← Ελλάδα

39. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 251 της 2/20 Μαρτ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 67) Περί της διαδικασίας επιβολής του κατά το άρθρ. 60 του Νόμ. 947/1979 προστίμου κ

Εν συντομία

Αυτό το Προεδρικό Διάταγμα καθορίζει τη διαδικασία για την επιβολή προστίμων που προβλέπονται από τον Νόμο 947/1979 για παραβάσεις σε οικιστικές περιοχές και τη ρύθμιση των σχετικών διαφορών.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
39. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 251 της 2/20 Μαρτ. 1981 (ΦΕΚ Α΄ 67) Περί της διαδικασίας επιβολής του κατά το άρθρ. 60 του Νόμ. 947/1979 προστίμου και επιλύσεως των σχετικών διαφορών. Έχοντες υπ’ όψει: α.Τας διατάξεις του άρθρ. 60 παρ. 2 του Νόμ. 947/1979 «περί οικιστικών περιοχών». β.Τας διατάξεις των άρθρ. 2 και 7 του Νόμ. 1032/80 «περί συστάσεως Υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος». γ.Την υπ’ αριθ. 920/1980 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, απεφασίσαμεν: Επιβολή του προστίμου Άρθρ.1.-1.Η επιβολή των κυρώσεων του άρθρ. 60 του Νόμ. 947/1979 «περί οικιστικών περιοχών» δια παραβιάσεις των διατάξεων του ανωτέρω Νόμ. 947/1979 ή των βάσει των άρθρ. 7, 9 και 11 του Ν.Δ. της 17.7./16.8.23 «περί σχεδίων πόλεων κλπ» τιθεμένων όρων και περιορισμών δομήσεως και χρήσεως ακινήτων γίνεται δι’ αποφάσεως του Προϊσταμένου της πολεοδομικής αρχής ή του κατά τας κειμένας διατάξεις νομίμου αναπληρωτού του. (Αντί για τη σελ. 430,525) Σελ. 430,525(α) Τεύχος 771-Σελ. 109 2.Κατά τόπον αρμοδία είναι η πολεοδομική αρχή εις την περιφέρειαν της οποίας ευρίσκεται το ακίνητον εις τον οποίον διαπιστούται η παράβασις. Προκειμένου περί παραβάσεων της περιπτ. α της παρ. 1 του άρθρ. 60 του Νόμ. 947/1979 κατά τόπον αρμοδία είναι η πολεοδομική αρχή εις την περιφέρειαν της οποίας ευρίσκεται η ζώνη της ενεργού πολεοδομίας ή του αστικού αναδασμού. 3.Δια της κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου αποφάσεως προσδιορίζεται το ποσόν του εις εκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν επιβαλλομένου προστίμου, εντός των υπό του νόμου οριζομένων ορίων. 4.Ο προσδιορισμός του ποσού του προστίμου γίνεται βάσει των συνθηκών της παραβάσεως. 5.Η απόφασις κοινοποιείται προς τον υπόχρεον δια του οικείου αστυνομικού Τμήματος ή δια παντός ετέρου δημοσίου οργάνου. Έκθεσις αυτοψίας Άρθρ.2.-1.Της εκδόσεως της κατά το προηγούμενον άρθρον αποφάσεως προς επιβολήν του προστίμου προηγείται αυτοψία δια την διαπίστωσιν της παραβάσεως. 2.Η αυτοψία διενεργείται υπό υπαλλήλου της αρμοδίας πολεοδομικής αρχής οριζομένου υπό του Προϊσταμένου ταύτης ή του κατά τας κειμένας διατάξεις νομίμου αναπληρωτού του. 3.Περί της αυτοψίας συντάσσεται σχετική έκθεσις υπογραφομένη υπό του διενεργήσαντος την αυτοψίαν. Η έκθεσις περιλαμβάνει περιγραφήν της παραβάσεως, μνείαν των κανόνων τους οποίους παραβαίνει αύτη, μνείαν των στοιχείων του ακινήτου εις το οποίον σημειούται η παράβασις, στοιχεία των ιδιοκτητών του ακινήτου εις το οποίον διαπιστούται η παράβασις ή του ιδιωτικού φορέως προγράμματος ενεργού πολεοδομίας ή αστικού αναδασμού υπό του οποίου διεπράχθη ή παράβασις ως και παν έτερον χρήσιμον στοιχείον. Σκαρίφημα ή σχέδιον δύναται να περιλαμβάνεται εις την έκθεσιν ή να συνοδεύη αυτήν μόνον εάν τούτο είναι απαραίτητον δια την περιγραφήν της παραβάσεως. 4.Η έκθεσις θεωρείται υπό του Προϊσταμένου της πολεοδομικής αρχής ή του υπ’ αυτού εξουσιοδοτημένου οργάνου ταύτης, ο οποίος δύναται εάν κρίνη τούτο σκόπιμον να διενεργήση νέαν αυτοψίαν. Σελ. 430,526(α) Τεύχος 771 Σελ. 110 5.Η έκθεσις κοινοποιείται εις τους βαρυνομένους ιδιοκτήτας οι οποίοι δύνανται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας πέντε ημερών να γνωστοποιήσουν εις την αρμοδίαν πολεοδομικήν αρχήν τυχόν αντιρρήσεις των. Τυχόν μη υποβολή εμπροθέσμως αντιρρήσεων δεν κωλύει την άσκησιν της κατά το άρθρ. 4 του παρόντος προσφυγής. Η κοινοποίησις της εκθέσεως γίνεται κατά τας διατάξεις της παρ. 5 του προηγουμένου άρθρου. Η απόφασις περί επιβολής της κυρώσεως εκδίδεται μετά την παρέλευσιν της ανωτέρω πενθημέρου προθεσμίας και, κατά την έκδοσίν της, λαμβάνονται υπ’ όψιν και αι τυχόν εμπροθέσμως υποβληθείσαι αντιρρήσεις. Βιβλίον παραβάσεων Άρθρ.3.-1.Εις εκάστην πολεοδομικήν αρχήν τηρείται ίδιον βιβλίον εις το οποίον καταχωρούνται περιληπτικά στοιχεία εκάστης διαπιστουμένης παραβάσεως και της περαιτέρω πορείας αυτής και ιδία στοιχεία της εκθέσεως αυτοψίας, της αποφάσεως επιβολής της διοικητικής ποινής, της μονιμοποιήσεως ταύτης και της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, της τυχόν ασκηθείσης προσφυγής και της περαιτέρω πορείας επί ταύτης και της βεβαιώσεως του προστίμου εις το οικείον Ταμείον. 2.Ο κατά ημερολογιακόν έτος αύξων αριθμός υπό τον οποίον καταχωρείται εις το βιβλίον παραβάσεων εκάστη εκ τούτων αναγράφεται εις τον οικείον φάκελλον, την έκθεσιν αυτοψίας, την πράξιν επιβολής και εις παν εκδιδόμενον σχετικόν προς ταύτην έγγραφον ως και εις τον σχετικόν φάκελλον της υποθέσεως. 3.Το βιβλίον προς της χρήσεώς του αριθμείται και μονογραφείται ανά φύλλον υπό του Προϊσταμένου της Πολεοδομικής Αρχής, ο οποίος εις την τελευταίαν αυτού σελίδα βεβαιοί δια πράξεώς του την τοιαύτην αρίθμησιν και τον ολικόν αριθμόν φύλλων του βιβλίου. 23.Δ.κβ.39 Οικιστικές περιοχές Προσφυγή – εκδίκασις αυτής Άρθρ.4.-1.Κατά των κατά το άρθρ. 1 του παρόντος Δ/τος αποφάσεων των επιβαλουσών την διοικητικήν ποινήν το προστίμου, επιτρέπεται η κατά την παρ. 2 του άρθρ. 60 του Νόμ. 947/79 προσφυγή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου. 2.Δια την άσκησιν της προσφυγής, δια την εκδίδκασιν ταύτης ως και δια την άσκησιν και εκδίκασιν των κατά το επόμενον άρθρον ενδίκων μέσων εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του δια του Νόμ. 4125/1970 κυρωθέντος «Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας» ως αύται εκάστοτε ισχύουν, με τας εις τας επομένας παραγράφους του παρόντος άρθρου και εις το επόμενον άρθρον οριζομένας αποκλίσεις. 3.Υπό μονομελή σύνθεσιν του διοικητικού πρωτοδικείο συζητούνται αι προσφυγαί κατά αποφάσεων προστίμου μέχρι και 200.000 δραχμών. Αι λοιπαί προσφυγαί συζητούνται υπό του δικαστηρίου τούτου εν τριμελή συνθέσει. Η παρ. 2 του άρθρ. 6 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας εφαρμόζεται και εν προκειμένω. 4.Η προσφυγή ασκείται εντός της υπό της παρ. 2 του άρθρ. 60 του Νόμ. 947/79 προθεσμίας ενός μηνός από της κοινοποιήσεως εις τον υπόχρεον της αποφάσεως, αντί της υπό της παρ. 1 του άρθρ. 77 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας, οριζομένης προς τούτο προθεσμίας. Αι λοιπαί διατάξεις του ανωτέρω άρθρ. 77 του Κωδ. Φορολ. Δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω. 5.Αι διατάξεις του Κεφαλαίου Έκτου του ως άνω Κώδικος (άρθρ. 70-72) περί εξωδίκου λύσεως διαφορών δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω. 6.Όπου εις τας διατάξεις του ανωτέρω Κώδικος αναφέρεται η «εκδούσα την πράξιν αρχή» ή «οικονομική αρχή» ή «φορολογική αρχή» νοείται η κατά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος αρμοδία πολεοδομική αρχή. Ταύτα ισχύουν ιδία δια: α.Την κατά το άρθρ. 27 παρ. 1 του ανωτέρω Κώδικος εκπροσώπησιν του Δημοσίου εις την δίκην, β) την κατά το άρθρ. 79 επίδοσιν της προσφυγής, γ) την κατά το άρθρ. 82 υποχρέωσιν εμπροθέσμου αποστολής του φακέλλου. Επίσης όπου αναφέρεται «φορολογική διαφορά» νοείται η εκ της εφαρμογής του άρθρ. 60 του Νόμ. 947/79 και του παρόντος Δ/τος διοικητική διαφορά. 7.Όπου εις τας διατάξεις του ανωτέρω Κώδικος αναφέρεται ο Υπουργός Οικονομικών νοείται ο Υπουργός Δημοσίων Έργων ή το υπό τούτου εξουσιοδοτούμενον όργανον της Κεντρικής ή της οικείας διανομαρχιακής υπηρεσίας του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Τα ανωτέρω ισχύουν ιδία δια την υπέρ του Δημοσίου άσκησιν της προσφυγής κατά το άρθρ. 7 παρ. 2 του Κώδικος. Ένδικα μέσα. Λόγος αναιρέσεως Άρθρ.5.-1.Αι αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων επί των περί ων το παρόν Δ/γμα διαφορών υπόκεινται εις πάντα τα ένδικα μέσα τα προβλεπόμενα υπό του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας. 2.Εις έφεσιν υπόκεινται μόνον αι οριστικαί αποφάσεις των Διοικητικών Πρωτοδικείων επί προσφυγών κατά αποφάσεων του άρθρ. 1 του παρόντος επιβαλλουσών πρόστιμον άνω των εκατό χιλιάδων δραχμών. Αι λοιπαί τοιαύται αποφάεις είναι ανέκκλητοι. Το άρθρ. 165 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας δεν εφαρμόζεται επί των περί ων το παρόν Δ/γμα διαφορών. 3.Το δια το παραδεκτόν της εφέσεως απαιτούμενον παράβολον υπολογίζεται κατά την παρ. 3 του άρθρ. 171 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας. Παράβολον δεν απαιτείται επί εφέσεων ασκουμένων υπέρ του Δημοσίου. 4.Δια την άσκησιν αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων επί διαφορών περί ων το παρόν Δ/γμα εφαρμόζεται το άρθρ. 184 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας. Βεβαίωσις και καταβολή προστίμου Άρθρ.6.-1.Μετά την παρέλευσιν απράκτου της προθεσμίας προς άσκησιν προσφυγής κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 1 του παρόντος, η αρμοδία Πολεοδομική Αρχή βεβαιώνει το σχετικόν πρόστιμον εις το αρμόδιον Δημόσιον Ταμείον. Το βεβαιούμενον ποσόν καταβάλλεται εφ’ άπαξ. 2.Εις περίπτωσιν ασκήσεως προσφυγής, βεβαιώνεται αμέσως το 20% το αμφισβητουμένου προστίμου. Το βεβαιούμενον ποσόν καταβάλλεται εις 8 ίσας μηνιαίας δόσεις, της Α΄ δόσεως καταβαλλομένης εντός του επομένου από της βεβαιώσεως μηνός. Το ποσόν τούτο συμψηφίζεται προς το βάσει της αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου καθορισθέν ποσόν. Το τυχόν επί πλέον βεβαιωθέν ποσόν εκπίπτεται ή επιστρέφεται κατά περίπτωσιν. 3.Το μετά την έκδοσιν της αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου βεβαιούμενον ποσόν καταβάλλεται εφ’ άπαξ εντός του επομένου από της βεβαιώσεως μηνός. 4.Αρμόδιον Δημόσιον Ταμείον δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν το προστίμου, είναι το Δημόσιον Ταμείον του επαγγέλματος του οφειλέτου και επί μη ασκήσεως επαγγέλματος το Δημόσιον Ταμείον της κατοικίας του. 5.Επί των χρηματικών καταλόγων οι οποίοι συντάσσονται δια την βεβαίωσιν του προστίμου, αναγράφονται πλην των άλλων στοιχείων και ο τρόπος της καταβολής, ως και ο αριθμός των δόσεων. (Αντί για τη σελ. 430,527) Σελ. 430,527(α) Τεύχος 771 Σελ. 111 Οικιστικές περιοχές 23.Δ.κβ.39 6.Η κατά τα ανωτέρω βεβαίωσις διενεργείται εντός δεκαπενθημέρου από της απράκτου παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής ή από της περιελεύσεως εις την αρμοδίαν αρχήν της επί της προσφυγής εκδοθείσης οριστικής αποφάσεως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.