← Ελλάδα

19. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 137 της 17 Ιουν. 1953 Περί της διαρκείας επιδοτήσεως λόγω ασθενείας και ανεργίας. Ι.Επίδομα ασθενείας (Παρατίθεται ανωτέρω εν

Εν συντομία

Αυτή η εγκύκλιος του ΙΚΑ του 1953 καθορίζει τη διάρκεια των επιδομάτων ανεργίας και πώς αντιμετωπίζονται οι περιπτώσεις όπου ένας άνεργος εργάζεται για μικρό χρονικό διάστημα και μετά ξαναγίνεται άνεργος.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
19. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 137 της 17 Ιουν. 1953 Περί της διαρκείας επιδοτήσεως λόγω ασθενείας και ανεργίας. Ι.Επίδομα ασθενείας (Παρατίθεται ανωτέρω εν θέματι Εβ.3). ΙΙ.Επίδομα Ανεργίας Οι αυτοί ως άνω κανόνες, βάσει των οποίων η διάρκεια της επιδοτήσεως συναρτάται προς την ασφαλιστικήν περίπτωσιν, ισχύουν και επί της επιδοτήσεως λόγω ανεργίας. Κατά συνέπειαν, δια την αυτήν περίπτωσιν ανεργίας δεν είναι δυνατή η καταβολή επιδόματος ανεργίας πέραν των 180 ή 150 εν συνόλω ημερών, υπό τον περιορισμόν βεβαίως της οικείας διατάξεως της παρ. 3 του άρθρ. 38 Α.Ν. 1846/51, δι’ ης καθορίζεται η ανωτάτη διάρκεια της επιδοτήσεως εντός του αυτού ημερολογιακού έτους. Αύτη, ως γνωστόν κατόπιν της υπ’ αριθ. 19370/52 προεγκρίσεως του Υπουργού Εργασίας ορίζεται ες 180 ημέρας δια τους υπαλλήλους και 150 δια τους εργάτας. Σελ. 303 Επίδομα Ανεργίας 15Β.Η.α.18-19 Πότε η περίπτωσις ανεργίας θεωρείται ασφαλιστικώς ενιαία ειδικώς εις τας περιπτώσεις, καθ’ ας ο ησφαλισμένος αναλαμβάνει εργασίαν διαρκούσης της επιδοτήσεως λόγω ανεργίας, ρυθμίζεται υπό της παρ. 7 του άρθρ. 36 Α.Ν. 1846/51. Εν τη ερμηνεία της διατάξεως ταύτης, ήτις δια τον καθορισμόν της χρονικής περιόδου, εντός της οποίας η ανάληψις εργασίας και η εκ νέου περιέλευσις εις ανεργίαν δεν διασπά την ενότητα της ασφαλιστικής περιπτώσεως, παραπέμπει εις το έτος επιδοτήσεως, ως τούτο καθορίζεται εις το άρθρ. 38 του νόμου, δημιουργούνται αμφιβολίαι ως προς την ακριβή αυτής έννοιαν. Ένεκεν τούτου, αποδεχόμενοι μεταξύ των δύο υποστηριχθεισών απόψεων την πλέον βάσιμον, ήτις συμβαίνει να είναι και η πλέον επιεικής δια τον ησφαλισμένον, ορίζομεν τα κάτωθι: Άπασαι αι εντός χρονικής περιόδου 12 μηνών από της ημερομηνίας της παρά του ησφαλισμένου αναγγελίας της ανεργίας του περίοδοι διακοπής εργασίας (λόγω λήξεως της κατά την διάρκειαν της επιδοτήσεως αναληφθείσης βραχυχρονίου απασχολήσεως) λογίζονται ως συνιστώσαι περίπτωσιν ασφαλιστικώς ενιαίαν. Κατά συνέπειαν αι προϋποθέσεις ασφαλιστικής ικανότητος, ο χρόνος αναμονής, η κατά την παρ. δ΄ άρθρ. 35 διάρκεια της ανεργίας πλέον του 15μέρου από της αναγγελίας του ησφαλισμένου εις το Ι.Κ.Α. και η διάρκεια της επιδοτήσεως ρυθμίζονται εν όψει της πρώτης αναγγελίας του ησφαλισμένου. Επομένως δια την συνέχισιν της ανασταλείσης επιδοτήσεως λόγω αναλήψεως εργασίας μετά την λήξιν της εργασίας την επερχομένην εντός του κατά τα ανωτέρω δωδεκαμήνου δεν απαιτείται: α)ο εκ νέου υπολογισμός συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρ. 35 εδ. β΄, β)η πάροδος νέου χρόνου αναμονής και γ)η εκ νέου παραμονή του ησφαλισμένου εις κατάστασιν ανεργίας πλέον του 15ημέρου (άρθρ. 35 εδ. δ΄). Παράδειγμα Α΄.Ησφαλισμένος (υπάλληλος) ανηγγέλθη ως άνεργος την 11-4-52, επιδοτηθείς μέχρι 30-6-52 (ημέραι επιδοτήσεως λόγω ανεργίας 75) την 1-7-52 ανέλαβεν εργασίαν, ήτις έληξε την 30-9-52. Την 1-10-52 ανηγγέλθη ημίν εκ νέου ως άνεργος, επιδοτηθείς μέχρι 30-11-52 (ημέραι επιδοτήσεως 60). Την 1-12-52 ανέλαβεν εκ νέου εργασίαν, ήτις διήρκεσε μέχρις 28-2-53. Ούτος θέλει εν συνεχεία επιδοτηθή από 1-3-53 μέχρι 15-4-1953 (ημέραι επιδοτήσεως 65). Εις το ανωτέρω παράδειγμα άπασαι αι εντός του χρονικού διαστήματος από 11-4-52 μέχρι 11-4-53 πραγματοποιηθείσαι διακοπαί αναληφθεισών απασχολήσεων αποτελούν ενιαίαν ασφαλιστικήν περίπτωσιν, ήτις παρέχει εις τον ησφαλισμένον το δικαίωμα συνεχίσεως της αρχικής επιδοτήσεως μέχρι συμπληρώσεως του ανωτάτου ορίου με τας αυτάς προϋποθέσεις, τον αυτόν χρόνον αναμονής και το Σελ. 304 άπαξ κατά την αρχικήν αναγγελίαν υπολογισθέν 15θήμερον ανεργίας του άρθρ. 35 εδ. δ΄, ουχί όμως και δικαίωμα νέας εξ αρχής επιδοτήσεως. Αντιθέτως, εις ας περιπτώσεις η λήξις της κατά την διάρκειαν της επιδοτήσεως αναληφθείσης εργασίας επέρχεται μετά την εκπνοήν του δωδεκαμήνου, η περίπτωσις ανεργίας λογίζεται ασφαλιστικώς νέα και επομένως δέον να συντρέχουσιν άπασαι αι προς επιδότησιν απαιτούμεναι προϋποθέσεις κλπ. Ούτως εις το ανωτέρω παράδειγμα, εάν η λήξις της τελευταίας απασχολήσεως του ησφαλισμένου έλαβε χώραν, αντί της 28-2-53, την 25-4-53, ούτος δεν δικαιούται να συνεχίση την πρώτην επιδότησίν του, διότι υφίσταται νέα ασφαλιστική περίπτωσις. Δικαιούται όμως νέας εξ αρχής επιδοτήσεως, εφ’ όσον έχει πραγματοποιήσει τας υπό του άρθρ. 35 εδ. β΄ απαιτουμένας ημέρας εργασίας εντός του προηγουμένου έτους ή 15μήνου, ασχέτως εάν αύτοι ελήφθησαν υπ’ όψιν δια την προηγουμένην αυτού επιδότησιν και εφ’ όσον βεβαίως πληροί και τας λοιπάς του Νόμου προϋποθέσεις. Σημειούμεν πάντως, ότι δια την κατ’ εφαρμογήν της παρούσης συνέχισιν ανασταλείσης επιδοτήσεως προϋποτίθεται λήξις της αναληφθείσης εν τω μεταξύ εργασίας συμφώνως τω νόμω, ήτοι έγκυρος καταγγελία των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας ή λήξις των ωρισμένου χρόνου τοιούτων. Προς τας τελευταίας ταύτας δέον να εξομοιωθούν αι περιπτώσεις των ανέργων, οίτινες χρησιμοποιούνται σποραδικώς εις αναπλήρωσιν μισθωτών ποιουμένων χρήσιν της κεκανονισμένης καθ’ εβδομάδα ημερησίας αναπαύσεως (repos)˙ αι περιπτώσεις αύται, συνιστώσαι αυοτοτελείς συμβάσεις εργασίας ωρισμένου χρόνου, έστω και μιας ημέρας δικαιολογούν την καταβολήν επιδόματος δια την λοιπήν περίοδον ανεργίας, αφαιρουμένων μόνον των ημερών της τοιαύτης σποραδικής απασχολήσεως. Εξ άλλου, υφισταμένου πάντοτε του εντός του αυτού ημερολογιακού έτους ανωτάτου ορίου επιδοτήσεως, άμα τη συμπληρώσει τούτου επιβάλλεται η διακοπή της επιδοτήσεως και η συνέχισις κατά την έναρξιν του επομένου ημερολογιακού έτους, εφ’ όσον δεν έχει ήδη λήξει το ως ανωτέρω ωρίσθη έτος επιδοτήσεως. Ούτως ο ησφαλισμένος (υπάλληλος), όστις επεδοτήθη επί παραδείγματι από 1/5/195231/3/53 διακεκομμένως επί 180 ημέρας, εξ ων 90 εντός του 1953 και την 1-7-53 επαναρχίζει επιδοτούμενος (νέα ασφαλιστική περίπτωσις), κατ’ ανάγκην θα παύση επιδοτούμενος από 1-10-1953 (ως συμπληρώσας 180 ημέρας ε15Β.Η.α.19 Επίδομα Ανεργίας πιδοτήσεως εντός του 1953), δικαιούμενος να επιδοτηθή εν συνεχεία από 1-1-1954, αλλ’ ουχί δια πλείονας των ενενήκοντα ημερών μέχρι 1-7-1954. Περαιτέρω διευκρινίζομεν, ότι τα ανωτέρω εκτεθέντα έχουν εφαρμογήν μόνον επί αναστολής λόγω αναλήψεως εργασίας διαρκούσης της επιδοτήσεως ανεργίας, περί ης και μόνον προβλέπει ο Νόμος. Δια την εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας επερχομένην αναστολήν της επιδοτήσεως λόγω ανεργίας (π.χ. στράτευσις, ασθένεια κλπ.) ισχύουν αι δια της υπ’ αριθ. 27346/4821/20-12-51 διαταγής μας παρασχεθείσαι υμίν οδηγίαι. Πάντως και η μετά την άρσιν του τοιούτου λόγου αναστολής ανάληψις εργασίας διέπεται υπό των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρ. 36, ως ανωτέρω ηρμηνεύθη. Κατά τον υπολογισμόν όμως της χρονικής περιόδου του δωδεκαμήνου δέον, όπως αφαιρήται το μεσολαβήσαν χρονικόν διάστημα, καθ’ ο υφίσταται ο λόγος της αναστολής. Παράδειγμα Β΄. Ησφαλισμένος ανηγγέλθη ημίν ως άνεργος την 1-3-51, επιδοτηθείς μέχρι 31-3-51. Την 1-4-51 εστρατεύθη, απολυθείς των τάξεων του Στρατού την 31-12-52, και ανηγγέλθη ημίν εκ νέου ως άνεργος την 2-1-53. Το δωδεκάμηνον, εντός του οποίου η περίπτωσίς του θεωρείται απασφαλιστικώς ενιαία, άρχεται την 1-3-51, αναστέλλεται την 1-4-51 μέχρι της 31-12-52 και συνεχίζεται από 2-1-53, συμπληρούμενον την 2-12-53. Ωσαύτως άπασαι αι ανωτέρω οδηγίαι περί συνεχίσεως ανασταλείσης επιδοτήσεως έχουν εφαρμογήν, εφ’ όσον δεν προκύπτει εκ της μακράς διαρκείας της αναστολής διάσπασις της ενότητος της ασφαλιστικής περιπτώσεως, ήτοι κατά τα γενόμενα μέχρι τούδε αποδεκτά προκειμένου περί των λοιπών παροχών, εφ’ όσον δεν εμεσολάβησε συνεχής απασχόλησις 150 ημερών εργασίας, οπότε άρχεται νέος εξ αρχής υπολογισμός της διαρκείας επιδοτήσεως, υπολογιζομένου νέου δια ταύτην έτους. Ούτω: Παράδειγμα Γ΄. Άνεργος επιδοτηθείς από 1-3-52 μέχρι 31-7-52 και εργασθείς από 1-8-52 μέχρι 31-153 (ημέραι εργασίας 150), δια την από 1-2-53 διακοπήν της εργασίας του δεν δύναται να τύχη νέας εξ αρχής επιδοτήσεως 150 ή 180 ημερών, οπότε όμως άρχεται νέον έτος επιδοτήσεως, υπολογίζεται νέος χρόνος αναμονής, απαιτείται συμπλήρωσις ημερών ανεργίας ενός τουλάχιστον 15θημέρου εκ νέου και απαιτείται η εκ νέου συνδρομή των προϋποθέσεων ασφαλιστικής ικανότητος, εφαρμοζομένων αναλόγως και των οδηγιών της υπ’ αριθ. 105/53 εγκυκλίου. Η δια της παρούσης ρύθμισις, εξασφαλίζουσα εις άπαντας τους ησφαλισμένους ανεξαρτήτως της ημερομηνίας της αναγγελίας των το αυτό περιθώριον χρόνου (12μηνον) δια το δικαίωμα της συνεχίσεως της επιδοτήσεως, σκοπεί να επανορθώση τας εκ της εφαρμογής της εγκυκλίου 222/52 αδικίας. Συμφώνως προς ταύτην, η διάρκεια του δικαιώματος της συνεχίσεως της επιδοτήσεως των ησφαλισμένων εξηρτάτο εκ του τυχαίου γεγονότος της αναγγελίας της ανεργίας εις τας αρχάς ή περί το τέλος του ημερολογιακού έτους, ευνοουμένων των ανηκόντων εις την πρώτην κατηγορίαν έναντι των ετέρων. Τέλος σημειούμεν, ότι αι δια της παρούσης επί συνεχίσεως της επιδοτήσεως λόγω ανεργίας παρεχόμεναι οδηγίαι δέον, όπως εφαρμοσθώσι μόνον επί των εφεξής εμφανιζομένων περιπτώσεων συνεχίσεως της επιδοτήσεως, εξαιρέσει των αναφερομένων εις τους ανωτέρω απασχολουμένους κατά τας ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως (repos), αίτινες θέλουν τύχει εφαρμογής και επί των ήδη εκκρεμουσών παρ’ ημίν περιπτώσεων.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.