📄 Κείμενο νόμου
2. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 199 της 29 Σεπτ./6 Οκτ. 1936 Περί τροποποιήσεως εργατικών τινων νόμων. Άρθρον 1 1.Οι εις υγειονομικά ιδρύματα καταστήματα εν γένει, ήτοι νοσοκομεία, αναρρωτήρια, κλινικάς, σταθμούς βοηθειών, και υγειονομικά καταστήματα μη έχοντα βιομηχανικόν χαρακτήρα, εξαιρουμένων των υπό του δημοσίου συντηρουμένων τοιούτων, υπηρετούντες κατώτεροι υγειονομικοί χαρακτηρίζονται, ως προς την σχέσιν εργασίας εις τα ιδρύματα ταύτα, ως υπάλληλοι και υπάγονται εις τας διατάξεις του ν. 2112/1920 (15.Ζα.1) ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως. Το παρόν άρθρον αφορά κατωτέρους υγειονομικούς, κεκτημένους ανεγνωρισμένον κατά τας κειμένας διατάξεις δίπλωμα ή πτυχίον νοσοκόμου ή έχοντος τουλάχιστον τριετή υπηρεσίαν νοσοκόμου εις τα κατά τ’ ανωτέρω ιδρύματα και καταστήματα και τα δημόσια τοιαύτα. 2.Αι ώραι εργασίας του κατωτέρου υγειονομικού εν γένει προσωπικού, μη δυνάμεναι να υπερβούν τας 10 ημερησίως και τας 8 την νύκτα, ορίζεται ως εξής: α) Νοσοκομεία λοιμωδών και μολυσματικών νόσων και τμήματα νοσοκομείων των νόσων τούτων 6ωρος εργασία. β) Φυματιολογικαί κλινικαί 8ωρος εργασία ημέρας και νυκτός. γ) Λοιπαί κλινικαί και νοσοκομεία 10ωρος εργασία ημερησίως και 7ωρος κατά την νύκτα. 3.Άπαν το κατώτερον υγειονομικόν προσωπικόν δικαιούται 24ώρου κατά δεκαπενθήμερον αναπαύσεως ή 12ώρου τοιαύτης καθ’ εβδομάδα, εφ’ όσον δε κέκτηται τα προσόντα της παρ. 1 και εικοσαημέρου κατ’ έτος αδείας μετ’ αποδοχών. 4.Κατώτατον όριον μισθού του κατωτέρου υγειονομικού προσωπικού, εφ’ όσον τούτο έχει τα προσόντα της παρ. 1, ορίζονται (δρχ. 600) κατά μήνα τουλάχιστον. 5.Άπαν το κατώτερον υγειονομικόν προσωπικόν δικαιούται τροφής γ΄ θέσεως, εφ’ όσον υπάρχει διάκρισις θέσεων εν των υγειονομικώ καταστήματι. Μη υφισταμένης της διακρίσεως ταύτης, δικαιούται τούτο της συνήθους τροφής ασθενών. Σελίς 260 6.Τα κατά την παρ. 1 του παρόντος υγειονομικά ιδρύματα και καταστήματα οφείλουν να έχουν εσωτερικούς κανονισμούς εργασίας. Οι κανονισμοί ούτοι εγκρίνονται υπό του υφυπουργού Εργασίας και του υπουργού Υγιεινής, αναρτώνται εις εμφανή μέρη του καταστήματος, και αναφέρονται, εντός των ορίων του παρόντος, εις τους όρους εργασίας, κατοικίας, ύπνου και τροφής του κατωτέρου υγειονομικού προσωπικού και της επιβολής προστίμων παρά των διευθυντών και ιδιοκτητών τούτων εις αυτό. Τα πρόστιμα τα κατά τους ανωτέρω κανονισμούς επιβαλλόμενα εις το κατώτερον υγειονομικόν προσωπικόν, μη δυνάμενα να υπερβώσι μηνιαίως το 1/4 του μισθού, κατατίθενται κατά μήνα παρά τη Εθνική Τραπέζη εις ίδιον έντοκον λογαριασμόν κατωτέρου υγειονομικού προσωπικού, ο δε σκοπός και τρόπος διαθέσεως αυτών κανονισθήσεται δια Δ/τος, εκδοθησομένου προτάσει των υπουργών Εργασίας και Υγιεινής. Άρθρον 9 (Τροποποιείται το άρθρ. 14 παρ. 5 του Α.Ν. 46/1936 15.Αα.2). Άρθρον 10 Όπου κατά τας διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας απαιτείται εκπροσώπησις των εργατικών οργανώσεων εις συμβούλια και επιτροπάς, ο υφυπουργός της Εργασίας δικαιούται να διορίζη εκάστοτε εις τα συμβούλια ταύτα τα πρόσωπα τα κατά την κρίσιν αυτού μάλλον ενδεδειγμένα όπως εκπροσωπήσουν τους μισθωτούς ή επαγγελματίας και βιοτέχνας, μη δεσμευόμενος εκ των τυχόν διατάξεων περί υποδείξεως αυτών άλλως. Άρθρον 11 Η Εργατική Εστία, πλην των εν τω ν. 5284 (15.Βα.1) οριζομένων σκοπών αυτής, μεριμνά και δια την μετά την εργασίαν ψυχαγωγίαν των εργατών, καθώς και δια την εξασφάλισιν στέγης εις αυτούς, ως καθορισθήσεται λεπτομερέστερον δια Δ/τος. Άρθρον 12 Αι διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας της 12 Αυγ. 1936, αι κυρωθείσαι δια του Α.Ν. υπ’ αριθ. 99/936 της 26 Αυγ. 1936 περί κυρώσεως συλλογικών συμβάσεων εργασίας (15.Δα.2), εφαρμόζονται και επί των μεταλλευτικών επιχειρήσεων εν γένει εις ας πάντως παρέχεται τρίμηνος προθεσμία προσαρμογής των παρ’ αυτών παρεχομένων κατωτάτων ορίων ημερομισθίων προς τα εν ταις ανωτέρω συμβάσεσι καθοριζόμενα επίπεδα. Άρθρον 13 Όπου εν τη κειμένη νομοθεσία αναφέρονται υπάλληλοι του υπουργείου Εθνικής Οικο(Αντί της σελ. 261(α)Σελ. 261(β) Ώρες εργασίας σε διάφορα επαγγέλματα 15.Ι.ω.2 384 νομίας, προκειμένου περί αρμοδιοτήτων υπαχθεισών εις το υφυπουργείον Εργασίας, νοούνται εφεξής υπάλληλοι του υφυπουργείου τούτου. Εις τας επιτροπάς, συμβούλια, και διοικήσεις οργανισμών και ταμείων αρμοδιότητος του υφυπουργείου Εργασίας, εις α εκπροσωπείται το υπουργείον τούτο, διορίζονται εφεξής υπάλληλοι του υφυπουργείου Εργασίας μόνον από του βαθμού του γραμματέως και άνω. Ο υφυπουργός Εργασίας δύναται δι’ αποφάσεων, δημοσιευομένων εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως, να διορίση κατ’ εξαίρεσιν εις τας άνω επιτροπάς και συμβούλια και υπαλλήλους αρμοδιότητος άλλου υπουργείου. Άρθρον 14 Δια Β.Δ/τος, επέχοντος ισχύν νόμου και εκδιδομένου εφ’ άπαξ, προτάσει του υφυπουργού Εργασίας, θέλουν συμπληρωθή, τροποποιηθή, κωδικοποιηθή αι διατάξεις των νόμων περί Κυριακής αργίας και χρονικών ορίων εργασίας εις τα καταστήματα κλπ. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Άρθρον 2 1.Αι ώραι διαρκείας της εργασίας, ως καθορίζονται δια το μισθωτόν προσωπικόν των λεωφορείων αυτοκινήτων και φορτηγών τούτων, εφ’ όσον ούτοι εκτελούν επ’ αυτών εργασίαν, δι’ ην, εκτελουμένην παρά των μισθωτών υπαλλήλων ή εργατών κανονίζονται ωρισμέναι ώραι διαρκείας εργασίας. 2.Οι ελεγκταί ιδιωτικών λεωφορείων φέρουσιν ομοιόμορφον στολήν, κανονιζομένην υπό του Ταμείου Προνοίας ιδιοκτητών αυτοκινήτων λεωφορείων. Η αξία των στολών τούτων βαρύνει το Ταμείον τούτο. 3.Εις τους οδηγούς ταξί, τους εργαζομένους επί μισθώ ή ποσοστοίς, χορηγείται υποχρεωτικώς μία ημέρα αναπαύσεως καθ’ εβδομάδα. Άρθρον 3 Πάσα παράβασις των διατάξεων του άρθρ. 1 και 2 του παρόντος εκδικάζεται κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. της 22/28 Νοεμ. 1923 περί αμέσου εκδικάσεως πλημμελημάτων τινων επ’ αυτοφώρω (τόμ. 9) και τιμωρείται κατά τας διατάξεις του ν. ΓπΛΔ΄, ως ετροποποιήθη δια του άρθρ. 1 εδ. β΄ του ν. 2943/ 1920 (15.Λα.1). Άρθρον 4 Αι διατάξεις των ν. 3459/1928 και 5167/1931 (τόμ. 20) επεκτείνονται και εις τους φορτοεκφορτωτάς των σιδηροδρομικών σταθμών και τελωνείων Αθηνών. Τα του εφοδιασμού των δια ταυτοτήτων και εν γένει της ρυθμίσεως των εργασιών αυτών κανονισθήσονται δι’ αποφάσεως του υφυπουργού Εργασίας. 15.Ι.ω.2 Ώρες εργασίας σε διάφορα επαγγέλματα 383 Άρθρον 5 «1.Υπάλληλοι ή υπηρέται Ανωνύμων Εταιρειών, εξερχόμενοι υποχρεωτικώς της υπηρεσίας αυτών λόγω ελαττώσεως του ορίου ηλικίας, δικαιούνται να τύχωσι της συντάξεως, ην θα ελάμβανον εάν εξήρχοντο της υπηρεσίας δυνάμει του κατά την πρόσληψιν αυτών ισχύοντος ορίου ηλικίας, βάσει των κατά την πρόωρον ως άνω έξοδον αυτών συνταξίμων αποδοχών, εν η δε περιπτώσει, κατά την πρόσληψιν αυτών, δεν υφίστατο όριον ηλικίας, καθορίζεται ως τοιούτο δια του παρόντος, προς υπολογισμόν της ως άνω συντάξεως το 65ον έτος της ηλικίας των. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον σύνταξις, από μεν της εξόδου των δικαιούχων εκ της υπηρεσίας μέχρι της χρονολογίας καθ’ ην θα εξήρχοντο επί τη βάσει του κατά την πρόσληψιν αυτών ισχύοντος ορίου ηλικίας, θα καταβάλληται εις αυτούς υπό της επιχειρήσεως, από δε της τελευταίας ταύτης χρονολογίας υπό του οικείου Ταμείου Συντάξεων. 3.Δια το χρονικόν τούτο διάστημα (από της εξόδου εκ της υπηρεσίας του δικαιούχου μέχρι της χρονολογίας καθ’ ην θα εξήρχετο επί τη βάσει του κατά την πρόσληψιν αυτού ισχύοντος ορίου ηλικίας) θα καταβάλλωνται υπό των υποχρέων προς το οικείον Ταμείον Συντάξεων αι κεκανονισμέναι εισφοραί. 4.Εν περιπτώσει καθ’ ην οι εξερχόμενοι της υπηρεσίας Ανωνύμων Εταιρειών λόγω της ελαττώσεως του ορίου ηλικίας, δεν θα εδικαιούντο συντάξεως ούτε εάν εξήρχοντο δυνάμει του κατά τον χρόνον της προσλήψεώς των ισχύοντος ορίου ηλικίας, δικαιούνται να τύχωσι μηνιαίας αποζημιώσεως, δια τον χρόνον καθ’ ον θα παρέμενον εν υπηρεσία μέχρι της συμπληρώσεως του κατά την πρόσληψίν των ισχύοντος ορίου ηλικίας ή τοιούτου μη υφισταμένου τότε, μέχρι συμπληρώσεως του 65ου της ηλικίας των. Η μηνιαία αύτη αποζημίωσις καθορίζεται εις το 1/3 του οργανικού μισθού, ον οι εξερχόμενοι της υπηρεσίας ελάμβανον κατά τον χρόνον της εξόδου των. 5.Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εφαρμόζονται αναδρομικώς και επί των από 1 Ιανουαρίου 1931 και εντεύθεν γεννηθεισών διαφορών εν πάση εμπορική, βιομηχανική και τραπεζιτική επιχειρήσει, πλην των τερματισθεισών δι’ ανεκκλήτων δικαστικών αποφάσεων». Συμπληρωθέν και ερμηνευθέν υπό του άρθρ. 10 Α.Ν. 547 (15.Ιβ.4), κατηργήθη μετά τούτου υπό του άρθρ. 5 Α.Ν. 159/1937 και αντικατεστάθη υπ’ αυτού δια των ανωτέρω διατάξεων. Άρθρον 6 Από της ισχύος του παρόντος νόμου εις το συμβούλιον του Ταμείου Ασφαλίσεως Αρτεργατών μετέχει μετά ψήφου εις αντιπρόσωπος των ησφαλισμένων σιμιτεργατών, διοριζόμενος παρά του υφυπουργού Εργασίας. Άρθρον 7 Τα βιβλιάρια εργασίας των ανηλίκων του ν. ΔΚΘ΄ (15.Θα.1) χορηγούνται εφεξής παρά των επιθεωρήσεων και εποπτειών εργασίας, βάσει πιστοποιητικού χορηγουμένου παρά ιατρού δημοσίου υπαλλήλου ή δημοτικού και κοινοτικού τοιούτου, όπου υπάρχουν. Η ιατρική εξέτασις τα προς έκδοσιν του βιβλιαρίου πιστοποιητικά, και τα βιβλιάρια υγείας χορηγούνται δωρεάν, άνευ ουδεμιάς επιβαρύνσεως των ενδιαφερομένων. Άρθρον 8 Αι ποιναί αι οριζόμεναι εν τω Νόμω 3502/1928 εφαρμόζονται και επί των παραβάσεων του ν. 4486/1930 (15.Ιβ.1) περί τροποποιήσεως διατάξεών τινων του ν. 3502 π. χρονικών ορίων εργασίας εις τα καταστήματα.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.