← Ελλάδα

51. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Αριθ.Κ.15965 της 22/22 Ιουλ. 1955 Περί του τρόπου διαδικασίας εφαρμογής της υπ’ αριθ. 1234/55 πράξεως του Υπουργικού

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση ρυθμίζει τον τρόπο εφαρμογής της πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου 1234/55, η οποία αφορά την αναβολή είσπραξης του φόρου κατανάλωσης καπνού υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ουσιαστικά, καθορίζει τη διαδικασία για την παροχή πιστώσεων στις καπνοβιομηχανίες για την πληρωμή του φόρου καπνού.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
51. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Αριθ.Κ.15965 της 22/22 Ιουλ. 1955 Περί του τρόπου διαδικασίας εφαρμογής της υπ’ αριθ. 1234/55 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου. Έχοντες υπ’ όψιν τας διατάξεις της υπ’ αριθ. 1234/55 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου «περί μεταθέσεως του χρόνου εισπράξεως του φόρου καταναλώσεως καπνού υπό ωρισμένας προϋποθέσεις», δημοσιευθείσης δια του υπ’ αριθ. 196 της 22.7.55 ΦΕΚ (τεύχος Α΄) αποφασίζομεν: Άρθρ.1.-1.Από της ισχύος της ανωτέρω πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου, ο ισχύων εκάστοτε φόρος καταναλώσεως επι των υπο των εγχωρίων καπνοβιομηχανιών παραγομένων καπνοβιομηχανικών προϊόντων εν γένει, βεβαιούμενος κατά τας ισχυούσας διατάξεις, δύναται, επί τη τηρήσει της κατά τα άρθρ. 2 και 3 της παρούσης καθοριζομένης διαδικασίας, να καταβάλληται εντόκως προς 5% ετησίως μετά πάροδον δέκα εργασίμων ημερών από της κατά τ’ ανωτέρω βεβαιώσεως. (Η πίστωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη κατά καπνοβιομηχανίαν τους φόρους καταναλώσεως δέκα εργασίμων ημερών ενός των μηνών του πρώτου εξαμήνου τρέχοντος έτους κατ’ επιλογήν της καπνοβιομηχανίας.) Η εντός ( ) περίοδος κατηργήθη από της 28 Σεπτ. 1955 δια της υπ’ αριθ. Κ. 20438 της 27/28 Σεπτ. 1955 αποφάσεως Υπουργ. Οικονομικών. Σελ. 320,14 ΟΒ-60 Το εν δέκατον εκ της κατά τ’ ανωτέρω πιστώσεως των 10 ημερών, αι Καπνοβιομηχανίαι υποχρεούνται να παρέχωσιν εις σιγαρέττα κλπ. ίσης αξίας επί πιστώσει και με τον αυτόν τόκον, προς τους πρατηριούχους και αντιπροσώπους των. 2.Ειδικώς, εις τας Καπνοβιομηχανίας, περί ων η παρ. 3 της μνησθείσης πράξεως του Υπουργ. Συμβουλίου, παρέχεται επιπροσθέτως εφ’ άπαξ εντόκος πίστωσις, επί τω αυτώ επιτοκίω εις ενσήμους ταινίας φορολογίας καπνού, αξίας ίσης προς το ποσόν των φόρων καταναλώσεως των αντιστοιχούντων επί παραγωγής πέντε εργασίμων ημερών προσδιοριζομένων κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα. Η πίστωσις αύτη είναι εξοφλητέα μέχρι της 30 ης Ιουν. 1956 δι’ ένδεκα ίσων μηνιαίων δόσεων, εξ ων η πρώτη καταβληθήσεται την 31 ην Αυγούστου ε.ε. αι δε υπόλοιποι αντιστοίχως εις το τέλος εκάστου επομένου μηνός. Κατά την ανάληψιν της πιστώσεως ταύτης, ο Καπνοβιομήχανος υποχρεούται όπως υπογράψη και καταθέση γραμμάτια εις διαταγήν του Ελληνικού Δημοσίου, ισόποσα προς τας κατά τ’ ανωτέρω μηνιαίας δόσεις εξοφλήσεως της πιστώσεως, πλέον των επ’ αυτών αναλογούντων τόκων και με χρονολογίαν λήξεως την τελευταίαν εργάσιμον ημέραν εκάστου των ως άνω ένδεκα μηνών. Άρθρ.2.-1.Δια να τύχωσι της υπό του προηγουμένου άρθρου παρεχομένης πιστώσεως αι Καπνοβιομηχανίαι, οφείλουσι να ζητησωσι τούτο εγγράφως παρά του αρμοδίου Εφόρου Καπνού και να προέλθωσιν εις την σύνταξιν μετ’ αυτού, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, ιδιωτικού μεν συμφωνητικού και υπό τους εν αυτώ όρους εφ’ όσον εις εξασφάλισιν του Δημοσίου παρέχεται Τραπεζητική εγγύησις, συμβολαιογραφικού δ’ εγγράφου εφ’ όσον παρέχεται υποθήκη ή ενέχυρον. Η αίτησις της Καπνοβιομηχανίας είναι απαράδεκτος αν μη συνοδεύηται και δι’ εγγυητικής επιστολής μιας των εν Ελλάδι ανεγνωρισμένων Τραπεζών, ποσού αναλόγου προς την χορηγητέαν αυταίς πίστωσιν. 2.Αντί της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής Τραπέζης ή προς συμπλήρωσιν ταύτης, δύναται να παρέχηται εμπράγματος ασφάλεια δι’ εγγραφής πρώτης υποθήκης υπέρ του Δημοσίου εις ακίνητα της Καπνοβιομηχανίας ή τρίτου, συναινούντος νομοτύπως προς τούτο. Εφόσον δίδεται εις υποθήκην το καπνεργοστάσιον της καπνοβιομηχανίας, η υποθήκη επεκτείνεται και επί των πάσης φύσεως μηχανικών εγκαταστάσεων αυτής, των εμπεπιγμένων εντός του υποθηκευμένου καπνεργοστασίου, κατά τα ειδικώτερον υπό των διατάξεων του Νόμ. 4112/1929 καθοριζόμενα. 28.Ε.α.50-51 Κώδικας Φορολογίας Καπνού 3.Ομοίως, δύναται δι’ εγγράφου δηλώσεως του καπνοβιομηχάνου, να παρέχηται υπέρ του δημοσίου ενέχυρον επί των εισκομισθέντων εις το καπνεργοστάσιον καπνοκοπτικών, σιγαροποιητικών, αποικονιωτικών, τροχιστικών, κυτιοποιητικών ή άλλων μηχανημάτων ή εργαλείων, ή μηχανικών εγκαταστάσεων αυτού. Εν τη σχετική δηλώσει, δέον να απαριθμώνται λεπτομερώς ένα έκαστον των εις ενέχυρον διδομένων και να δηλούται ότι ταύτα ανήκουσιν αυτώ κατά κυριότητα και ότι είναι ελεύθερα παντός βάρους, χρέους υποθήκης, κατασχέσεως, προσημειώσεως, ή τρίτου εκνικήσεως και παντός νομικού ελαττώματος. Άμα τη υποβολή της δηλώσεως ταύτης της ενδιαφερομένης καπνοβιομηχανίας και υπό την προϋπόθεσιν της αποδοχής αυτής υπό του Δημοσίου, συνιστάται αυτοδικαίως και άνευ ετέρας τινός διατυπώσεως υπέρ αυτού ενέχυρον επί πάντων των εν τη δηλώσει αναφερομένων μηχανημάτων. Το Δημόσιον παρέχει από τούδε, αιτήσει της καπνοβιομηχανίας, την συγκατάθεσίν του όπως χρησιμοποιή αύτη τα εν λόγω μηχανήματα, του Δημοσίου δυναμένου ν’ ανακαλέση ανά πάσαν στιγμήν την συγκατάθεσίν του ταύτην και ν’ αναλάβη εις την κατοχήν του εξ ολοκλήρου τα μηχανήματα ταύτα. «4.Ως εγγύησις προς εξασφάλισιν του Δημοσίου, δια την παρεχομένην εις τας καπνοβιομηχανίας πίστωσιν εις ενσήμους ταινίας, λογίζονται, προκειμένου μεν περί των, ως ανωτέρω, διδομένων εις υποθήκην ακινήτων τα 2/3 της κατά το άρθρ. 4 της παρούσης εκτιμωμένης αξίας αυτών, προκειμένου δε περί των εις υποθήκην ή ενέχυρον διδομένων μηχανημάτων το ½ της κατά τας αυτάς διατάξεις εκτιμωμένης αξίας αυτών». Η παρ. 4 αντικατεστάθη ως άνω δια της υπ’ αριθ. Κ.16673 της 17/24 Νοεμ. 1964 αποφ. Υπ. Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 544). Με την Κ.9668/2407/28 Δεκ. 1983-12 Ιαν. 1984 (ΦΕΚ Β΄ 8) απόφ. Υπ. Οικονομικών, που τροποποίησε την άνω παρ. 4 ορίστηκε ότι: «η χορηγούμενη, στο εξής, πίστωση του φόρου κατανάλωσης καπνού και του Φ.Κ.Ε. να μην υπερβαίνει το 90% της εκτιμούμενης, από την αρμόδια επιτροπή, τρέχουσας αξίας των ακινήτων, των δε μηχανημάτων το 75% της αξίας αυτής, προκειμένου για τα μηχανήματα που έχουν αποκτηθεί μέσα στην τελευταία πενταετία από την ημέρα εκτίμησης αυτών και το 65% προκειμένου για τα μηχανήματα των οποίων το έτος κτήσης υπερβαίνει την πενταετία, από την ημέρα εκτίμησης της τρέχουσας αξίας αυτών». Άρθρ.3.-1.Ο φόρος καταναλώσεως καπνού ο αναλογών εφ’ εκάστης αιτήσεως κοπής καπνού, όστις, συμφώνως προς τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 1 της παρούσης, θα εισπράττηται μετά δεκαήμερον από της εκκαθαρίσεως ταύτης, θα εξασφαλίζεται και δια ισοπόσου γραμματίου, προσηυξημένου δια του αναλογούντος τόκου 5%, εις διαταγήν του Ελληνικού Δημοσίου, λήξεως μετά 10 εργασίμους ημέρας από της εκκαθαρίσεως της αιτήσεως κοπής, θα κατατίθεται δε εις τον αρμόδιον Δημόσιον Ταμίαν προ της παραδόσεως των ενσήμων ταινιών εις την καπνοβιομηχανίαν. Το εν λόγω γραμμάτιον θα καλύπτη την αξίαν των ταινιών, τους προσθέτους φόρους τους αναλογούντας επί των υπαγομένων εις φορολογίαν χιλιογράμμων καπνοβιομηχανικών προϊόντων, οίτινες κατά την ισχύουσαν σήμερα διαδικασίαν, καταβάλλονται ως συμπληρωματικός φόρος καταναλώσεως και τους επ’ αυτών αναλογούντας τόκους, θ’ αποτελή δε το πιστωτικόν στοιχείον εν τη διαχειρίσει του αρμοδίου Ταμείου. 2.Επί τη εμπροθέσμω εξοφλήσει εκάστου γραμματίου, εκδίδεται υπό του Ταμείου το οικείον διπλότυπον εισπράξεως, όπερ προσάγεται υπό της ενδιαφερομένης καπνοβιομηχανίας εις τον αρμόδιον Έφορον Καπνού προς επισύναψίν του εις την οικείαν αίτησιν κοπής καπνού. Άρθρ.4.-Η αποτίμησις της αξίας των προς εξασφάλισιν του Δημοσίου προσφερομένων υπό της καπνοβιομηχανίας μηχανημάτων και ακινήτων, ενεργείται παρ’ Επιτροπών, οριζομένων δια διαταγών του Υπουργείου των Οικονομικών και αποτελουμένων εξ ενός μηχανικού Δημοσίου υπαλλήλου και τριών υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών, εξ ων ο εις εκτελεί χρέη γραμματέως. Προκειμένης επαρχιακής καπνοβιομηχανίας, οι ανωτέρω υπάλληλοι αναπληρούνται εν όλω ή εν μέρει παρ’ υπαλλήλων της αρμοδίας Εφορίας, ελλείψει δε τοιούτων παρ’ ετέρων οικονομικών υπαλλήλων οριζομένων υπό της Διευθύνσεως Φορολογίας Καπνού του Υπουργείου Οικονομικών. Δια την αντιμετώπισιν των εξόδων κινήσεως των μελών των Επιτροπών τούτων, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του από 21.2.1938 Β.Δ/τος, ως ετροποποιήθη δια του από 20.1.51 ομοίου, με βάσιν όμως το ποσόν της καλυφθησομένης πιστώσεως δια της παρεχομένης εμπραγμάτου ασφαλείας. Άρθρ.5.-Η παράβασις οιουδήποτε όρου της υπ’ αριθ. 1234/1955 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου, των διατάξεων της παρούσης και των συναφθησομένων συμβάσεων συνεπάγεται την αναστολήν της παρεχομένης πιστώσεως, καθισταμένης απαιτητής άμα τη, δια πράξεως του Εφόρου Καπνού, διαπιστώσει της παραβάσεως. Η πράξις αύτη κοινοποιείται επ’ αποδείξει εις την ενδιαφερομένην καπνοβιομηχανίαν. Επίσης εάν μειωθή η αξία των περί ων αι παρ. 2 και 3 του άρθρ. 2 ακινήτων ή κινητών κάτω του υπό της παρ. 4 του αυτού άρθρου οριζομένου κατωτάτου ορίου, η δε καπνοβιομηχανία δεν προσαγάγη εγκαίρως συμπληρωματικήν ασφάλειαν ο Έφορος Καπνού, όστις δέον να παρακολουθή την εξέλιξιν των εις εξασφάλισιν παρασχεθεισών αξιών περιορίζει οίκοθεν και αναλόγως την παρεχομένην πίστωσιν. (Αντί για τη σελ. 320,15(α) Σελ. 320,15(β) Τεύχος Ζ11-Σελ. 95 Κώδικας Φορολογίας Καπνού 28.Ε.α.51 2.Εν περιπτώσει καθυστερήσεως εξοφλήσεως ενός γραμματίου εκ των κατατεθέντων υπό της καπνοβιομηχανίας, κατ’ εφαρμογήν της παρ. 2 του άρθρ. 1 και της παρ. 1 του άρθρ. 3 της παρούσης καθίστανται αυτοδικαίως απαιτητά και ληξιπρόθεσμα άπαντα τα παρά τω αυτώ Δημοσίω Ταμείω κατατεθειμένα δια την αυτήν αιτίαν υπό της καπνοβιομηχανίας γραμμάτια μεταγενεστέρας λήξεως και επιδιώκεται η είσπραξίς των κατά τας περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων διατάξεις του Δημοσίου Λογιστικού.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.