Εν συντομία
Αυτός ο νόμος θεσπίζει μέτρα για την τήρηση των προθεσμιών στην εκλογή καθηγητών στις Ανώτατες Σχολές και για την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας τους. Επίσης, ρυθμίζει θέματα σχετικά με τις θέσεις των καθηγητών και τις επαγγελματικές τους απασχολήσεις.
Τι ρυθμίζει
- Τη διαδικασία πλήρωσης κενών ή νεοϊδρυθέντων εδρών καθηγητών, όταν οι Σχολές αδρανούν.
- Τον ορισμό επιτροπών κρίσης υποψηφίων καθηγητών, όταν οι Σχολές αδρανούν.
- Τις υποχρεώσεις των καθηγητών σχετικά με τη μόνιμη διαμονή τους και τις επαγγελματικές τους απασχολήσεις.
- Την απαγόρευση κατοχής περισσοτέρων της μιας τακτικών ή έκτακτων εδρών.
Ποιους αφορά
- Καθηγητές Ανωτάτων Σχολών.
- Ανώτατες Σχολές και Πανεπιστήμια.
Βασικά σημεία
- Εάν μια Σχολή δεν προκηρύξει έδρα ή δεν ορίσει επιτροπή κρίσης εντός της νόμιμης προθεσμίας, ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μπορεί να το πράξει.
- Οι προθεσμίες υποβολής υποψηφιοτήτων για ήδη προκηρυχθείσες έδρες παρατείνονται για 10 ημέρες από τη δημοσίευση του νόμου, εάν δεν έχει οριστεί η τριμελής επιτροπή κρίσης.
- Εάν η τριμελής επιτροπή δεν υποβάλει έκθεση εντός της προθεσμίας, η Σχολή συνέρχεται εντός μηνός και προβαίνει στην εκλογή και χωρίς την έκθεση.
- Κανείς δεν μπορεί να κατέχει περισσότερες από μία τακτικές ή έκτακτες έδρες στην ίδια ή σε διαφορετικές Ανώτατες Σχολές.
- Οι καθηγητές υποχρεούνται να εγκαθίστανται και να διαμένουν μόνιμα στον τόπο της Σχολής τους εντός 6 μηνών από τον διορισμό τους.
- Για οποιαδήποτε επαγγελματική απασχόληση πέραν των καθηγητικών καθηκόντων απαιτείται άδεια του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
📄 Κείμενο νόμου
18. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 4401 της 31 Οκτ./5 Νοεμ. 1964 (ΦΕΚ Α΄ 201) Περί μέτρων προς τήρησιν των προθεσμιών δια την εκλογήν καθηγητών των Ανωτάτων Σχολών και προς εξασφάλισιν της ευρύθμου λειτουργίας των Σχολών τούτων. Άρθρ.1.-1.Παρερχομένης απράκτου της κατά την κειμένην νομοθεσίαν προθεσμίας προς έκδοσιν υπό της οικείας Πανεπιστημιακής ή άλλης Ανωτάτης Σχολής της προσκλήσεως προς υποβολήν υποψηφιοτήτων δια την πλήρωσιν κενών ή νεοϊδρυθείσης έδρας, η προκήρυξις της έδρας δύναται να γίνη και δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η διαδικασία προς πλήρωσιν των εδρών δύναται να διεξάγηται ταυτοχρόνως, δια πλείονας έδρας άνευ περιορισμού. 2.Παρερχομένης απράκτου της κατά την κειμένην νομοθεσίαν προθεσμίας προς ορισμόν υπό της Σχολής της τριμελούς επιτροπής κρίσεως των υποψηφίων καθηγητών, η επιτροπή αύτη δύναται να ορισθή και δ’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εκ καθηγητών της οικείας Σχολής ή και εκ καθηγητών ετέρας Σχολής του αυτού Ανωτάτου Ιδρύματος, κατεχόντων έδρας ομοειδούς ή συγγενείς προς την προκηρυχθείσαν. 3.Εφ’ όσον μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν ωρίσθη η τριμελής Επιτροπή κρίσεως υποψηφίων καθηγητών, προς πλήρωσιν προκηρυχθεισών ήδη εδρών, η προθεσμία υποβολής υποψηφιότητος δια την πλήρωσιν των ως άνω προκηρυχθεισών εδρών, παρατείνεται επί δέκα ημέρας, της παρατάσεως ταύτης αρχομένης από της δημοσιεύσεως του παρόντος. 4.Παρερχομένης απράκτου της κατά την κειμένην νομοθεσίαν προς υποβολήν της εκθέσεως της τριμελούς επιτροπής, η Σχολή συνέρχεται εντός μηνός και προβαίνει εις την εκλογήν και άνευ της εκθέσεως της τριμελούς επιτροπής. Εν περιπτώσει μη επιτεύξεως απαρτίας κατά την πρώτην σύγκλησιν της Σχολής, αύτη συγκαλείται και πάλιν εντός δέκα το πολύ ημερών από της πρώτης συγκλήσεως με το αυτό θέμα της εκλογής καθηγητού. Εάν δε και πάλιν δεν επιτευχθή απαρτία, συγκαλείται εντός δεκαημέρου εκ νέου η Σχολή με το αυτό θέμα, οπότε θεωρείται εν απαρτία εφ’ όσον παρίσταται το εν τρίτον των αποτελούντων τον Σύλλογον Καθηγητών της Σχολής. Η Σχολή υποχρεούται όπως λάβη απόφασιν επί του θέματος της εκλογής εντός μηνός από της πρώτης δια το θέμα τούτο συγκλήσεως αυτής. Η μη εμπρόθεσμος σύγκλησις της Σχολής υπό του Κοσμήτορος ή η αδικαιολόγητος απουσία καθηγητού συνιστά βαρύ πειθαρχικόν παράπτωμα συνεπαγόμενον την παραπομπήν των υπευθύνων εις το αρμόδιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον δια την επιβολήν των νομίμων κυρώσεων. Το αυτό ισχύει και επί μη εμπροθέσμου λήψεως αποφάσεως δια τους τυχόν προκαλέσαντας την παράλειψιν ταύτην υπευθύνους. 5.Εις περίπτωσιν καθ’ ην δια την πλήρωσιν της έδρας δι’ εκλογής καθηγητού δεν επιτευχθή η κατά Νόμον απαιτουμένη πλειοψηφία, επαναλαμβάνεται κατά την αυτήν συνεδρίαν η ψηφοφορία, οπότε μη επιτευχθείσης και πάλιν της κατά Νόμον απαιτουμένης πλειοψηφίας δι’ εκλογήν καθηγητού, η Σχολή υποχρεούται να αναθέση την διδασκαλίαν του μαθήματος της έδρας δια συμβάσεως τριετούς διαρκείας, επικυρουμένης υπό του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, εις τον εκ των υποψηφίων έκτακτον καθηγητήν ή εντεταλμένον Υφηγητήν ή Υφηγητήν, τον συγκεντρώσαντα τας περισσοτέρας ψήφους κατά την τελευταίαν ψηφοφορίαν και εν περιπτώσει ισοψηφίας τον προτεινόμενον υπό των περισσοτέρων μελών της Επιτροπής κρίσεως και εν περιπτώσει, καθ’ ην ουδείς των υποψηφίων έχει υπέρ αυτού τους πλείονας των εισηγητών κατά σειράν προτιμήσεως εις τον τυχόν υπάρχοντα μεταξύ των υποψηφίων έκτακτον Καθηγητήν ή εντεταλμένον Υφηγητήν ή Υφηγητήν, μεταξύ δε των κατεχόντων το αυτό αξίωμα εις τον κατά διορισμόν αρχαιότερον. Εν τη περιπτώσει ταύτη η έδρα προκηρύσσεται εκ νέου κατά την έναρξιν του τρίτου Ακαδημαϊκού έτους από της επί συμβάσει αναθέσεως της διδασκαλίας και εφ’ όσον δεν πληρωθή επί τη βάσει της συνήθους διαδικασίας, ο επί συμβάσει διδάσκων εις την έδραν ταύτην διορίζεται τακτικός Καθηγητής αυτής, εφ’ όσον έλαβεν αριθμόν ψήφων ίσον προς το τρίτον τουλάχιστον των πεπληρωμένων εδρών της Σχολής. Το δεύτερον εδάφιον της παρ. 4 και η παρ. 5 κατηργήθησαν δια του άρθρ. 1 της ΙΑ΄/1967 Συντακτικής πράξεως (κατωτ. αριθ. 21) Δια του Νόμ. 28/1975 (κατωτ. αριθ. 41) επανήχθησαν εν ισχύϊ αι κατά την 20ην Απρ. 1967 ισχύουσαι διατάξεις περί των Αρχών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και περί εκλογής και διορισμού καθηγητών και υφηγητών αυτών. 6.Πρακτικά οπωσδήποτε αφορώντα θέμα εκλογής καθηγητού δέον να υποβάλλωνται εις το Υπουργείον Παιδείας και Θρησκευμάτων εντός δέκα πέντε το πολύ ημερών από της ημέρας της συνεδριάσεως. Η μη τήρησις της προθεσμίας ταύτης συνιστά βαρύ πειθαρχικόν παράπτωμα των υπευθύνων. Άρθρ.2.-1.Ουδείς δύναται να κατέχη πλείονας της μιας τακτικάς ή εκτάκτους έδρας εις την αυτήν ή εις διαφόρους Ανωτάτας (Αντί της σελ. 47(α) Σελ.47(β) Τεύχος 559-Σελ.29 Ανώτερο Διδακτικό Προσωπικό 31.Α.δ.18 Σχολάς της ημεδαπής. Ανάθεσις επ’ αμοιβή διδασκαλίας μαθημάτων, δια τα οποία δεν υπάρχει αντίστοιχος έδρα εις την οικείαν Σχολήν, επιτρέπεται μόνον εις καθηγητάς του αυτού Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος. Οι κατέχοντες πλείονας τακτικάς ή εκτάκτους έδρας υποχρεούνται όπως επιλέγουν μίαν εξ αυτών και παραιτηθούν της ετέρας η των λοιπών εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος δια δηλώσεώς των προς τας οικείας Σχολάς και το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης άνευ υποβολής της σχετικής δηλώσεως εις τους οικείους αποδέκτας αυτής, ο κατέχων τας πλείονας έδρας θεωρείται επιλέξας εκείνην εις ην το πρώτον διωρίσθη. 2.Από της υποβολής της δηλώσεως ή από της παρόδου της κατά την προηγουμένην παράγραφον μηνιαίας προθεσμίας η μη επιλεγείσα ή η δευτέρα κατά σειράν των διορισμών έδρα θεωρείται κενή άλλ’ ο καθηγητής, ο οποίος κατείχεν αυτήν, εξακολουθεί ασκών πάντα τα καθήκοντά του μέχρι πληρώσεως αυτής πάντως δε ουχί μετά την λήξιν του ακαδημαϊκού έτους 1964-1965. Δια της υπ’ αριθ. 7 της 21 Ιαν./3 Φεβρ. 1966 (ΦΕΚ Α΄ 24) πράξεως Υπ. Συμβουλίου η προθεσμία της παρ. 2 παρετάθη μέχρι της λήξεως του Ακαδημαϊκού έτους 1965-1966 δια τους καθηγητάς Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, οίτινες κατά την λήξιν του Ακαδημαϊκού έτους 1964-1965 κατείχον δευτέραν έδραν παρά τη Ανωτάτη Σχολή Βιομηχανικών Σπουδών Θεσσαλονίκης, δύναται δε να παραταθή επί εν εισέτι έτος δι’ αποφάσεως του Υπουργού Παιδείας. 3.Εις περίπτωσιν καθ’ ην μάθημα έδρας Σχολής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου διδάσκεται εις μέγαν αριθμόν σπουδαστών πλειόνων Σχολών, επιτρέπεται ο χωρισμός των ακροατών εις ομάδας, εις τας οποίας δύνανται να διδάσκουν άμισθοι Υφηγηταί, ή τούτων μη υπαρχόντων, Επιμεληταί της έδρας, οριζόμενοι εκάστοτε υπό της Συγκλήτου μετά πρότασιν του καθηγητού της έδρας. Άρθρ.3.-Οσάκις η κειμένη νομοθεσία απαιτεί γνώμην ανωτάτης τινός Σχολής ή αυτής και της οικείας Συγκλήτου ή μόνον της Συγκλήτου η γνώμη αύτη δεν απαιτείται πλέον μετά πάροδον διμήνου μη συνυπολογιζομένου του χρόνου των διακοπών αφ’ ης το σχετικόν ερώτημα ελήφθη υπό του Πανεπιστημίου ή της άλλης Ανωτάτης Σχολής προς τα οποία απευθύνεται, του αποφασίζοντος οργάνου δυναμένου να εκδώση την σχετικήν πράξιν και άνευ της ως άνω γνώμης. Σελ.48(β) Τεύχος 559-Σελ.30 Άρθρ.4.-1.Πάντες οι τακτικοί καθηγηταί και οι έκτακτοι καθηγηταί αυτοτελών εδρών των Πανεπιστημίων ή άλλων Ανωτάτων Σχολών υποχρεούνται όπως εντός εξ μηνών από του διορισμού των εγκαθίστανται και διαμένουν μονίμως εις τον τόπον, όπου εδρεύει η Σχολή ή το Τμήμα αυτής εις τα οποία διωρίσθησαν. Το αυτό ισχύει και δια τους ήδη διωρισμένους τακτικούς καθηγητάς και εκτάκτους καθηγητάς αυτοτελών εδρών της εξαμήνου προθεσμίας αρχομένης από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου δεν έχουν εφαρμογήν επί των καθηγητών, οι οποίοι εξέρχονται λόγω ορίου ηλικίας εις το τέλος του τρέχοντος Ακαδημαϊκού έτους. 2.Η μη τήρησις των εκ της προηγουμένης παραγράφου υποχρεώσεων ή η μεταγενεστέρα μεταβολή της μονίμου διαμονής συνιστά πειθαρχικόν παράπτωμα συνεπαγόμενον την υπό του αρμοδίου Πειθαρχικού Συμβουλίου και κατά την νόμιμον διαδικασίαν απόλυσιν εκ της κατεχομένης θέσεως. 3.Η απουσία των καθηγητών και εντεταλμένων υφηγητών πάντων των Πανεπιστημίων ή άλλων Ανωτάτων Σχολών από του τόπου της έδρας της Σχολής ή του Τμήματος, όπου είναι διωρισμένοι, διέπεται υπό της παρ. 1 του άρθρ. 68 του Νόμ. 5343/1932 «περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών». Η άνευ αδείας του Πρυτάνεως ή του Υπουργού απουσία συνιστά πειθαρχικόν παράπτωμα. Η διαρκούντος του διδακτικού έτους μη οφειλομένη εις ανωτέραν βίαν απουσία επί πλείονας των τριάκοντα συνολικώς εργασίμων ημερών άνευ αδείας του Υπουργού συνιστά πειθαρχικόν παράπτωμα της αυθαιρέτου απουσίας εκ της ασκήσεως των καθηκόντων και συνεπάγεται την υπό του αρμοδίου Πειθαρχικού Συμβουλίου και κατά την νόμιμον διαδικασίαν απόλυσιν εκ της κατεχομένης θέσεως. 4.Δια πάσαν επαγγελματικήν απασχόλησιν τακτικών καθηγητών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων πέραν των καθηγητικών των καθηκόντων απαιτείται η χορήγησις αδείας του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, μετά γνώμην της οικείας Σχολής και πρότασιν της Συγκλήτου, βεβαιούσης, ότι δια της προσθέτου ταύτης απασχολήσεως δεν παρακωλύεται το κύριον διδακτικόν έργον των. 31.Α.δ.18 Ανώτερο Διδακτικό Προσωπικό Άρθρ.5.-(Αντικαθίστανται αι παρ. 1 και 2 άρθρ. 96 Νόμ. 5343/1932). Άρθρ.6.-1.Αι διατάξεις του άρθρ. 96 του Νόμ. 5343/1932 ως τροποποιούνται υπό του άρθρ. 5 του παρόντος έχουν εφαρμογήν και επί των λοιπών Ανωτάτων Σχολών. 2.Η θέσις του Διευθυντού του Ινστιτούτου Βυζαντινών και μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας δεν είναι ασυμβίβαστος προς την θέσιν καθηγητού Ανωτάτης Σχολής. Ο διοριζόμενος εις την θέσιν ταύτην καθηγητής Ανωτάτης Σχολής θεωρείται διατελών εν αποσπάσει εφ’ όσον χρόνον διαρκεί η υπηρεσία του εις το Ινστιτούτον. 3.Πτυχιούχοι ημεδαπών ή αλλοδαπών Πανεπιστημίων υπηρετούντες ως επιμεληταί εις το Εθνικόν Μετσόβιον Πολυτεχνείον δύνανται να αναγορευθούν διδάκτορες του ως άνω Πολυτεχνείου ή της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τηρουμένης της ισχυούσης διαδικασίας.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.