📄 Κείμενο νόμου
140. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 1390 της 6/7 Σεπτ. 1983 (ΦΕΚ Α΄ 117) Έξοδος από την υπηρεσία δικαστικών λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως και άλλες διατάξεις. Άρθρ.1.-1.Δικαστικοί λειτουργοί της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης από το βαθμό του Πρωτοδίκη ή Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών έως και το βαθμό του Αρεοπαγίτη ή Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από το βαθμό του Ειρηνοδίκη Δ΄ τάξης έως και το βαθμό του Ειρηνοδίκη Α΄ τάξης, που έχουν συμπληρώσει δώδεκα έτη πραγματική υπηρεσία, μπορούν να ζητήσουν την έξοδό τους από την υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. 2.Για την έξοδο, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου που προβλέπεται στο άρθρ. 2 παρ. 2 του παρόντος. Η αίτηση δεν ανακαλείται. Αίρεση, προθεσμία ή όρος στην αίτηση λογίζονται σαν να μην υπάρχουν. 3.Το σύνολο των δικαστικών λειτουργών, που θα εξέλθουν από την υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν μπορεί να υπερβεί τους πενήντα. 4.Μέσα σε ένα μήνα από τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 2 του άρθρου αυτού, ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαβιβάζει όλες μαζί τις αιτήσεις στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης. Το Α΄ Τμήμα του Συμβουλίου αυτού, ή, προκειμένου για τους Ειρηνοδίκες, το Β΄ Τμήμα, κρίνει κάθε αίτηση της αρμοδιότητάς του και αποφασίζει, μέσα σε εύλογο χρόνο, την παραδοχή ή την απόρριψή της. Ο Υπουργός έχει το δικαίωμα να διαφωνήσει με την απόφαση του Συμβουλίου, για την παραδοχή ή την απόρριψη μιας ή περισσοτέρων αιτήσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε ημερών από τότε που η απόφαση θα περιέλθει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η διαφωνία του Υπουργού διαβιβάζεται στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, που αποφασίζει τελειωτικά σε εύλογο χρόνο. 5.Σε περίπτωση που η κρίση κατά τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου καταλήξει σε παραδοχή περισσότερων από 50 αιτήσεων η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επανακρίνει όλες τις αιτήσεις που έχουν γίνει δεκτές, ώστε να τηρηθεί το αριθμητικό όριο της παρ. 3. Άρθρ.2.-1.Στους δικαστικούς λειτουργούς, που θα εξέλθουν από την υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 1 του παρόντος νόμου απονέμεται με την απόφαση που γίνεται αποδεκτή η σχετική αίτησή τους, ο αμέσως επόμενος βαθμός, που προβλέπεται γι’ αυτούς εν ενεργεία εφόσον, κατά την ημέρα που κρίνεται η αίτησή τους, έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή τους στο βαθμό αυτόν. Αν η αίτηση εξόδου από την υπηρεσία δικαστικού λειτουργού γίνει αποδεκτή, αλλά ο εξερχόμενος κριθεί μη προακτέος, ελλείψει τυπικών ή ουσιαστικών προσόντων, επιτρέπεται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προσφυγή κατά της παραπάνω απόφασης στο μέρος που αφορά τη μη προαγωγή του εξερχομένου. 2.Με ειδικό νόμο θα ρυθμιστούν τα δικαιώματα των δικαστικών λειτουργών, που θα εξέλθουν από την υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, για σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, καθώς και για σύνταξη και εφάπαξ βοήθημα από το Ταμείο Νομικών και τα Ταμεία Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων και Αρωγής Προσωπικού αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης, εφόσον μετέχουν σ’ αυτά. Κατά τη ρύθμιση των παραπάνω δικαιωμάτων θα ληφθεί υπόψη ο βαθμός που απονέμεται κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου. 3.Η δημόσια υπαλληλική σχέση των εξερχόμενων δικαστικών λειτουργών λύνεται με Π.Δ/γμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Με το ίδιο δ/γμα απονέμεται ο κατά την παρ. 1 του άρθρου αυτού βαθμός. Άρθρ.3.-1.Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αν κρίνει ότι δικαστικοί λειτουργοί, που δεν υπέβαλαν αίτηση σύμφωνα με το άρθρ. 1 του νόμου αυτού, δεν μπορούν να παραμείνουν στην υπηρεσία λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας και εφόσον ο οριζόμενος στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου αριθμός των εξερχόμενων δικαστικών λειτουργών δεν έχει συμπληρωθεί, προκαλεί τη διαδικασία οριστικής παύσης τους από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ή, προκειμένου για τους Ειρηνοδίκες, από το οικείο Πενταμελές Εφετείο. Η διαδικασία αυτή, που διεξάγεται κατά τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους, προκαλείται μέσα σε ένα μήνα από την τελειωτική κρίση, κατά τις παρ. 4 ή 5 του παραπάνω άρθρ. 1 ή, σε περίπτωση που δεν υπάρξει τέτοια κρίση, από την πάροδο δεκαπέντε ημερών από την περιέλευση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της τελευταίας απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης. 2.Ο Πρόεδρος του αρμόδιου δικαστηρίου ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή για να ενεργήσει ειδική εξέταση. (Μετά τη σελ. 294,722) Σελ. 294,723 Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 131 Δικαστικοί Λειτουργοί - Εθνική Σχολή Δικαστών 6.Γ .α.140 3.Ο εισηγητής συλλέγει εγγράφως τις αναγκαίες αποδείξεις, με τη σύμπραξη γραμματέα και υποβάλλει στον Πρόεδρο έκθεση με αιτιολογημένη γνώμη του, αφού προηγουμένως ο ενδιαφερόμενος δικαστικός λειτουργός κληθεί να λάβει γνώση των συλλεγέντων στοιχείων, να δώσει εξηγήσεις προσκομίζοντας και τα δικά του στοιχεία και να υποβάλλει σχετικό υπόμνημα. Ο ενδιαφερόμενος δικαστικός λειτουργός δύναται να παρίσταται και με δικηγόρο στις διαδικασίας που προβλέπονται σ’ αυτή και την επόμενη παράγραφο (παρ. 3 και 4). 4.Ο δικαστικός λειτουργός καλείται να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσής του, που γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση, με κλήση, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία της υπηρεσιακής του ανεπάρκειας. Η κλήση επιδίδεται, με επιμέλεια του Προέδρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δέκα συμπληρωμένες ημέρες πριν από τη συζήτηση. 5.Το δικαστήριο προβαίνει σε γενικότερη εκτίμηση της συνολικής υπηρεσίας του δικαστικού λειτουργού και αποφαίνεται αιτιολογημένα για τη διατήρησή του ή όχι στην υπηρεσία. Η απόφαση του Δικαστηρίου δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση και υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Αν είναι υπέρ της παύσης εκδίδεται σχετικό Π.Δ/γμα. 6.Η προδικασία, που προβλέπεται στο άρθρο αυτό, ολοκληρώνεται μέσα σε δύο μήνες και η απόφαση του Δικαστηρίου εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας. Άρθρ.4.-1.Οι διατάξεις των προηγούμενων άρθρων έχουν ανάλογη εφαρμογή για την έξοδο από την Υπηρεσία μέχρι οκτώ μελών και Παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Όπου σ’ αυτές αναφέρεται ο Υπουργός και το Υπουργείο Δικαιοσύνης, νοείται ο Πρωθυπουργός ή ο Υπουργός και το Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης. Ομοίως αντί του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης νοείται το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντί της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αντί του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. 2.Κρινόμενα, κατά τις διατάξεις του παρόντος, μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κωλύονται να συμμετέχουν στην Ολομέλεια αυτού. Στην περίπτωση αυτή συμπληρώνεται η Ολομέλεια για το συνολικό αριθμό των οργανισμών της θέσεων, με ισάριθμα μ’ αυτά που κωλύονται ή λείπουν μέλη του Συμβουλίου Επικρατείας και του Αρείου Σελ. 294,724 Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 132 Πάγου, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Με την προσωρινή αυτή σύνθεσή της η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα είναι αρμόδια: α) για την εφαρμογή του νόμου αυτού και β) τόσο για την ολοκλήρωση της εκκρεμούς διαδικασίας πλήρωσης με διορισμό των κενών θέσεων Παρέδρων και των κενών θέσεων των Συμβούλων που πληρούνται με διορισμό κατά τα 2/3 μόνο του συνόλου των κενών οργανικών θέσεων των μελών του δικαστηρίου, όσο και των θέσεων Παρέδρων και Συμβούλων που είναι κενές κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού και θα κενωθούν λόγω της εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου αυτού κατά το αυτό ποσοστό ως προς τους Συμβούλους. Μόνο για τις κρίσεις αυτές συγκροτείται από την προσωρινή αυτή Ολομέλεια, κατά τις διατάξεις του Νόμ. 184/1975 και το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μέσα σε δέκα μέρες από τη δημοσίευση των Π.Δ/των με τα οποία απολύονται αυτοί που κρίθηκαν απολυτέοι με τον παρόντα νόμο. 3.Όλες οι πειθαρχικές αρμοδιότητες στο διοικητικό προσωπικό του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκούνται στο εξής από το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας σ’ αυτό. Οι Επιθεωρητές των Παρέδρων και Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και των Υπηρεσιών αυτών ορίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις ορισμού των Επιθεωρητών της τακτικής δικαιοσύνης, που εφαρμόζονται ανάλογα και στην προκειμένη περίπτωση. Άρθρ.5.-Οι διατάξεις του άρθρ. 42 του Κώδικα των Δικηγόρων δεν έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, όταν αυτά χορηγούνται από οποιοδήποτε κρατικό ή δημόσιο οργανισμό ή τράπεζα του δημόσιου τομέα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 1 παρ. 6 του Νόμ. 1256/1982 «για την πολυθεσία, την πολυαπασχόληση κ.λπ.», ή από θυγατρικές εταιρείες των ανωτέρω νομικών προσώπων. Άρθρ.6.-1.(Προστίθενται περιπτ. η και θ στην παρ. 3 άρθρ. 4 Νόμ. 670/1977, Τόμ. 6Α΄, σελ. 422.361). 2.(Προστίθενται λέξεις στην περίπτ. ζ΄ παρ. 2 άρθρ. 62 Ν.Δ. 3026/54, Τόμ. 6Α΄, σελ. 337). Άρθρ.7.-Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του νόμου που προβλέπεται στο άρθρ. 2 παρ. 2. 6.Γ.α.140 Δικαστικοί Λειτουργοί - Εθνική Σχολή Δικαστών
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.