξαμηνιαίας δόσης, το σύνολο του ποσού που βεβαιώθηκε καταβάλλεται εφάπαξ από τον υπόχρεο, ειδοποιείται δε για το λόγο αυτό με συστημένη επιστολή από το διευθυντή του δημόσιου ταμείου. Στην περίπτωση αυτή ο υπόχρεος μπορεί να καταβάλλει την εισφορά σε εξαμηνιαίες δόσεις, με αίτησή του προς το Ταμείο, που υποβάλλεται μέσα σε 45 ημέρες από την ειδοποίησή του, με την προϋπόθεση όμως της πληρωμής του μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ληξιπρόθεσμου ποσού με τις νόμιμες προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και την παροχή της ασφάλειας. Στην περίπτωση που παρέλθει άπρακτη και η προθεσμία αυτή χάνεται αμετάκλητα το δικαίωμα καταβολής της εισφοράς σε δόσεις και καθίσταται εφάπαξ απαιτητή και ληξιπρόθεσμη σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 5 του ΚΕΔΕ. Άρθρ.5.-1.Σε περίπτωση εφαρμογής της παρ. 6 του άρθρ. 9 του Νόμ. 1337/1983 το τμήμα της επιφάνειας γης της ιδιοκτησίας του προσφέρεται αντί για εισφορά σε χρήμα, υπολογίζεται ίσο με τα τετραγωνικά μέτρα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ποσοστών επί της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρ. 10 του Νόμ. 1221/1981 βάσει των οποίων επιβάλλεται η εισφορά σε χρήμα. Το τμήμα γης που αντιστοιχεί στην εισφορά σε χρήμα δύναται να περιλαμβάνεται χωριστά στον πίνακα της πράξης εφαρμογής ή να συμψηφίζεται με τις λοιπές υποχρεώσεις. 2.Αν μετά από σχετικό προσδιορισμό της αξίας προκύψει λόγω διαφορετικής τιμής μονάδας των διαφόρων οικοπέδων του βαρυνομένου ιδιοκτήτη, διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης εισφοράς σε χρήμα και της αξίας της γης με την οποία ανταλλάχτηκε τότε η επιπλέον διαφορά οφείλεται σε χρήμα από τον υπόχρεο ιδιοκτήτη ενώ η επί έλαττον επιστρέφεται σ’ αυτόν με τετραπλότυπο ατομικό φύλλο έκπτωσης που συντάσσεται από την αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 78 του Π.Δ. 757/69. Άρθρ.6.-Η ισχύς του παρόντος δ/τος, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 23.Δ.α.124 Σχέδια Πόλεων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.