← Ελλάδα

7. EΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 235 της 2 Οκτ. 1952 Ρύθμισις ζητημάτων αφορώντων επιδότησιν εφέδρων. Προς τον σκοπόν της ρυθμίσεως ζητημάτων τινων, άτινα προέκ

Εν συντομία

Αυτή η εγκύκλιος του ΙΚΑ του 1952 παρέχει συμπληρωματικές οδηγίες για την εφαρμογή του Νόμου 2054 σχετικά με την επιδότηση εφέδρων. Διευκρινίζει ζητήματα που αφορούν την επιδότηση εφέδρων σε διάφορες ειδικές περιπτώσεις.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
7. EΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 235 της 2 Οκτ. 1952 Ρύθμισις ζητημάτων αφορώντων επιδότησιν εφέδρων. Προς τον σκοπόν της ρυθμίσεως ζητημάτων τινων, άτινα προέκυψαν κατά την εφαρμογήν του Ν.2054 περί επιδοτήσεως εφέδρων, παρέχομεν τας ακολούθους συμπληρωματικάς οδηγίας: 1.Κατά τας διατάξεις της ισχυούσης Στρατολογικής Νομοθεσίας (Ν.4324/39,ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως), και του κανονισμού Οργανώσεως και λειτουργίας Απωλειών, Αιχμαλώτων κλπ.(Β.Δ/μα της 23-11-40), ο χρόνος αιχμαλωσίας (απαγωγής) των στρατιωτικών υπό των συμμοριτών κατά την διάρκειαν της παρούσης επιστρατευτικής καταστάσεως της χώρας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής στρατιωτικής υπηρεσίας δι’ απάσας τας περιπτώσεις. Κατά συνέπειαν οι εν αιχμαλωσία τελούντες έφεδροι, εφ’ όσον πληρούν τας λοιπάς νομίμους προϋποθέσεις, δικαιούνται των κατά τον Ν.2054/52 εφεδρικών επιδομάτων, ως και οι λοιποί εν στρατεύσει ησφαλισμένοι. Το γεγονός της αιχμαλωσίας δέον, όπως απαραιτήτως βεβαιούται υπό των αρμοδίων προς τούτο Αρχών, ήτοι της Διευθύνσεως Απωλειών Υπουργείου Εθνικής Αμύνης ή του οικείου Στρατολογικού Γραφείου. Σημειούμεν, ότι εκ της βεβαιώσεως ταύτης, ανανεουμένης ωσαύτως ανά τρίμηνον, δέον να προκύπτη σαφώς το γεγονός της εκ μέρους των συμμοριτών απαγωγής του εφέδρου και ουχί της απλής εξαφανίσεως τούτου, καθ’ όσον κατά τας αυτάς ως άνω διατάξεις και το υπ’ αριθ. 479961/48 έγγραφον του Γ.Ε.Σ. «ο χρόνος των εξαφανιζομένων (αγνοουμένων) στρατιωτικών δεν θεωρείται από της διαγραφής των ως τοιούτων ως χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας. Ως τοιούτοι θεωρούνται εκείνοι, δι’ ους δεν εξηκριβώθη εάν ηχμαλωτίσθησαν, ελιποτάκτησαν ή οπωσδήποτε εγένοντο άφαντοι (ως νεκροί μη ανευρεθέντες, διαμελησθέντες, παρασυρθέντες υπό ρείθρων, καταχωσθέντες εν τη γη, καέντες, πνιγέντες κλπ.)». Και προκειμένου μεν περί των λιποτακτών, ουδεμία αμφιβολία, ότι ουδεμιάς δικαιούνται εκ του Ιδρύματος παροχής. Προκειμένου δε περί των λοιπών αφάντων, δέον, όπως ακολουθήται η κεκανονισμένη διαδικασία κηρύξεως αφανείας δια την απονομήν ενδεχομένως συντάξεως λόγω θανάτου. 2.Εν σχέσει με τους εφέδρους, οίτινες λόγω παραβάσεώς τινος ετιμωρήθησαν δια ποινής φυλακίσεως και ως εκ τούτου διατηρούνται εις τας τάξεις του στρατού μετά την απόλυσιν της κλάσεώς των, δέον να διευκρινισθή, ότι δια τον χρόνον τούτον της προσθέτου υπηρεσίας δεν δικαιολογείται η καταβολή εφεδρικού επιδόματος. Σημειωτέον, ότι τούτο ισχύει μόνον δια τον χρόνον της επιβληθείσης προσθέτου υπηρεσίας, αδιαφόρως του αν αύτη οφείλεται εις ανυποταξίαν ή εις οιανδήποτε στρατιωτικήν ποινικήν ή πειθαρχικήν παράβασιν. Η τοιαύτη άποψις ερείδεται εις το ότι κατά τον Ν.519/48 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί των στρατευομένων ιδιωτικών υπαλλήλων και εργατών νομοθεσίας» το εφεδρικόν επίδομα χορηγείται «διαρκούσης της υπό τα όπλα υπηρεσίας», δεν εκπληροί δι’ υπηρεσίαν κατά την έννοιαν της προμνησθείσης διατάξεως ο εξακολουθών να παραμένη εν τω στρατώ δια την έκτισιν προσθέτου στρατιωτικής υποχρεώσεως, ήτις ενέχει την έννοιαν της ποινής. 3.Εγεννήθη ζήτημα, κατά πόσον θέλουν επιδοτηθή οι υπηρετούντες εις τας τάξεις των Οργανώσεων Μ.Ε.Α. ή Μ.Α.Δ. ή Τ.Ε.Α. αίτινες κατά τα υπ’ αριθ. Φ.4017/6.48 και 195516/0/10.48 έγγραφα του Γ .Ε.Σ. και του Υπουργείου Στρατιωτικών αποτελούσι στρατιωτικά Τμήματα εντεταλμένα εις τον στρατόν. Εν προκειμένω δέον να γίνη διάκρισις των ανδρών, οίτινες καταταγέντες εις τας τάξεις των Μ.Ε.Α. παρέχουν τας υπηρεσίας των κατά τρόπον παρακωλύοντα την άσκησιν της επαγγελματικής αυτών δραστηριότητος, οίτινες και μόνον δικαιούνται εφεδρικού επιδόματος, από τους λοιπούς, οίτινες ουδαμώς αποκτούν τοιούτον δικαίωμα, καθ’ όσον, ως δέχεται και η υπ’ αριθ. 388/1950 απόφασις του Αρείου Πάγου, ο καθιερών την υποχρέωσιν καταβολής εφεδρικών επιδομάτων νόμος έχει υπ’ όψιν πρόσκλησιν υπό τα όπλα, συνεπεία της οποίας κύριον έργον του στρατευθέντος είναι η εκπλήρωσις των στρατιωτικών αυτού υποχρεώσεων, ουχί δε και τοιαύτην πρόσκλησιν προς εκτέλεσιν στρατιωτικής υπηρεσίας, ήτις, λόγω της φύσεως αυτής, όλως παρέργως διεξάγεται, κατά τρόπον μη παρακωλύοντα την άσκησιν των κυρίων αυτού καθηκόντων ως μισθωτού. 4.Προκειμένου περί των εφέδρων αξιωματικών, ως και των οπλιτών, οίτινες λαμβάνουν παρά του δημοσίου Ταμείου αποδοχάς μονίμου, δια της υπ’ αριθ. 156/52(παρ. 6) ημετέρας εγκυκλίου διαταγής ωρίσθη, ότι συμφώνως προς το άρθρ. 2 Ν.2672/40 δικαιούνται λαμβάνειν παρά του Ιδρύματος ως εφεδρικόν επίδομα την τυχόν υπάρχουσαν διαφοράν μεταξύ του μισθού των ως αξιωματικών κλπ. και του ενδεχομένως υψηλοτέρου ποσού του εφεδρικού επιδόματος, το οποίον θα ελάμβανον κατά τας διατάξεις του ρηθέντος νόμου ως κοινοί οπλίται. Σχετικώς δέον να ληφθή υπ’ όψιν, ότι κατά το άρθρ. 19 παρ. 3 Α.Ν. 1502/50 «Υπάλληλοι Κρατικών Εκμεταλλεύσεων ή παραχωρηθεισών υπηρεσιών ή Ιδρυμάτων επιχορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ως και υπάλληλοι Τραπεζών υπηρετούντες ως έφεδροι αξιωματικοί, Σελ. 329 Επίδομα Στράτευσης 15Β.Θ.α.7 ως και οι οπλίται οι δικαιούμενοι μισθόν μονίμου, λαμβάνουσι κατ’ επιλογήν των ή τας αποδοχάς των Στρατιωτικών ή τας τοιαύτας της θέσεώς των και ότι ούτοι εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να λαμβάνωσι μετά των αποδοχών της θέσεώς των και τας τοιαύτας των στρατιωτικών». Συνεπώς κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως ταύτης οι έφεδροι οι απασχολούμενοι προ της στρατεύσεώς των είς τινα των ανωτέρω εργοδοτών δικαιούνται εφεδρικού επιδόματος μόνον επί τη προσαγωγή βεβαιώσεως της οικείας Στρατιωτικής Υπηρεσίας, ότι ο ενδιαφερόμενος ουδόλως μισθοδοτείται εκ του στρατεύματος ως έχων επιλέξει την πληρωμήν των εκ του εργοδότου του ή νυν του Ι.Κ.Α. αποδοχών. Εν τοιαύτη όμως περιπτώσει θα καταβάλλεται εις τους δικαιούχους ακέραιον το ποσόν του εφεδρικού επιδόματος και ουχί το καθ’ ο μέρος τούτο υπερβαίνει τας αποδοχάς, ας ο έφεδρος εδικαιούτο λαμβάνειν εκ του Δημοσίου Ταμείου. 5.Εν σχέσει με την επιδότησιν των αρτεργατών εν γένει, επειδή προέκυψαν αμφιβολίαι τινες κυρίως από της απόψεως της αποδείξεως της υπό τούτων παρασχεθείσης ασφαλιστέας εργασίας, γνωρίζομεν εις υμάς τα κάτωθι: Ως προκύπτει και εκ της υπ’ αριθ. 76/1951 ημετέρας εγκυκλίου διαταγής, οι αρτεργάται οι εφωδιασμένοι δι’ επαγγελματικών βιβλιαρίων ή προσωρινών σημειωμάτων εργασίας υπάγονται εις την ασφάλισιν του Ταμείου Ασφαλίσεως Αρτεργατών και ως εκ τούτου υπό του εν λόγω Ταμείου δέον θα βεβαιούται η απαιτουμένη προϋπηρεσία των αιτουμένων την χορήγησιν εφεδρικού επιδόματος ησφαλισμένων. Εις ας όμως περιπτώσεις ως ανεφέρθη ημίν η υπηρεσία του εν λόγω Ταμείου δεν είναι εις θέσιν να καθορίση επακριβώς τον αριθμόν των πραγματοποιηθεισών ημερών εργασίας δέον όπως τούτο εξακριβούται υφ’ υμών δι’ επιτοπίου ερεύνης και ελέγχου των παρά τοις εργοδόταις τηρουμένων στοιχείων, άτινα δέον να ελέγχωνται συνήθως παρ’ υμών δια την προσήκουσαν καταβολήν των εισφορών κλάδου ανεργίας. Τέλος ως προς τους ελευθέρους αρτεργάτας, ήτοι εκείνους, οι οποίοι παρά τας προβλεπομένας αυστηράς ποινικάς κυρώσεις απασχολούνται παρ’ Αρτοποιοίς καίτοι μη εφωδιασμένοι δι’ επαγγελματικού βιβλιαρίου ή σημειώματος ή εφωδιασμένοι μεν αλλά μη υπαχθέντες εγκαίρως εις Τ.Α.Α., κατά τας δια της υπ’ αριθ. 76/1951 εγκυκλίου (Βλ. «ΔΕΛΤΙΟΝ Ι.Κ.Α.» τ.4-5 σελ. 36) παρασχεθείσας εις υμάς σαφείς οδηγίας ουδέν προκύπτει ζήτημα, καθ’ όσον, ανεξαρτήτως της υπό του ως άνω Ταμείου και δια τούτους εισπράξεως ασφαλιστικών εισφορών, ούτοι υπάγονται υποχρεωτικώς εις την ασφάλισιν του Ι.Κ.Α. και ως εκ τούτου βάσει των Σελ. 330 οικείων στοιχείων δέον να εξακριβούται η δια την καταβολήν του εφεδρικού επιδόματος προϋπηρεσία. 6.Ως γνωστόν, κατά την κειμένην νομοθεσίαν και τας παρασχεθείσας προς υμάς οδηγίας, το χορηγούμενον εις τους ησφαλισμένους επίδομα είναι ηυξημένον δια τους βαρυνομένους με συντήρησιν μελών οικογενείας. Ποιος ο κύκλος των τοιούτων μελών, ορίζεται εις την υπ’ αριθ. 120/52 ημετέραν εγκύκλιον, δι’ ης ως πρόσθετος προϋπόθεσις τάσσεται η συμβίωσις και η συντήρησις τούτων υπό του εφέδρου. Κατά το άρθρον όμως 2 του Ν.519/1948 εν τη εννοία του όρου οικογένεια του άρθρ. 5 του Ν.3514/1928 περιλαμβάνονται τα εν άρθρ. 2 του Ν.2564/40 «περί παροχής εφεδρικού επιδόματος κλπ.» αναφερόμενα πρόσωπα, εφ’ όσον η συντήρησις αυτών βαρύνει κυρίως τον στρατευθέντα, κατά δε την γενομένην και υπό της νομολογίας δεκτήν άποψιν ή παραπομπή αύτη αφορά μόνον τα πρόσωπα, τα κατονομαζόμενα εις τον Ν.2564/40 ουχί και τας εν αυτώ τιθεμένας προϋποθέσεις, εφ’ όσον ως προς ταύτας ρητώς ομιλών ο Ν.519/48 περιλαμβάνει μόνον την τοιαύτην της συντηρήσεως. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω δια την καταβολην ηυξημένου εφεδρικού επιδόματος απαραίτητος τυγχάνει η συνδρομή μόνον της προϋποθέσεως της συντηρήσεως της οικογενείας υπό του στρατευθέντος, ουχί δε και η της συμβιώσεως. Η έλλειψις όμως του τελευταίου τούτου στοιχείου δέον όπως οδηγή υμάς εις την λεπτομερεστέραν και πλήρη εξακρίβωσιν της συνδρομής του στοιχείου της συντηρήσεως, ιδία οσάκις πρόκειται περί μελών οικογενείας μετά συζύγου και τέκνων. 7.Τέλος παραγγέλλομεν, όπως μετά την ταχυτέραν υποβολήν εις ημάς των εν τη υπ’ αριθ. 120/52 εγκυκλίω αναφερομένων στοιχείων περί των πραγματοποιηθεισών δαπανών δια την πληρωμήν εφεδρικών επιδομάτων μέχρι και του μηνός Σεπτεμβρίου ε.ε., ανασταλή η περαιτέρω αποστολή παρομοίων στοιχείων δια τους λοιπούς μήνας. 15Β.Θ.α.7 Επίδομα Στράτευσης

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.