Εν συντομία
Αυτός ο Κανονισμός καθορίζει τους όρους και το ποσό των συντάξεων που χορηγεί ένα Ταμείο στους ασφαλισμένους του, καλύπτοντας συντάξεις γήρατος και αναπηρίας. Επίσης, ρυθμίζει τις αναπροσαρμογές και αυξήσεις των συντάξεων με βάση οικονομικά κριτήρια και αλλαγές μισθών.
Τι ρυθμίζει
- Το ποσό της σύνταξης που χορηγείται στους δικαιούχους ασφαλισμένους.
- Το ποσό της σύνταξης λόγω αναπηρίας, καθώς και τις προσαυξήσεις της.
- Τις μειώσεις συντάξεων με βάση την ηλικία και τα έτη υπηρεσίας.
- Την αναπροσαρμογή και αύξηση των συντάξεων σε σχέση με τις μεταβολές των μισθών των εν ενεργεία υπαλλήλων.
Ποιον αφορά
- Τους ασφαλισμένους του Ταμείου που δικαιούνται σύνταξη.
- Τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας ή γήρατος.
Βασικά σημεία
- Το ποσό της σύνταξης υπολογίζεται με βάση τα έτη συντάξιμης υπηρεσίας επί τόσα πεντηκοστά του μέσου όρου των συντάξιμων αποδοχών του τελευταίου 12μηνου.
- Η σύνταξη λόγω αναπηρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη του 40% των συντάξιμων αποδοχών, εφόσον το ποσοστό αναπηρίας υπερβαίνει το 66%.
- Οι συντάξεις λόγω αναπηρίας προσαυξάνονται κατά 50% σε περίπτωση απόλυτης αναπηρίας που απαιτεί συνεχή επίβλεψη.
- Το συνολικό ποσό των συντάξεων που χορηγούνται από το Ταμείο δεν μπορεί να υπερβεί το 75% του μέσου όρου των συντάξιμων αποδοχών του τελευταίου 12μηνου.
- Σε περίπτωση αύξησης των βασικών μισθών των υπαλλήλων κατά τουλάχιστον 10%, το Διοικητικό Συμβούλιο προβαίνει σε αύξηση των συντάξεων.
- Το συνολικό ποσό σύνταξης (από το Ταμείο και άλλους φορείς) δεν μπορεί να υπερβαίνει το 85% του μισθού του εν ενεργεία ομοιοβάθμου.
📄 Κείμενο νόμου
2. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ Ο Παρών Κανονισμός ενεκρίθη δια της υπ’ αριθ. 50581/Ε. 1686 της 9 Δεκ. 1949 πράξεως Υπ. Εργασίας. 1.Το ποσόν της υπό του Ταμείου χορηγητέας συντάξεως εις τους δικαιουμένους τοιαύτας ησφαλισμένους του ορίζεται εις τόσα πεντηκοστά του κατά το τελευταίον 12μηνον προ της εξόδου των εκ της υπηρεσίας μέσου όρου συνταξίμων αποδοχών όσα τα έτη της συνταξίμου υπηρεσίας των. 2.(Μετεφέρθη κατωτέρω ως παρ. 6 δια της υπ’ αριθ. 10334/Ε. 255 της 21 Απρ. 1950 Πράξεως Υπ. Εργασίας). 3.Το ποσόν της υπό του Ταμείου απονεμητέας συντάξεως λόγω αναπηρίας εις τας υπό των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρ. 18 του Καταστατικού του Ταμείου προβλεπομένας περιπτώσεις, δεν δύναται να είναι κατώτερον των 40% των κατά τα ανωτέρω συνταξίμων αποδοχών «εφ’ όσον το ποσοστόν της αναπηρίας του λόγω ανικανότητος δικαιουμένου συντάξεως υπερβαίνει το 66%. Επί αναπηρίας από 33% μέχρι 50% η λόγω ανικανότητος σύνταξις μειούται εις το 1/2 της πλήρους τοιαύτης εις τα 3/4 δε αυτής επί αναπηρίας από 50% μέχρι 66%, κρινομένης παρά των Υγειονομικών Επιτροπών εκτός αν άλλως ορίζη ευνοϊκώτερον ο Κανονισμός Συντάξεων επί αποχωρήσεων». Η παρ. 3 ετροποποιήθη και συνεπληρώθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 58628/Τ. 866 της 17 Σεπτ. 1959 πράξεως Υπ. Εργασίας. 4.Αι υπό του Ταμείου χορηγούμεναι συντάξεις λόγω αναπηρίας προσαυξάνονται κατά 50%, εάν ο ησφαλισμένος κατά τον χρόνον της εξόδου του εκ της υπηρεσίας διατελή εις κατάστασιν απολύτου αναπηρίας, μη οφειλομένης δε πάντως εις την εκ της ηλικίας φθοράν των φυσιολογικών δυνάμεων του συνταξιοδοτουμένου, απαιτούσης συνεχή επίβλεψιν, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου. Η παρ. 4 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 10334/Ε.255 της 21 Απρ. 1950 Πράξεως Υπ. Εργασίας. «4α.Εις τους εν λόγω αναπηρίας συνταξιούχους εκ φυματιώσεως παρέχεται επίδομα δραχ. 100 εφ’ όσον κρίνονται παρά των Υγειονομικών Επιτροπών του Ταμείου ανίκανοι προς εκτέλεσιν της υπηρεσίας των δια ποσοστού άνω του 66%. Η παρ. 4α προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 43907/ Τ. 292 της 20 Ιουν. 1962 Πράξεως Υπ. Εργασίας. 5.«Προκειμένου περί ησφαλισμένων, δικαιουμένων συντάξεως κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 1 εδάφ. β΄ ,γ΄ και δ΄ και παρ. 1Α του άρθρ. 18 του Καταστατικού του Ταμείου, το ποσόν της απονεμητέας κατά τας διατάξεις της παρούσης αποφάσεως συντάξεως, μειούται κατά τόσα τεσσαρακοστά, όσα τα επί έλαττον των 65 ετών ηλικίας του δικαιουμένου, προκειμένου περί αρρένων και των 60 ετών προκειμένου περί θηλέων». Η παρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. 56859/Ε. 1545/52 της 6 Φεβρ. 1953 Πράξεως Υπ. Εργασίας. «6.Εν ουδεμιά περιπτώσει και δι’ οιονδήποτε λόγον δύναται το ποσόν των υπό του Ταμείου χορηγουμένων συντάξεων να υπερβή το 75% του μέσου όρου των συνταξίμων αποδοχών του τελευταίου προ της εξόδου του ησφαλισμένου 12μήνου. Ως συντάξιμοι αποδοχαί λογίζονται αι κατά την παρ. 7 του άρθρ. 12 υποκείμεναι εις κρατήσεις υπέρ του Ταμείου αποδοχαί, εξαιρουμένων των Δώρων εορτών και αμοιβών λόγω υπερωριακής απασχολήσεως. Προκειμένης αναπροσαρμογής των συντάξεων συνεπεία μεταβολής του μισθολογίου των υπαλλήλων της Εμπορικής Τραπέζης, οφειλομένης εις άλλην, πλην της αυξήσεως περί της οποίας προβλέπει η παρ. 7 του Κ.Π. αιτίαν, ως βάσις δια τον εκ νέου υπολογισμόν του ποσού των συντάξεων λαμβάνεται ο μέσος όρος των συνταξίμων μηνιαίων αποδοχών του τελευταίου 12μήνου εφ’ ων υπολογίζεται η σύνταξις, τας οποίας θα ελάμβανεν ο συνταξιούχος και, επί μελών οικογενείας δικαιουμένων συντάξεως, ο εξ ου έλκουσι το δικαίωμα θανών ησφαλισμένος ή συνταξιούχος κατά τον μήνα επελεύσεως της ανωτέρω μεταβολής, εάν διετηρείτο εν τη ενεργώ υπηρεσία με τον αυτόν βαθμόν και την υπηρεσιακήν κατάστασιν, ην είχε κατά τον χρόνον της εξόδου εκ της υπηρεσίας ή του θανάτου του και την οικογενειακήν τοιαύτην, ην θα έχει κατά την ημέραν της αναπροσαρμογής. Επί μεταγενεστέρας μεταβολής της οικογενειακής καταστάσεως, η αναπροσηρμοσμένη σύνταξις μεταβάλλεται αναλόγως από της πρώτης του επομένου μηνός της επελεύσεως της μεταβολής. Η αναπροσαρμογή των συντάξεων ενεργείται μετ’ απόφασιν πάντοτε του Δ.Σ. όπερ θα (Αντί για τη σελ. 708,01(β) Σελ. 708,01(γ) Τεύχος Ε103-Σελ. 113 Ταμεία Επικουρικής Ασφαλ.και Προνοίας Προσ.Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδας 39.Θ.γ.2 52 σταθμίζη προηγουμένως επί τη βάσει αναλογιστικής μελέτης τας οικονομικάς δυνατότητας του Ταμείου. Εν περιπτώσει οικονομικής αδυναμίας το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να περιορίζη το ποσόν ή το ποσοστόν της αναπροσαρμογής ή να αναβάλει εντελώς ταύτην μέχρις ότου επιτευχθούν οι κατάλληλοι οικονομικαί προϋποθέσεις δια την εφαρμογήν του παρόντος. Η καταβολή των αναπροσηρμοσμένων ποσών συντάξεων άρχεται πάντοτε μετά εξάμηνον από της μεταβολής του μισθολογίου των υπαλλήλων της Εμπορικής Τραπέζης». «7.Εις περίπτωσιν αυξήσεως των βασικών μισθών των υπαλλήλων της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος συνεπεία γενικής ή ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως εργασίας ή διαιτητικής αποφάσεως κατά ποσοστόν ή ποσόν 10% τουλάχιστον, το Διοικητικόν Συμβούλιον προβαίνει εις αύξησιν των συντάξεων κατά τα κατωτέρω ειδικώτερον οριζόμενα: α)Ως μέτρον της χορηγήσεως αυξήσεως λαμβάνεται γενικώς ποσοστόν ή ποσόν ίσον προς το τοιούτον της αυξήσεως των μισθών των εν ενεργεία ησφαλισμένων, το χορηγούμενον δια της ως άνω γενικής ή ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως εργασίας ή Διαιτητικής αποφάσεως. β)Η αύξησις αύτη χορηγείται και εις τους συνταξιοδοτουμένους εντός του πρώτου έτους από της ισχύος της αυξήσεως των βασικών μισθών των εν ενεργεία, ησφαλισμένων, αλλά μόνον κατά το ποσοστόν ή ποσόν το μη συμπεριλαμβανόμενον εις τον συντάξιμον μισθόν των βάσει του οποίου υπελογίσθη το πρώτον η σύνταξίς των. γ)Η ανωτέρω αύξησις χορηγείται μετά πάροδον διμήνου (2μήνου) από της αυξήσεως των αποδοχών των εν ενεργεία ησφαλισμένων. δ)Εις περίπτωσιν οικονομικής αδυναμίας το Δ.Σ. του Ταμείου δύναται να περιορίζη το ποσοστόν ή το ποσόν της αυξήσεως ή να αναστέλλη εντελώς την αύξησιν των συντάξεων μέχρις ότου επιτευχθούν αι κατάλληλοι οικονομικαί προϋποθέσεις δια την εφαρμογήν του παρόντος. ε)Εφ’ όσον η οικονομικήν δυνατότης του Ταμείου δια την παροχήν του ποσοστού ή του ποσού της αυξήσεως αμφισβητηθή παρά δύο τουλάχιστον μελών του Δ.Σ. δια την διαπίστωσιν ταύτης αποφαίνεται ο Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών κατόπιν γνώμης της Αναλογιστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου. Σελ. 708,02 (γ) Τεύχος Ε103-Σελ. 114 στ)Το λόγω της κατά την παρ. 6 αναπροσαρμογής ή κατά την παρούσαν παράγραφον αυξήσεως των συντάξεων καταβλητέον υπό του Ταμείου ποσόν συντάξεως προσηυξημένον κατά το ποσόν της απολαμβανομένης υπό του δικαιούχου, ή επί συνταξιούχων λόγω θανάτου, υπό του συνόλου των μελών της οικογενείας του θανόντος, συντάξεως εκ του Ι.Κ.Α. ή άλλου φορέως κυρίας ασφαλίσεως του συνταξιούχου, κατά τον χρόνον της αναπροσαρμογής ή αυξήσεως, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να είναι ανώτερον του 85% του μισθού του εν ενεργεία ομοιοβάθμου του περί ου συνταξιούχου η αναπροσαρμογή κατά τον μήνα λήψεως του Δ.Σ. της περί αναπροσαρμογής ή αυξήσεως αποφάσεως. Εν εναντία περιπτώσει το ποσόν της χορηγητέας υπό του Ταμείου, αναπροσηρμοσμένης ή ηυξημένης συντάξεως μειούται αναλόγως χωρίς πάντως η εκ του λόγου τούτου μείωσις να δύναται να συνεπαχθή την μείωσιν του προ της πρώτης αναπροσαρμογής ή αυξήσεως καταβαλλομένου υπό του Ταμείου ποσού συντάξεως δηλαδή της αρχικώς κατά την συνταξιοδότησιν του ενδιαφερομένου, καθορισθείσης συντάξεως. ζ)Επί μεταγενεστέρων μεταβολών των συντάξεων εκ του ΙΚΑ ή άλλου φορέως κυρίας ασφαλίσεως του συνταξιούχου του Ταμείου, μεταβάλλεται αναλόγως και η εκ του Ταμείου χορηγουμένη σύνταξις ώστε το σύνολον και των δύο συντάξεων, κυρίας και επικουρικής να μην υπερβαίνει εν ουδεμιά περιπτώσει το 85% του μισθού του εν ενεργεία ομοιβάθμου προς τον συνταξιούχον κατά την προηγηθείσαν αναπροσαρμογήν ή αύξησιν. Δεν μεταβάλλεται επί τα πλείω ή παρά του Ταμείου αναπροσηρμοσμένη ή ηυξημένη σύνταξις εφ’ όσον, ο συνταξιούχος του οποίου διεκόπη η λόγω ανικανότητος σύνταξις εκ του Ι.Κ.Α. ή άλλου φορέως κυρίως ασφαλίσεως δεν υποβάλλει αίτησιν περί συνταξιοδοτήσεως καίτοι έχων τοιούτον δικαίωμα. η)Καθ’ εκάστην 3ετίαν, αρχής γενομένης από της ισχύος της παρούσης, θέλει ενεργείται υποχρεωτικώς αποφάσει του Δ.Σ., αναλογιστική μελέτη επί τω τέλει ελέγχου των οικονομικών βάσεων του Ταμείου και τυχόν αναπροσαρμογής των καταβλητέων ποσοστών εισφορών». Οι παρ. 6 και 7 τροποποιήθηκαν ω άνω από την 137/3/1562/17-27 Ιουλ. 1981 (ΦΕΚ Β΄ 446) αποφ. Υπ. Κοιν. Υπηρεσιών. 39.Θ.γ.2 Ταμεία Επικουρικής Ασφαλ.και Προνοίας Προσ.Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδας 53 8.Αι κατά την ανωτέρω υπ’ αριθ. 5 παράγραφον μειώσεις δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί αρρένων ησφαλισμένων εξερχομένων της υπηρεσίας μετά συμπλήρωσιν 40ετούς συνταξίμου υπηρεσίας. Εάν όμως ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε 30ετή συντάξιμον υπηρεσίαν η σύνταξις μειούται κατά τόσα 40στά όσα τα υπολειπόμενα έτη δια συμπλήρωσιν 40ετούς συνταξίμου υπηρεσίας. Η παρ. 8 προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 15273/Ε. 342 της 14 Απρ. 1952 Πράξεως Υπ. Εργασίας. Ομοίως δεν έχουσιν εφαρμογήν αι κατά την υπ’ αριθ. 5 παράγραφον μειώσεις προκειμένου περί θηλέων ησφαλισμένων εξερχομένων της υπηρεσίας μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας και ηλικίας 50 ετών. «8α.Η διάταξις της προηγουμένης παρ. 8 εφαρμόζεται και δια τους αποχωρήσαντας της υπηρεσίας από της 1ης Νοεμ. 1948 και έχοντας συμπληρώσει υπερτριακονταετή υπηρεσίαν παρά τη Τραπέζη, εφ’ όσον τυγχάνουν κατά την δημοσίευσιν της παρούσης συνταξιούχοι του Ταμείου και διαμένουν εν Ελλάδι. Αι κατ’ εφαρμογήν όμως ταύτης αυξήσεις άρχονται καταβαλλόμεναι από της πρώτης του επομένου μηνός εκείνου της δημοσιεύσεως της παρούσης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Η παρ. 8α προσετέθη δια της υπ’ αριθ. 50300/2/54 της 21/30 Απρ. 1954 πράξεως Υπ. Εργασίας.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.