📄 Κείμενο νόμου
3. ΝΟΜΟΘΕΤ.ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 494 της 17/19 Ιουλ. 1974 (ΦΕΚ Α΄ 203) Περί καταστημάτων πωλήσεως αδασμολογήτων και αφορολογήτων ειδών. Άρθρ.1.-1.Επιτρέπεται η εγκατάστασις και η λειτουργία εν Ελλάδι, καταστημάτων πωλήσεως αδασμολογήτων και αφορολογήτων ειδών, εγχωρίου και αλλοδαπής προελεύσεως: α)Εις τους κρατικούς διεθνείς αερολιμένας. β)Εις τους λιμένας διακινήσεως επιβατών εξωτερικού. γ)Εις τους χερσαίους μεθοριακούς σταθμούς διακινήσεως επιβατών εξωτερικού. 2.Τα, κατά την προηγουμένην παράγραφον, καταστήματα, εγκαθίστανται εντός των τελωνειακώς ελεγχομένων χώρων και εις θέσεις καθοριζομένας υπό του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην, αφ’ ενός του Προϊσταμένου της οικείας Τελωνειακής Αρχής και αφ’ ετέρου ενός υπαλλήλου οριζομένου υπό του Υπουργού, εις την αρμοδιότητα ή εποπτείαν του οποίου υπάγεται ο περί ου πρόκειται χώρος. Άρθρ.10.-1.Η διάθεσις των, περί ων ο παρών νόμος, αδασμολογήτων και αφορολογήτων ειδών εις την εσωτερικήν κατανάλωσιν ή εις μη δικαιούμενα εις αγοράν πρόσωπα, αποτελεί λαθρεμπορίαν, διωκωμένην και τιμωρουμένην κατά τας περί αυτής διατάξεις. 2.Η παράβασις υπό του μισθωτού των διατάξεων του παρόντος νόμου ή της οικείας συμβάσεως θεμελιοί δικαίωμα του Υπουργού των Οικονομικών αμέσου καταγγελίας της συμβάσεως, δια μονομερούς πράξεως αυτού, κοινοποιουμένης εις τον μισθωτήν αζημίως δια το Δημόσιον, επιφυλασσομένης πάσης αξιώσεως του Δημοσίου δια πάσαν εις βάρος τούτου ζημίαν. Άρθρ.11.-Πάσα ετέρα λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν του παρόντος νόμου, ρυθμίζεται δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και του κατά περίπτωσιν Υπουργού, εις την αρμοδιότητα ή εποπτείαν του οποίου υπάγονται οι εκμισθούμενοι χώροι, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Άρθρ.12.-Αι διατάξεις του Ν.Δ. 56/1973 ως και πάσα γενική ή ειδική διάταξις αντικειμένη εις τας διατάξεις του παρόντος, καταργείται. Άρθρ.13.-Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. (Αντί των σελ. 380,33(β) -380,38) Σελ. 380,33(γ) Τεύχος 622- Σελ. 57 Καταστήματα Αφορολόγητων Ειδών 30.Δ.ζ.3 Άρθρ.2.-1.Εις τα ως άνω καταστήματα πωλούνται υποχρεωτικώς είδη εγχωρίου παραγωγής, δύνανται δε να πωλούνται και είδη αλλοδαπής προελεύσεως. 2.Τα είδη ταύτα είναι: α)Σιγαρέττα, σιγάρα και καπνικά προϊόντα εν γένει. β)Οίνοι και οινοπνευματώδη ποτά εν γένει. γ)Παιγνιόχαρτα και πυρεία εις φακελλίσκους. Αρώματα και καλλυντικά. 3.επιτρέπεται, όπως, τα ως άνω είδη, καθορίζωνται ειδικώτερον και προστίθενται εις ταύτα έτερα, δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου, εκδιδομένων προ της δημοσιεύσεως των εκάστοτε διακηρύξεων μισθώσεως των καταστημάτων και μη δυναμένων να τροποποιηθούν κατά την διάρκειαν της μισθώσεως, δημοσιευομένων δε δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 4.Τα ως άνω είδη πωλούνται εις τους εξερχομένους της χώρας ή διερχομένους εκ ταύτης ημεδαπούς ή αλλοδαπούς και εις τα πληρώματα των πλοίων και αεροσκαφών, παραδίδονται δε εις αυτούς κατά τον χρόνον της αναχωρήσεώς των εξ Ελλάδος κατά τα ειδικώτερον δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών οριζόμενα. Άρθρ.3.-Η πώλησις δια των ως άνω καταστημάτων ενεργείται εις ξένον συνάλλαγμα, υπό τον έλεγχον των αρμοδίων οργάνων, δραχμοποιούμενον παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος. Επίσης δύναται να ενεργήται εις δραχμάς μέχρι του εκάστοτε επιτρεπομένου προς εξαγωγήν ποσού δραχμών κατ’ επιβάτην. Άρθρ.4.-1.Τα περί ων ο παρών νόμος καταστήματα παραχωρούνται κατόπιν δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού διενεργουμένου υπό του Υπουργείου Οικονομικών ενώπιον Τριμελούς Επιτροπής, συγκροτουμένης δι’ αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών και αποτελουμένης εξ ενός Διευθυντού του Υπουργείου Οικονομικών ως Προέδρου, ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Εμπορίου και ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου εις την αρμοδιότητα ή εποπτείαν του οποίου υπάγονται οι χώροι, εν οις εγκαθίστανται τα καταστήματα, των υπαλλήλων τούτων υποδεικνυομένων υπό των αρμοδίων Υπουργών. 2.Η διακήρυξις εκδίδεται υπό του Υπουργού των Οικονομικών, ο τύπος όμως αυτής, το βασικόν περιεχόμενον, ο τρόπος δημοσιεύσεως και πάσα (Αντί της σελ. 380,31) Σελ. 380,31(α) Τεύχος 534 – Σελ. 109 Καταστήματα Αφορολόγητων Ειδών 30.Δ.ζ.1-3 σχετική λεπτομέρεια καθορίζονται, δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Εμπορίου και του κατά περίπτωσιν Υπουργού, εις την αρμοδιότητα ή εποπτείαν του οποίου υπάγονται οι χώροι εν οις τα καταστήματα εγκαθίστανται. 3.Εν τη διακηρύξει περιλαμβάνονται υποχρεωτικώς το μίσθωμα, όπερ συνίσταται εις ωρισμένον πάγιον ποσόν, μη επιδεχόμενον αυξομείωσιν και εις ποσοστόν επί των ακαθαρίστων εσόδων της επιχειρήσεως, οριζόμενον κατά βάσιν εν τη διακηρύξει και αποτελούν περαιτέρω αντικείμενον της πλειοδοσίας. Επί πλέον καθορίζονται εν αυτή υποχρεωτικώς πάντες οι γενικοί και οι ειδικοί όροι εγκαταστάσεως και λειτουργίας των καταστημάτων ως και οι όροι πωλήσεως εν αυτοίς των κατά τα άνω ειδών, ιδία δε αι προϋποθέσεις συμμετοχής εις τον διαγωνισμόν, η διάρκεια της μισθώσεως και αι ειδικώτεραι υποχρεώσεις του αναδειχθησομένου μισθωτού. 4.Η κατακύρωσις ενεργείται δια κοινής αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωσιν αρμοδίου Υπουργού, εις την αρμοδιότητα ή εποπτείαν του οποίου υπάγονται οι χώροι εν οις τα καταστήματα εγκαθίστανται, μετά γνώμην της, εν παρ. 1, Επιτροπής. 5.Την κατακύρωσιν ακολουθεί η υπογραφή της οικείας συμβάσεως, μεταξύ του Υπουργού των Οικονομικών και του πλειοδότου. 6.Το ποσόν του μισθώματος περιλαμβάνει, αφ’ ενός το αντάλλαγμα δι’ εγκατάστασιν και χρήσιν των ανωτέρω καταστημάτων και αφ’ ετέρου το αντάλλαγμα της εν αυτοίς προνομιακής πωλήσεως των αδασμολογήτων και αφορολογήτων ειδών. Το μίσθωμα τούτο καταβάλλεται εις το Δημόσιον, το εξ αυτού δε πάγιον ποσόν περιέρχεται εις τον τυχόν υφιστάμενον προϋπολογισμόν ή ειδικόν λογαριασμόν υπό την διαχείρισιν της υπηρεσίας, της εχούσης την αρμοδιότητα επί των χώρων, εις τους οποίους εγκαθίστανται τα περί ων πρόκειται καταστήματα. Σελ. 380,32(α) Τεύχος 534 – Σελ. 110 Καταστήματα Αφορολόγητων Ειδών 30.Δ.ζ.3 30.Δ.ζ.3 Καταστήματα Αφορολόγητων Ειδών Άρθρ.5.-1.Αι ανώτατοι τιμαί πωλήσεως των διαφόρων ειδών υπό των εν άρθρ. 1 του παρόντος νόμου καταστημάτων καθορίζονται εκάστοτε εις δραχμάς ή και εις ξένον συνάλλαγμα, δια δελτίου τιμών, εκδιδομένου δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου. 2.Προκειμένου περί προϊόντων ημεδαπής προελεύσεως αι τιμαί πωλήσεως δεν δύνανται να είναι ανώτεραι ποσού εξευρισκομένου εκ της τιμής χονδρικής πωλήσεως του προϊόντος ή της τιμής εξαγωγής αυτού, εάν αύτη είναι κατωτέρα, λαμβανομένων μετ’ αφαίρεσιν των τυχόν φορολογικών επιβαρύνσεων, προστιθεμένου ποσοστού μικτού κέρδους μέχρι 30%. 3.Προκειμένου περί προϊόντων αλλοδαπής προελεύσεως αι τιμαί πωλήσεως δεν δύνανται να είναι ανώτεραι του μέσου όρου των τιμών πωλήσεως των αυτών ειδών παρά των ομοειδών επιχειρήσεων τριών διεθνών Ευρωπαϊκών αερολιμένων, επιλεγομένων υπό των εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου Υπουργών. 4.Αι ως άνω τιμαί δέον να αναγράφωνται εφ’ εκάστου των πωλουμένων ειδών, της επιχειρήσεως υποχρεουμένης όπως κυκλοφορή και θέτη εις την διάθεσιν των αγοραστών, τιμοκατάλογον περιλαμβάνοντα πάντα τα υπ’ αυτής πωλούμενα είδη. Άρθρ.6.-1.Η τηρητέα εκάστοτε τελωνειακή διαδικασία εφοδιασμού, αποθηκεύσεως και πωλήσεως των αδασμολογήτων και αφορολογήτων ειδών, προς αποφυγήν διενεργείας λαθρεμπορίου και διασφάλισιν εν γένει των συμφερόντων του Δημοσίου, καθορίζεται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, αναλόγως των πωλουμένων ειδών. 2.Η πώλησις των ως άνω ειδών διενεργείται α)επί τη σφραγίσει υπό του πωλητού του οικείου δελτίου επιβιβάσεως του αγοραστού, οσάκις τοιούτον προβλέπεται και β)επί τη εκδόσει υπό του πωλητού δελτίου λιανικής πωλήσεως δι’ έκαστον αγοραστήν, εξ ηριθμημένου τριπλοτύπου, τεθεωρημένου υπό της Τελωνειακής Αρχής και αναγράφοντος το ονοματεπώνυμον του αγοραστού, το είδος, τον τύπον και την ποσότητα του αγορασθέντος εμπορεύματος και το εισπραχθέν αντίτιμον εις συνάλλαγμα ή εις δραχμάς. Το έν αντίτυπον των ηριθμημένων δελτίων παραδίδεται εις τον αγοραστήν, το έτερον προσαρτάται εις ανακεφαλαιωτικήν κατάστασιν των καθ’ ημέραν πωλήσεων και το τρίτον παραμένει ως δικαιολογητικόν του πωλητού. Άρθρ.7.-Επιφυλασσομένων των υπό της κειμένης νομοθεσίας προβλεπομένων αρμοδιοτήτων κρατικών υπηρεσιών και οργάνων επί θεμάτων ασφαλείας, αγορανομικών και συναλλαγματικών, ο έλεγχος της εν γένει λειτουργίας των περί ων πρόκειται καταστημάτων και ειδικώτερον ο έλεγχος των τιμών αγοράς και πωλήσεως των ειδών, των πραγματοποιουμένων ακαθαρίστων εσόδων και της τηρήσεως υπό του μισθωτού των εν τη σχετική συμβάσει περιλαμβανομένων όρων διενεργείται υπό των Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών. Άρθρ.8.-Η εις τα ανωτέρω καταστήματα απ’ ευθείας διάθεσις υπό εγχωρίων βιομηχανιών ή βιοτεχνιών, ειδών προερχομένων εκ μεταποιήσεως πρώτων υλών, εισαχθεισών επί προσωρινή ατελεία ή επί επιστροφή δασμών και λοιπών φόρων, θεωρείται ως εξαγωγή, εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων των Νόμ. ΒΡΝΗ/1893, 4607/1930 και 2861/1954, κατά τα ειδικώτερον δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών οριζόμενα. Άρθρ.9.-Αι κατά τας διατάξεις του παρόντος συναπτόμεναι συμβάσεις και οι εν αυταίς αναφερόμενοι χώροι, ουδόλως υπάγονται εις τας εκάστοτε εν ισχύϊ διατάξεις περί προστασίας της επαγγελματικής στέγης ή των εμπορικών μισθώσεων.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.