📄 Κείμενο νόμου
18. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ.265 της 14/17 Φεβρ. 1976 (ΦΕΚ Α'36) Περί της ευθύνης του Προέδρου της Δημοκρατίας. Άρθρ.1.-1.Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ευθύνεται δια πράξεις ή παραλείψεις αυτού μη σχετιζομένας προς την άσκησιν των καθηκόντων του κατά τας διατάξεις του Ποινικού Κώδικος ή άλλων ειδικών ποινικών νόμων. 2.Η ποινική διώξις επί των εν τη προηγουμένη παραγράφω περιπτώσεων αναστέλλεται υποχρεωτικώς μέχρι της καθ' οιονδήποτε τρόπον λήξεως της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας. Άρθρ.9.-1.Η κατά το προηγούμενον άρθρον Επιτροπή οφείλει να περατώση το προανακριτικόν αύτης έργον εντός της υπό της Βουλής ταχθείσης προθεσμίας και να υποβάλη εις αυτήν τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία, μετά ητιολογημένης εκθέσεως, περιεχούσης και πρότασιν επί της κατηγορίας. Υπό των διαφωνούντων μελών της Επιτροπής υποβάλλεται αυτοτελής έκθεσις. 2.Αι εκθέσεις της Επιτροπής, ως και τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία και λοιπά εν γένει έγγραφα, κατατίθενται εις το Προεδρείον της Βουλής. 3.Αι εκθέσεις της Επιτροπής διανέμονται εις τους Βουλευτάς εντός δέκα ημερών από της καταθέσεώς των εις το Προεδρείον. 4.Οι Βουλευταί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δύνανται να λάβουν γνώσιν των εις την αρμοδίαν Υπηρεσίαν της Βουλής κατατεθειμένων αποδεικτικών στοιχείων και λοιπών εν γένει εγγράφων. 5.Εάν η Επιτροπή δεν υποβάλη την έκθεσιν αυτής εντός της προς τούτο ταχθείσης προθεσμίας, η Βουλή διορίζει άλλην Επιτροπήν ή προχωρεί άνευ εκθέσεως εις την συζήτησιν επί της προτάσεως της κατηγορίας. 6.Αι εργασίαι της Επιτροπής δεν αναστέλλονται λόγω λήξεως της συνόδου της Βουλής, παύουν δε λόγω λήξεως της περιόδου της διορισάσης αυτήν Βουλής. Άρθρ.10.-1.Η συζήτησις επί της προτάσεως της Επιτροπής διεξάγεται μετά πέντε τουλάχιστον ημέρας από της διανομής εις τους Βουλευτάς της εκθέσεως αυτής, το βραδύτερον δε εντός είκοσιν ημερών από ταύτης. 2.Κατά την συζήτησιν δύναται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να παραστή και παράσχη διευκρινίσεις. 3.Η απόφασις της Ολομελείας της Βουλής περί κατηγορίας και παραπομπής εις δίκην του Προέδρου της Δημοκρατίας λαμβάνεται δια της υπό της παρ.2 του άρθρ.49 του Συντάγματος οριζομένης πλειοψηφίας. Η απόφασις περιλαμβάνει και την οριστικήν διατύπωσιν της κατηγορίας, κατά τους όρους του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας. Άρθρ.11.-1.Εάν η Βουλή διαλυθή προ της καταθέσεως της επί της προανακρίσεως εκθέσεως της Επιτροπής, η νέα Βουλή εκλέγει εντός δύο μηνών από της ενάρξεως της πρώτης συνόδου αυτής, νέαν Επιτροπήν, ορίζουσα συγχρόνως νέαν προθεσμίαν διεξαγωγής της προανακρίσεως, κατά το άρθρ.8 παρ.2. 2.Εάν η Βουλή διαλυθή μετά την κατάθεσιν της Εκθέσεως της Επιτροπής, η συζήτησις επί της προτάσεως διεξάγεται επί τη βάσει της εκθέσεως της Επιτροπής, εντός είκοσιν ημερών από της ενάρξεως της πρώτης συνόδου αυτής και μετά πέντε τουλάχιστον ημέρας από της διανομής της εις τους βουλευτάς. Άρθρ.12.-1.Εάν η Βουλή απορρίψη την περί κατηγορίας πρότασιν, ουδέποτε δύναται να επαναληφθή αύτη. 2.Εάν η Βουλή δεχθή την περί κατηγορίας και παραπομπής του Προέδρου της Δημοκρατίας πρότασιν, εκλέγει δια μυστικής ψηφοφορίας μέχρι πέντε βουλευτάς, μετ' ισαρίθμων αναπληρωτών, προς υποστήριξιν της κατηγορίας ενώπιον του κατά το άρθρ.86 του Συντάγματος δικαστηρίου. Οι αναπληρωταί καλούνται και εις προσωρινήν αναπλήρωσιν των οπωσδήποτε κωλυομένων τακτικών. Οι εκλεγέντες κατήγοροι ενεργούν εγκύρως κατά πλειοψηφίαν, έχουν δε τας κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αρμοδιότητας του εισαγγελέως πλημμελειοδικών. Άρθρ.13.-1.Αποφασισθείσης υπό της Βουλής της εισαγωγής εις δίκην του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο Πρόεδρος της Βουλής προβαίνει εις την κατά το άρθρ.86 του Συντάγματος και τας διατάξεις των παρ.2 και 3 του άρθρ.103 του Κανονισμού της Βουλής, εφαρμοζομένων και εν προκειμένω, κλήρωσιν των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου. 2.Μετά την γενομένην κλήρωσιν, ο Πρόεδρος της Βουλής αποστέλλει αμελλητί εις τον Πρόεδρον του Αρείου Πάγου την περί κατηγορίας και εισαγωγής εις δίκην του Προέδρου της Δημοκρατίας απόφασιν της Βουλής, τα ονόματα των κληρωθέντων μελών του Ειδικού Δικαστηρίου και των εκλεγέντων κατηγόρων, ως και ολόκληρον την σχηματισθείσαν δικογραφίαν. Άρθρ.14.-1.Δια την ενώπιον του κατά το άρθρ.86 του Συντάγματος του Ειδικού Δικαστηρίου διαδικασίαν και την εκτέλεσιν των αποφάσεων αυτού, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις περί του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και της ενώπιον αυτού διαδικασίας, ως και αι διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος νόμου περί ευθύνης Υπουργών. 2.Η λήξις της συνόδου ή της περιόδου της Βουλής δεν δύναται να αναστείλη την πρόοδον της δίκης. 3.Αι διατάξεις του άρθρ.104 του Κανονισμού της Βουλής εφαρμόζονται αναλόγως και επί της κατά τον παρόντα νόμον διαδικασίας. Άρθρ.15.-Απαιτήσεις αστικής φύσεως επί των περιπτώσεων των προβλεπομένων υπό του παρόντος ασκούνται μόνο ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Άρθρ.16.-Κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου κρίνεται και η ευθύνη των υπό της παρούσης Βουλής εκλεγέντων Προέδρων της Δημοκρατίας. Άρθρ.17.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. (Μετά την σελ.66,14) Σελ. 66,15 Προεδρία Δημοκρατίας 1.Δ.α.18 1.Δ.α.18 Προεδρία Δημοκρατίας Άρθρ.2.-1.Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ευθύνεται δια πράξεις αυτού σχετιζομένας προς την άσκησιν των καθηκόντων του μόνον εφ' όσον αύται συνιστούν εσχάτην προδοσίαν ή εκ προθέσεως παραβίασιν του Συντάγματος. 2.Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαπράττει το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας οσάκις ούτος, χρησιμοποιών την ιδιότητά του ταύτην και τας εκ του Συντάγματος εμπεπιστευμένας αυτώ εξουσίας, κατέλυσεν ή μετέβαλεν ή αποπειράται να καταλύση ή μεταβάλη δια βίας το πολίτευμα της Χώρας. 3.Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαπράττει το έγκλημα της εκ προθέσεως παραβιάσεως του Συντάγματος οσάκις υπό την ιδιότητά του ταύτην προβαίνη εκ προθέσεως εις έκδοσιν πράξεως ή εις άλλην ενέργειαν ή υποπίπτη εις παράλειψιν αντικειμενικήν εις επιτακτικήν διάταξιν του Συντάγματος, εκ των αναφερομένων εις τας υπό του Προέδρου της Δημοκρατίας ατομικώς και άνευ διακριτικής ευχερείας ασκουμένας αρμοδιότητας, συνεπεία της οποίας επήλθε σοβαρά διατάραξις της λειτουργίας του πολιτεύματος. Άρθρ.3.-1.Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαπράττων το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας τιμωρείται δι’ ισοβίου ή προσκαίρου καθείρξεως, εκπτώσεως εκ του αξιώματος του και ισοβίου ή προσκαίρου αποστερήσεως των πολιτικών του δικαιωμάτων. 2.Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαπράττων το έγκλημα της εκ προθέσεως παραβιάσεως του Συντάγματος τιμωρείται δι' εκπτώσεως εκ του αξιώματός του και αποστερήσεως των πολιτικών του δικαιωμάτων από δύο μέχρι δέκα ετών. Άρθρ.4.-1.Η παραγραφή του εν άρθρ.2 παρ.2 προβλεπομένου εγκλήματος ορίζεται διετής, η δε του εν άρθρ.2 παρ.3 προβλεπομένου ενιαυσία. 2.Η προθεσμία της κατά την προηγουμένην παράγραφον παραγραφής αναστέλλεται εφ' όσον χρόνον διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι του αμετακλήτου της καταδικαστικής αποφάσεως, εν μεν τη περιπτώσει του άρθρ.2 παρ.2 επί εν έτος, εν δε τη περιπτώσει του άρθρ.2 παρ.3 επί έξι μήνας. Άρθρ.5.-1.Την ποινικήν δίωξιν κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, δια τα εν άρθρ.2 εγκλήματα ασκεί η Βουλή, δι' αποφάσεως της λαμβανομένης δια πλειοψηφίας των δύο τρίτων του συνόλου των μελών αυτής. Η δίωξις ενεργείται ενώπιον του κατά το άρθρ.86 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον ποινική δίωξις ασκείται κατόπιν προτάσεως περί κατηγορίας και παραπομπής εις δίκην του Προέδρου της Δημοκρατίας. 3.Η πρότασις κατηγορίας είναι απαράδεκτος εάν δεν είναι υπογεγραμμένη υπό του ενός τρίτου τουλάχιστον του όλου αριθμού των μελών της Βουλής και εάν δεν ορίζη επακριβώς τας πράξεις ή παραλείψεις του Προέδρου της Δημοκρατίας επί των οποίων αύτη ερείδεται και δεν μνημονεύη την παραβιασθείσαν διάταξιν του Συντάγματος. (Αντί των σελ.66,11(α)-66,14) Σελ. 66,11(β) Τεύχος 631-Σελ.1 Προεδρία Δημοκρατίας 1.Δ.α.16-18 Άρθρ.6.-Η κατά το προηγούμενον άρθρον πρότασις, άμα τη παραδόσει της εις τον Πρόεδρον της Βουλής ανακοινούνται εις την Ολομέλειαν του Σώματος και γνωστοποιείται εις τον Πρόεδρον της Δημοκρατίας. Ακολούθως αύτη διανέμεται εις τους Βουλευτάς και εγγράφεται εντός δέκα πέντε ημερών από της εις τον Πρόεδρον της Βουλής παραδόσεώς της εις την Ημερησίαν Διάταξιν. Η πρότασις αύτη συζητείται κατά την σειράν εγγραφής της, εκτός εάν η Βουλή κηρύξη ταύτην κατεπείγουσαν κατά το άρθρ. 76 παρ. 1 του Κανονισμού της Βουλής και ορίση ετέραν ημέραν συζητήσεως. ΄Αρθρ.7.-1.Η ενώπιον της Ολομελείας της Βουλής συζήτησις περιορίζεται μόνον επί της λήψεως αποφάσεως περί διεξαγωγής ή μη προανακρίσεως. Κατά την συζήτησιν, δύναται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να παραστή και ακουσθή αυτοπροσώπως ή απαντήση εγγράφως επί της κατηγορίας, της απαντήσεως ταύτης αναγιγνωσκομένης προς την Βουλήν υπό του Προέδρου ταύτης. 2.Η απόφασις λαμβάνεται δια μυστικής ψηφοφορίας και δια της πλειοψηφίας του άρθρ.67 του Συντάγματος. Άρθρ.8.-1.Εάν η Βουλή αποφασίση περί μη διεξαγωγής προανακρίσεως, η πρότασις κατηγορίας τίθεται εις το αρχείον, δεν δύναται δε να επαναληφθή. 2.Εάν η Βουλή αποφασίση περί διεξαγωγής προανακρίσεως, εκλέγει δια μυστικής ψηφοφορίας και άνευ συζητήσεως, εκ των μελών αυτής, δωδεκαμελή Ειδικήν Εξεταστικήν Επιτροπήν, προς διεξαγωγή της προανακρίσεως. Δια της αποφάσεως της Βουλής ορίζεται συγχρόνως και η προθεσμία διεξαγωγής της προανακρίσεως, η οποία δεν δύναται να είναι μεγαλυτέρα των δύο μηνών, δυναμένη να παραταθή δι' αποφάσεως της Βουλής κατά ένα εισέτι μήνα. 3.Η Επιτροπή συγκροτείται και λειτουργεί κατά τας διατάξεις του άρθρ.27 του Κανονισμού της Βουλής και εκλέγει εκ των μελών της εισηγητάς, έχει δε απάσας της αρμοδιότητας του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών. 4.Η Επιτροπή προσκαλεί τον Πρόεδρον της Δημοκρατίας όπως εάν επιθυμή, απαντήση ή εκθέση τας απόψεις του εγγράφως επί οιουδήποτε στοιχείου της προτάσεως κατηγορίας. 5.Η Επιτροπή δύναται είτε να αναθέση εις εν ή πλείονα μέλη της είτε να παραγγείλη εις τον παρ' εφέταις ή πλημμελειοδίκαις εισαγγελέα την διενέργειαν ωρισμένων προανακριτικών πράξεων. Σελ. 66,12(β) Τεύχος 631-Σελ.2 1.Δ.α.18 Προεδρία Δημοκρατίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.