📄 Κείμενο νόμου
34. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 4234 της 23/30 Ιουλ. 1962 (ΦΕΚ Α΄ 116) Περί της ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων την ασφάλειαν της χώρας. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Άρθρ.1.-1.Από της δημοσιεύσεως του παρόντος καταργούνται: α)οι διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας, η εφαρμογή των οποίων, κατά την ρητήν εν αυταίς πρόβλεψιν, ήρτηται εκ της διαρκείας της ανταρσίας, β)το άρθρ. 30 του Γ΄/1946 ψηφίσματος, ως τούτο προσετέθη δια του ΛΒ΄/1947 ομοίου. 2.Διατηρούνται εν ισχύϊ αι βάσει των δια της προηγουμένης παραγράφου καταργουμένων διατάξεων εκδοθείσαι δικαστικαί ή διοικητικαί πράξεις, ως και αι εκ της εφαρμογής των αυτών διατάξεων επελθούσαι, ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον απαγγελθείσαι ποινικαί, αστικαί, διοικητικαί, ή οιασδήποτε άλλης φύσεως συνέπειαι, εξαιρέσει των εν τοις επομένοις άρθροις αναφερομένων. άρθρ. 4 του Α.Ν. 516/1948 τριμελείς επιτροπαί συνιστώνται δι’ αποφάσεως του ασκούντος την εποπτείαν Υπουργού, όπου δε δεν προβλέπεται άσκησις εποπτείας, δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, εξαιρέσει των ασχολουμένων εις την παραγωγήν ειδών χρησίμων εις την εθνικήν άμυναν, δι’ ας η επιτροπή συγκροτείαι δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Αμύνης. 3.Η εις εκάστην περίπτωσιν εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου τούτου αποφασίζεται δια πράξεως του κατά τας ανωτέρω διακρίσεις αρμοδίου Υπουργού. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ Άρθρ.8.-(Αντικαθίστανται τα άρθρ. 1 και 2 του Νόμου ΔΞΘ΄ της 6/6 Οκτ. 1912 «περί καταστάσεως πολιορκίας» τόμ. 1 σελ. 35). 8.Δ.α.34 Αδικήματα κατά της δημοσίας ασφαλείας Άρθρ.2.-1.Αναστέλλεται η ποινική δίωξις των κατηγορουμένων, ως και η εκτέλεσις των καταδικαστικών αποφάσεων κατά των καταδικασθέντων επί παραβάσει των εν τη πρώτη παραγράφω του άρθρ. 1 ειδικώς αναγραφομένων διατάξεων. Κατ’ εξαίρεσιν θεωρούνται παραγεγραμμένα τα εγκλήματα του άρθρ. 30 του Γ΄/46 Ψηφίσματος, παύει δε η εκτέλεσις των εκδοθεισών καταδικαστικών αποφάσεων επί των αυτών εγκλημάτων. 2.Εάν ο τυχών αναστολής ήθελε καταδικασθή εις ποινήν στερητικήν της προσωπικής ελευθερίας τριών τουλάχιστον μηνών, δι’ έγκλημα πραχθέν εκ δόλου εντός τριετίας από της ισχύος του παρόντος, αίρεται η αναστολή και η μεν ανασταλείσα ποινή εκτελείται εν συνεχεία μετά την καταγνωσθείσαν, η δε ανασταλείσα ποινική δίωξις συνεχίζεται. 3.Εφ’ όσον, δεν συνέτρεξε, κατά την προηγουμένην παράγραφον, περίπτωσις άρσεως της δια της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου παρεχομένης αναστολής, η μεν ανασταλθείσα ποινή θεωρείται ως εκτιθείσα, η δε ποινική δίωξις παύει οριστικώς λόγω παραγραφής. 4.Η αναστολή της ποινής δεν συνεπάγεται την αναστολήν των ανικανοτήτων και στερήσεων δικαιωμάτων, ή την απαλλαγήν του καταδικασθέντος από της πληρωμής των δικαστικών εξόδων και της αποζημιώσεως. 5.Αρμόδιος δια την αναστολήν της ποινικής διώξεως ή της εκτελέσεως της ποινής, ως και της άρσεως της αναστολής, είναι ο επιμελούμενος της εκτελέσεως, ή διώξεως, Εισαγγελεύς ή Επίτροπος. Άρθρ.3.-1.Επιτρέπεται η παράτασις του χρόνου της διαρκείας της εκτοπίσεως πέραν του υπό του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 392/1947 οριζομένου ανωτάτου ορίου των 24 μηνών, δι’ άλλους είκοσι τέσσαρας μήνας, κατά χρόνον όμως μη δυνάμενον να υπερβή, καθ’ εκάστην παράτασιν το έτος. Η παράτασις διατάσσεται εντός του προ της λήξεως του χρόνου της εκτοπίσεως τελευταίου διμήνου, δια βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών του τόπου, ένθα εδρεύει η διατάξασα την εκτόπισιν Επιτροπή Δημοσίας Ασφαλείας, εκδιδομένου αιτήσει της αστυνομικής αρχής και προτάσει του παρ’ αυτώ Εισαγγελέως, όστις μεριμνά δια την ένορκον εξέτασιν των μαρτύρων. 2.Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών επιτρέπεται η άσκησις μόνον εφέσεως εντός προθεσμίας πέντε ημερών, μη παρεκτεινομένης, αρχομένης δε δια μεν τον Εισαγγελέα από της εκδόσεως του βουλεύματος, δια δε τον εκτοπισθέντα από της επιδόσεως. 3.Η έφεσις του εκτοπισθέντος ασκείται δια δηλώσεως ενώπιον του γραμματέως του Ειρηνοδικείου, ή του διοικητού της αστυνομικής αρχής του τόπου, εις ον διανύει την εκτόπισιν, συντασσομένης εκθέσεως και δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της αποφάσεως. 4.Τα συμβούλια, δια τον σχηματισμόν της κρίσεώς των περί του επικινδύνου του εκτοπιστέου εις την δημοσίαν τάξιν, ησυχίαν και ασφάλειαν της Χώρας, λαμβάνουσιν υπ’ όψει τα εν τη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, έτι δε δύνανται να εξετάσωσι, κατά πρότασιν του Εισαγγελέως, ή του εκτοπιστέου, τρεις το πολύ μάρτυρας εξ εκατέρας πλευράς. 5.Ενώπιον των Συμβουλίων δύναται να παρίσταται ο εκτοπιστέος, δια συνηγόρου, διοριζομένου δι’ απλής εγγράφου δηλώσεως, η γνησιότης της οποίας βεβαιούται υπό της αστυνομικής αρχής του τόπου, εν ω διανύει την εκτόπισιν. 6.Κατά τα λοιπά, ως προς την σύνθεσιν και την διαδικασίαν, εφαρμόζονται τα άρθρ. 305 και 316 του Κ.Π.Δ. 7.Εκτόπισις υπόπτων τελέσεως πράξεων αντικειμένων εις την δημοσίαν τάξιν, ησυχίαν και ασφάλειαν της χώρας, διαταχθείσα δι’ αποφάσεων των Επιτροπών δημοσίας Ασφαλείς βάσει του Νόμ. 687/1948, αίρεται από της δημοσιεύσεως του παρόντος, εάν αύτη διήρκησεν εν συνεχεία επί πλήρη διετίαν. Άρθρ.4.-1.Έλληνες υπήκοοι, διαμένοντες προσωρινώς ή μονίμως εις το εξωτερικόν και δρώντες ή δράσαντες αντεθνικώς προς εξυπηρέτησιν των σκοπών των δια του άρθρ. 1 του Α.Ν. 509/1947, κυρωθέντος υπό των ψηφισμάτων ΠΑ΄ και ΞΑ΄/1948, διαλυθέντων ή διαλυθησομένων κομμάτων και οργανώσεων, κηρύσσονται έκπτωτοι της Ελληνικής ιθαγενείας κατά το άρθρ. 20 παρ. 2 του Ν.Δ. 3370/1955. Εάν πρόσωπα της κατηγορίας ταύτης εισέλθουν εντός της Επικρατείας κατά παράβασιν των προϋποθέσεων της παρ. 3, του άρθρου (Μετά την σελ. 128,20) Σελ. 128,21 194-25 Αδικήματα κατά της δημοσίας ασφαλείας 8.Δ.α.34 τούτου, παραμένουν υποχρεωτικώς εις τον τόπον της αναγνωρίσεώς των, μέχρις εκδόσεως της γνωματεύσεως του Συμβουλίου Ιθαγενείας επί προτάσεως αποστερήσεως της ιθαγενείας. Εις την περίπτωσιν ταύτην το Συμβούλιον Ιθαγενείας υποχρεούται να γνωμοδοτήση εντός πέντε, το βραδύτερον ημερών από της αποστολής της σχετικής προτάσεως, εντός δε ετέρων πέντε ημερών δέον να εκδοθή το Δ/μα αποστερήσεως της ιθαγενείας. 2.Οι κατά την προηγουμένην παράγραφον, ως και οι κατά τας διατάξεις του ΑΖ΄/1947 ψηφίσματος στερηθέντες, της ελληνικής ιθαγενείας, δεν δύνανται να επανέλθωσιν εις την Ελλάδα, καταλαμβανόμενοι δε επί του ελληνικού εδάφους, τιμωρούνται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, μετά την έκτισιν της οποίας απελαύνονται ως αλλοδαποί. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται επ’ αυτών αι διατάξεις του Νόμ. 4310/1929 «περί εγκαταστάσεως και κινήσεως αλλοδαπών εν Ελλάδι κλπ.». 3.Έλληνες υπήκοοι, εξελθόντες των ορίων της Επικρατείας άνευ τηρήσεως του Νόμ. 4310/1929, ως και αι σύζυγοι και τα τέκνα αυτών, δεν δύνανται να επανέλθουν εις το έδαφος της Επικρατείας, άνευ διαβατηρίου και προξενικής θεωρήσεως. Άρθρ.5.-1.Το Ν.Δ. 2951/1954 «περί αποδόσεως περιουσιών, δημευθεισών βάσει του Μ΄/1948 Ψηφίσματος», εφαρμόζεται και δια πολίτας Έλληνας καταδικασθέντας ως ενισχύσαντας καθ’ οιονδήποτε τρόπον την ανταρσίαν και είτα αθωωθέντας ή απαλλαγέντας κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου, ή Έλληνας πολίτας, η έκτισις της ποινής των οποίων ανεστάλη δια της καταδικαστικής αποφάσεως, χωρίς να ανακληθή έκτοτε η περί αναστολής διάταξις, εκτός αν απερρίφθη ασκηθέν υπ’ αυτών ένδικον μέσον αναθεωρήσεως, κηρυχθέντας δε εκπτώτους κατ’ εφαρμογήν του Ψηφίσματος Ν΄/1948 παντός επί του κλήρου, οικοπέδου και κτισμάτων δικαιώματος, εφ’ όσον τα δικαιώματα ταύτα δεν παρεχωρήθησαν εις έτερον κατά τας διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας δι’ αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, ή δεν παρεδόθησαν δι’ αποφάσεως της αρμοδίας Υπηρεσίας Εποικισμού προς καλλιέργειαν. Αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου, ως και του Ν.Δ. 2951/1954, έχουν εφαρμογήν και επί Ελλήνων πολιτών, αι πράξεις των οποίων εθεωρήθησαν παραγεγραμμέναι κατά τα άρθρ. 7 και 8 του Α.Ν. 1504/1950 «περί αναθεωρήσεως αποφάσεων των στρατοδικείων κλπ.» και του Α.Ν. 809/1948 «περί παροχής ευεργετημάτων εις συμμορίτας κλπ.». Η κατά το άρθρ. 1 του Ν.Δ. 2951/1954 εξάμηνος ανατρεπτική προθεσμία άρχεται από της ισχύος του παρόντος. 2.Η συζήτησις της περί αποδόσεως του κλήρου κλπ. αιτήσεως, είναι απαράδεκτος, εάν δεν προσάγηται βεβαίωσις της αρμοδίας υπηρεσίας εποικισμού περί της τύχης του αφ’ ου η έκπτωσις κλήρου. Σελ. 128,22 194-26 3.Εις περίπτωσιν καθ’ οιονδήποτε τρόπον παραχωρήσεως του κλήρου κλπ. εις τρίτον, η δικαστική απόφασις, εφ’ όσον η αίτησις κρίνεται βάσιμος, περιορίζεται εις την υπέρ του αιτούντος αναγνώρισιν δικαιώματος συμμετοχής εις πάσαν εν τη αυτή περιφερεία μελλοντικήν αποκατάστασιν ακτημόνων, εφ’ όσον συντρέχουν και αι κατά Νόμον λοιπαί προϋποθέσεις αγροτικής αποκαταστάσεως, αποκλειομένης της αναγνωρίσεως δικαιώματος αποζημιώσεως δι’ οιανδήποτε αξίαν. Άρθρ.6.-1.(Εν τέλει της παρ. 2 του άρθρ. 1 του Α.Ν. 506/1947 «περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους κλπ. και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», κυρωθέντος και τροποποιηθέντος δια των υπό στοιχ. ΜΗ΄ και ΞΑ΄ του έτους 1948 Ψηφισμάτων, προστίθεται εδάφιον δεύτερον). 2.Επί καταδίκης δι’ εγκλήματα της προηγουμένης παραγράφου και του Νόμ. 509/1947 «περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους κλπ.», έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 30 του Ν.Δ. 2493/1953 «περί τροποποιήσεως διατάξεών τινων του Π.Κ. κλπ». Εις την αυτήν περίπτωσιν δεν χωρεί αναστολή ή μετατροπή της ποινής, η δε άσκησις των ενδίκων μέσων δεν έχει ανασταλτικήν δύναμιν. Άρθρ.7.-1.Αι διατάξεις του Α.Ν. 516 της 3/8 Ιαν. 1948, ως εκυρώθη και ετροποποιήθη υπό του ΜΘ΄/1948 ψηφίσματος, πλην των άρθρ. 2 και 4 παρ. 3 και 4 και των άρθρ. 6 και 8, έχουσιν εφαρμογήν και επί των πάσης φύσεως οργανισμών, επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων κοινής ωφελείας, ή των ασχολουμένων εις την παραγωγήν ειδών χρησίμων εις την εθνικήν άμυναν. 2.Αι παρ’ εκάστω των ανωτέρω οργανισμών, επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων κατά την παρ. 1 του
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.