📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ 1698 της 16 Δεκ. 1918/18 Ιαν. 1919 Περί οργανώσεως της λειτουργίας του κατά τον Νόμ. 241 αυτοτελούς Γραφείου Ξένων και Εκθέσεων. Η πρώην Δ/σις Ξένων και Εκθέσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και αι απ’ αυτής εξαρτώμεναι υπηρεσίαι υπήχθησαν εις το Υφυπουργείον Τύπου και Τουρισμού (Δ/σις ιαματικών πηγών και εκθέσεων) δια του άρθρ.2 παρ.1 α΄ Α.Ν. 45/1936. Περί των αρμοδιοτήτων της Υπηρεσίας Ξένων και Εκθέσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και του Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού βλ. σχόλιον υπό τον Νόμ. 4377/1929 (ανωτ. σελ. 21). ΄Αρθρ.1-7.Εκωδικοποιήθησαν εν άρθρ. 217-220, 226, 229 και 230 του Β.Δ. 2/17 Φεβρ. 1922 περί κωδικοποιήσεως του νόμ. 2258 περί οργανισμού της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας (τ.13). άρθρ.2 Ν. 110/1945 και άρθρ.57 Ποιν. Κώδικος (τόμ. 8 σελ. 6 και 28) εν συνδυασμώ προς το άρθρ.6 παρ.1 Ν.Δ. 3016/954 (18.Δβ). ΄Αρθρ.13.-Αι κατά τα άρθρ.11 και 12 παραβάσεις υπάγονται εις το Πταισματοδικείον εν τη περιφερεία του οποίου εγένοντο, εκδικάζονται δε εντός οκτώ ημερών από της υποβολής της σχετικής μηνύσεως υπό του ενεργήσαντος την επιθεώρησιν Διευθυντού ή Επιθεωρητού. Η επί των παραβάσεων τούτων απόφασις δεν υπόκειται εις ένδικον μέσον. ΄Αρθρ.14-15.Εκωδικοποιήθησαν εν άρθρ.227 και 231 Β.Δ. 2/17 Φεβρ. 1922 (τ.13). ΄Αρθρ.8.-Επί τη αιτήσει των οικείων δημοτικών ή κοινοτικών Συμβουλίων, μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, αναγνωρίζονται και ονομάζονται δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού (της Εθνικής Οικονομίας), λουτροπόλεις και ειδικαί θεριναί ή χειμεριναί διαμοναί, εφόσον ήθελε βεβαιωθή προσηκόντως ότι πληρούσι τας προς τούτο συνθήκας. Η τοιαύτη αναγνώρισις δύναται να προκληθή και αυτεπαγγέλτως υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Β.Δ/μα της αναγνωρίσεως θέλει καθορίζει και τα όρια της αναγνωριζομένης περιοχής. Το ως άνω Β.Δ/μα εκδίδεται ήδη προτάσει του Υπουργού Εμπορίου δυνάμει της παρ.4 άρθρ.14 Α.Ν. 1761/1951 (Τόμ. 1 σελ. 80). «Δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του επί της (Εθνικής Οικονομίας) Υπουργού, συνιστώνται εις τας ανωτέρω λουτροπόλεις ή ειδικάς διαμονάς τοπικαί επιτροπαί εξ ενός μέλους του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, υπ’ αυτού υποδεικνυομένου, εξ ενός εκ των εν τη έδρα της λουτροπόλεως ή ειδικής διαμονής διαμενόντων δημοσίων υπαλλήλων και εκ τριών έτι μελών εκ των καταλληλοτέρων και ειδικωτέρων προς τον σκοπόν του έργου, προτεινομένων υπό του διοικητικού συμβουλίου της υπηρεσίας». Η δ΄ παράγραφος ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ.3 Νόμ. 2181/1920 (ανωτ. σελ. 115). Αι λεπτομέρειαι των καθηκόντων των Επιτροπών τούτων κανονισθήσονται δια Β.Δ/τος. «Απαγορεύεται η εντός των κατά το 1 εδάφιον του παρόντος αναγνωριζομένων ως ειδικών χειμερινών ή θερινών διαμονών» και εις ακτίνα χιλίων μέτρων πέριξ αυτών παρ’ ιδιωτών ή νομικών προσώπων εγκατάστασις και λειτουργία θεραπευτηρίων, νοσοκομείων, κλινικών ή αναρρωτηρίων προς νοσηλείαν πασχόντων εκ μεταδοτικών νόσων (φθίσις) άνευ αδείας των Υπουργείων (Εθνικής Οικονομίας) και Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως, εκδιδομένης μετά γνωμοδότησιν του ιατροσυνεδρίου». Η ς΄ παράγραφος προσετέθη δια του άρθρ.1 Ν.Δ. 21/23 Μαΐου 1923 (κατωτ. αριθ. 2). Εις τα μέλη των ανωτέρω επιτροπών τα αρνούμενα να παράσχωσι τας παρά της (Υπηρεσίας Ξένων και Εκθέσεων) αιτουμένας στατιστικάς ή άλλας πληροφορίας, επιβάλλονται αι ποιναί του άρθρ.11 δυνάμει του άρθρ.2 Νόμ. 2181/1920 (ανωτέρω σελ. 115). Αι διατάξεις των άρθρ.8 και 9 επεξετάθησαν και επί των ιαματικών πηγών δια του άρθρ.2 Α.Ν. 1765/1939 (ανωτ. σελ. 138). (Αντί της σελ. 175) Σελ. 175(α) Τεύχος 370- Σελ. 87 Εις εκτέλεσιν του άρθρ.8 εξεδόθη το Β.Δ. της 24/30 Ιουλ. 1920 περί καθηκόντων Επιτροπών των ειδικών διαμονών ή λουτροπόλεων, το Β.Δ. της 9/13 Ιουν. 1923 περί καθορισμού, βεβαιώσεως και εισπράξεως του φόρου διαμονής εν ταις λουτροπόλεσι και ειδικαίς διαμοναίς και το Β.Δ. της 30 Νοεμ./23 Δεκ. 1936 περί φόρου διαμονής λουτροπόλεων κλπ. Άρθρ.9.-Υπέρ των «λουτροπόλεων ή ειδικών διαμονών», (δήμων ή κοινοτήτων, εις ους ανήκουσιν αι λουτροπόλεις και αι κατά το προηγούμενον άρθρον διαμοναί), επιτρέπεται η είσπραξις ειδικού φόρου διαμονητηρίου (από 10) μέχρις 25 δραχμάς κατ’ άτομον ετησίως, επί των εκεί παρεπιδημούντων, είτε εις ενοικιαζομένας οικίας. Δύναται να καθορισθή δια Β.Δ/τος όπως υποχρεωθώσι εις την καταβολήν του φόρου οι ιδιοκτήται των ξενοδοχείων, εισπράττοντες τούτον εκ των πελατών. Επίσης επιτρέπεται εις τα εκεί ξενοδοχεία ύπνου, η υπέρ των αυτών «λουτροπόλεων ή ειδικών διαμονών» επιβολή ειδικού φόρου μέχρι δραχ. 5 κατ’ έτος και κατά κλίνην, αναλόγως της τάξεως εκάστου ξενοδοχείου. Ομοίως δύναται να επιβληθή υπέρ των «λουτροπόλεων ή ειδικών διαμονών» δημοτικός φόρος επί των οικοδομών, οικιών και ακινήτων εν γένει, χρησιμοποιουμένων ως ξενοδοχείων ή εστιατορίων ή άλλων δημοσίων ψυχαγωγικών κέντρων, μη δυναμένος να υπερβή το 20% του πληρωνομένου δημοσίου φόρου των οικοδομών. Οι φόροι καθορίζονται εντός των ως άνω ορίων κατ’ έτος υπό των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, «Εσωτερικών» και Οικονομικών τελεσιδίκως, μετ’ απόφασιν του Διοικητικού Συμβουλίου, προτάσει της κατά το προηγούμενον άρθρον τοπικής επιτροπής, «του τρόπου της βεβαιώσεως και εισπράξεως τούτων κανονισθησομένου δια Β.Δ/τος». Πάσαι αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής και εκτελέσεως του άρθρου τούτου κανονισθήσονται δια Β.Δ/τος. «Αι ανωτέρω εισπράξεις διατίθενται υπέρ έργων αφορώντων εις την λουτρόπολιν ή διαμονήν συμφώνως τω σκοπώ της αυτοτελούς υπηρεσίας, μετά γνώμην της τοπικής επιτροπής και απόφασιν του διοικητικού συμβουλίου της υπηρεσίας. Δύναται όμως ποσοστόν τι τούτων να διατίθεται υπέρ γενικωτέρου σκοπού των εν λόγω λουτροπόλεων ή διαμονών, κατ’ απόφασιν του διοικητικού συμβουλίου». Σελ. 176(α) Τεύχος 370- Σελ. 88 Οι φόροι ούτοι εξακολουθούσιν ισχύοντες εφόσον δεν ετροποποιήθησαν. Τα εντός « » ετροποποιήθησαν ως άνω και τα εντός ( ) διεγράφησαν υπό του άρθρ.3 νόμ. 2181/1920 (ανωτ. σελ. 115). Η λέξις «Εσωτερικών» προσετέθη δια του άρθρ. 31 Νόμ. 2435/1920 (Τόμ. 3). Αι διατάξεις των άρθρ. 8 και 9 επεξετάθησαν και επί των ιαματικών πηγών δια του άρθρ.2 Α.Ν. 1765/1939 (ανωτ. σελ. 138). Εις εκτέλεσιν του άρθρ.9 εξεδόθη το Β.Δ. της 9/13 Ιουν. 1923 περί καθορισμού βεβαιώσεως και εισπράξεως του φόρου διαμονής εν ταις λουτροπόλεσι και ειδικαίς διαμοναίς. 18.Ε.α.1 Λουτροπόλεις Επιθεωρήσεις Άρθρ.10.Προς έλεγχον της τηρήσεως των όρων της υγιεινής και της παροχής ανέσεως και ευμαρείας, οι Επιθεωρηταί ή ο Διευθυντής της υπηρεσίας ταύτης, προσλαμβάνοντες τους κατά το άρθρ.14 εις την υπηρεσίαν ταύτην απεσπασμένους υγειονομικόν ιατρόν και αστυνόμον και αποτελούντες ούτω Επιτροπήν, ενεργούσι τακτικάς, γενικάς ή ειδικάς, επιθεωρήσεις εις ξενοδοχεία και εστιατόρια (ιδία εις α συχνάζουσι ξένοι), εις λουτροπόλεις, εις θερινάς ή χειμερινάς διαμονάς, εις τα κυριώτερα μέσα επιβατικής συγκοινωνίας κατά ξηράν και θάλασσαν, εις σταθμούς σιδηροδρομικούς, πρακτορεία ατμοπλοϊκών εταιρειών ως και αποβάθρας λιμένων, εν συνεννοήσει μετά των λιμενικών αρχών. Εκτάκτους δε επιθεωρήσεις ενεργούσιν ο Διευθυντής ή και εκάτερος των Επιθεωρητών. Εις τας λοιπάς πόλεις της Ελλάδος η Επιτροπή συμπληρούται υπό του οριζομένου δημοσίου ιατρού και του αστυνόμου. Κατά την ενέργειαν των ως άνω επιθεωρήσεων, οι ενεργούντες αυτάς έχουσι δικαιώματα αστυνομικών και ανακριτικών οργάνων, υποχρεούμενοι αμέσως να αναφέρωσι περί πάσης σχετικής ενεργείας των εις την κεντρικήν υπηρεσίαν. Οι ενεργούντες τας επιθεωρήσεις δικαιούνται να εισέρχωνται απανταχού των ανωτέρω τόπων και να ζητώσι πάσαν πληροφορίαν, ην οι κύριοι των ως άνω επιχειρήσεων οφείλουσι να δίδωσιν αυτοίς απροφασίστως. Οι ενεργούντες τας επιθεωρήσεις υποδεικνύουσι τα μέτρα, άτινα δέον να ληφθώσιν εντός της υπ’ αυτών τασσομένης προθεσμίας, οπότε και παρέχεται αυτοίς υπό της υπηρεσίας πιστοποιητικόν καλής συντηρήσεως, ανανεούμενον μεθ’ εκάστην επιθεώρησιν. ΄Αρθρ.11.-Με κράτησιν μέχρι 15 ημερών και πρόστιμον (200 δραχμών) τιμωρείται ο αρνούμενος να παράσχη πληροφορίας εις τους κατά το άρθρ.10 εντεταλμένους, ως και πας όστις παρεμβάλλει προσκόμματα εις την διενέργειαν των επιθεωρήσεων, ως και πας όστις παραβαίνει το άρθρ.4. ΄Αρθρ.12.-Με κράτησιν μέχρις ενός μηνός και πρόστιμον (μέχρι χιλίων) δραχμών και μέχρι (δισχιλίων) εν περιπτώσει υποτροπής, λαβούσης χώραν εντός τριών μηνών από της πρώτης καταδίκης, τιμωρείται πας εκμεταλλευτής ξενοδοχείων ή εστιατορίων, μέσων μεταφοράς, ιαματικής πηγής, τόπου θερινής ή χειμερινής διαμονής, παραβαίνων τας εκάστοτε υπό της υπηρεσίας εκδιδομένας διατάξεις, συμφώνως τω άρθρ.3 περί υγιεινής και ανέσεως των πελατών, και μη συμμορφούμενος εντός της τασσομένης προθεσμίας προς τας σχετικάς υποδείξεις των κατά το άρθρ.10 ενεργούντων τας επιθεωρήσεις. Εν περιπτώσει δευτέρας υποτροπής, βεβαιουμένης δι’ εκθέσεως υπό των κατά το άρθρ.10 οργάνων, δύναται, αποφάσει του Διοικητικού Συμβουλίου, εγκρινομένη υπό του Υπουργού, να διαταχθή η παύσις της λειτουργίας των ως άνω επιχειρήσεων μέχρι τριών μηνών. «Εις τας αυτάς ποινάς του προηγουμένου εδαφίου του παρόντος άρθρου υποβάλλονται και οι παραβάται του τελευταίου εδαφίου του άρθρ.8 του παρόντος νόμου». Η παρ.3 προσετέθη υπό του Ν.Δ. 21/23 Μαΐου 1923 (κατωτ. αριθ. 2). Το άνω αναφερόμενον άρθρ.3 νόμ. 1698 εκωδικοποιήθη εν άρθρ.219 Β.Δ. 2/17 Φεβρ. 1922 (τ.13). Δια το μέτρον των χρηματικών ποινών βλ.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.