← Ελλάδα

91. ΠΡΑΞΙΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ της 28/28 Ιουλ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 117) Περί μέτρων αφορώντων εις τας μισθώσεις αστικών ακινήτων εν τω Νομώ Θεσσαλονίκης

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος θεσπίζει έκτακτα μέτρα για τις μισθώσεις αστικών ακινήτων στον Νομό Θεσσαλονίκης, λόγω των εκτεταμένων ζημιών από τους σεισμούς του 1978 και τον κίνδυνο αύξησης των μισθωμάτων. Σκοπός του είναι η προστασία του πληθυσμού από αθέμιτες απαιτήσεις και κερδοσκοπικές ενέργειες.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
91. ΠΡΑΞΙΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ της 28/28 Ιουλ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 117) Περί μέτρων αφορώντων εις τας μισθώσεις αστικών ακινήτων εν τω Νομώ Θεσσαλονίκης. Έχοντες υπ’ όψει: 1.Τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 44 του Συντάγματος. 2.Την δημιουργηθείσαν κατάστασιν εξαιρετικώς επειγούσης εκτάκτου και απροβλέπτου ανάγκης, συνεπεία των εκτεταμένων ζημιών, αίτινες προεκλήθησαν εκ των ισχυρών σεισμών εις τα ακίνητα του Νομού Θεσσαλονίκης από της 24ης Μαΐου 1978 και εντεύθεν. 3.Τον επαπειλούμενον κίνδυνον διασαλεύσεως των τιμών των μισθωμάτων, λόγω της προκυψάσης κρίσεως στέγης και τον συνεπεία ταύτης υφιστάμενον κίνδυνον προκλήσεως απροβλέπτων δυσμενών επιπτώσεων εις την οικονομικήν ζωήν του Νομού Θεσσαλονίκης και των οικονομικώς προς αυτόν συνδεομένων διαμερισμάτων της Βορείου Ελλάδος. 4.Την αδήριτον ανάγκην δημιουργίας όρων και συνθηκών ομαλής διαμορφώσεως των τιμών των μισθωμάτων εις τα ακίνητα εν γένει της περιφερείας του Ν. Θεσσαλονίκης. 5.Την εξαιρετικώς επείγουσαν ανάγκην προστασίας του πληθυσμού εξ αθεμίτων απαιτήσεων προς είσπραξιν υπερμέτρων μισθωμάτων και την εντεύθεν επιβαλλομένην θέσπισιν επειγόντων μέτρων, προς αποτροπήν κερδοσκοπικών ενεργειών εις βάρος των χειμαζομένων εκ των σεισμών κατοίκων της ως άνω περιοχής. 6.Την, συνεπεία των ανωτέρω, αδυναμίαν αμέσου αντιμετωπίσεως της διαμορφωθείσης εκτάκτου καταστάσεως δια της συνήθους νομοθετικής ρυθμίσεως των συναφών θεμάτων, προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίζομεν: Άρθρ.1.-«1.Μισθώσεις αστικών ακινήτων κειμένων εις την περιφέρειαν του Νομού Θεσσαλονίκης, τα οποία χρησιμοποιούνται ως κατοικίαι, γραφεία, καταστήματα και εν γένει ως χώροι ασκήσεως πάσης φύσεως επιχειρήσεων ή επαγγέλματος ή ως χώροι παροχής κοινωνικών ή άλλων κοινωφελών υπηρεσιών, οπωσδήποτε λήξασαι κατά το χρονικόν διάστημα από 24ης Μαΐου 1978 και μέχρι της ενάρξεως ισχύος της παρούσης, ως και μισθώσει λήγουσαι μέχρι της 31ης Αυγ. 1980 παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι της ημερομηνία ταύτης, εφ’ όσον ο μισθωτής ευρίσκεται κατά την έναρξιν ισχύος της παρούσης εις την κατοχήν του μισθίου και δεν εναντιούται εις την παράτασιν. Μισθώσεις εις τας οποίας μισθωταί επί αστικών ακινήτων είναι το Δημόσιον ή Ν.Π.Δ.Δ., δεν υπάγονται εις την ανωτέρω ρύθμισιν, διεπόμεναι υπό των όρων των μισθωτών συμβάσεων». Σελ. 332,044(γ) Τεύχος 691-Σελ. 108 2.Η παράτασις του χρόνου μισθώσεως δεν παρακωλύει την υπό του μισθωτού άσκησιν του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εν συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρ. 585,586 και 588 του Αστικού Κώδικος. «3.Καταγγελία υπό του εκμισθωτού δύναται να χωρήση μόνον εις τας ακολούθους περιπτώσεις: α)Δια τους εις τα άρθρ. 594 και 597 του Αστικού Κώδικος λόγους και δι’ υπεκμίσθωσιν, εν ολω ή εν μέρει, πραγματοποιηθείσαν κατά παράβασιν απαγορευτικού όρου της μισθωτικής συμβάσεως. Η διάταξις του άρθρ. 661 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας έχει και εν προκειμένω εφαρμογήν, β)λόγω ιδιοκατοικήσεως του εκμισθωτού και της οικογενείας του δι’ αποδεδειγμένως επείγουσαν ανάγκην και γ)δι’ ανοικοδόμησιν του μισθίου υπό του εκμισθωτού ή του κυρίου του μισθίου. Εις την περίπτωσιν ταύτην, προκειμένου μεν περί μισθώσεων ακινήτων μη υπαγομένων εις τας διατάξεις του Νόμ. 813/1978 «περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων», η καταγγελία δύναται να χωρήση μετά την λήξιν του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως και τα έννομα αποτελέσματα αυτής επέρχονται μετά εξάμηνον από της επιδόσεως προς τον μισθωτήν του περί ταύτης εγγράφου, προκειμένου δε περί μισθώσεων υπαγομένων εις τας διατάξεις του Νόμ. 813/1978 η καταγγελία λόγω ανοικοδομήσεως διέπεται υπό των περί ταύτης διατάξεων του Νόμου τούτου. Ειδικώς προκειμένου περί ανοικοδομήσεως ακινήτου κριθέντος αρμοδίως ως επικινδύνως ετοιμορρόπου και κατεδαφιστέου, η καταγγελλία χωρεί κατά πάντα χρόνον. Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις ανοικοδομήσεως ο κύριος ή ο εκμισθωτής του ανοικοδομηθέντος ακινήτου υποχρεούται εις επανεγκατάστασιν των παλαιών μισθωτών, εις ανάλογον ως προς την θέσιν χώρον του ανοικοδομηθέντος ακινήτου, εκτάσεως ουχί πλέον των 3/4 του πρότερον υπό του μισθωτού κατεχομένου, εφ’ όσον εκδηλωθή υπό τούτων ενδιαφέρον, εντός έξ μηνών από της επιδόσεως της καταγγελίας. Εις την περίπτωσιν της επανεγκαταστάσεως το καταβλητέον μίσθωμα καθορίζεται υπό του καθ’ ύλην αρμοδίου δικαστηρίου». «4.Δίκαι επί αγωγών περί αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου εκκρεμούσαι κατά τον χρόνον ενάρξεως της ισχύος της παρούσης καταργούνται, εκδοθείσαι δε δικαστικαί αποφάσεις και τελεσίδικοι έτι, δεν εκτελούνται εκτός εάν ερείδωνται εις λόγους επενεγκόντας την λήξιν της μισθώσεως και αναγνωριζομένους υπό της παρούσης. 7.Ζ.α.91 Ενοικιοστάσιο 5.Επί εκουσίας ή αναγκαστικής εκποιήσεως του μισθίου ή επί καθολικής διαδοχής, ο νέος κτήτωρ υπεισέρχεται εις τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις της μισθώσεως. Το αυτό ισχύει και εις περίπτωσιν διεκδικήσεως του μισθίου ή αποβολής του εκμισθωτού εκ της νομής του συνεπεία δικαστικής αποφάσεως. «6.Από της 24ης Μαΐου 1978 και μέχρι της 31ης Δεκ. 1978 δεν επιτρέπεται δι’ οιονδήποτε λόγον και καθ’ οιονδήποτε τρόπον αύξησις των καταβαλλομένων μισθωμάτων δια τας βάσει της παρ. 1 του παρόντος άρθρου παρατεινομένας μισθώσεις. Η αξίωσις του εκμισθωτού περί αναπροσαρμογής του μισθώματος δια τον προ της 24ης Μαΐου 1978 χρόνον δεν θίγεται υπό της παρούσης». Οι μέσα στα « » παρ. 1, 3, 4 και 6 αντικαταστάθηκαν ως άνω από το άρθρο δεύτερο παρ. 1, 2, 3 και 4 αντίστοιχα του Νόμ. 859 της 29 Δεκ. 1978/5 Ιαν. 1979 (ΦΕΚ Α΄ 2), (κατωτ. αριθ. 96). Άρθρ.2.-Επί μισθώσεων αστικών ακινήτων συναφθεισών από της 24ης Μαΐου 1978, ως και των εφ’ εξής συναπτομένων μέχρι και της 31ης Αυγούστου 1980 απαγορεύεται η συνομολόγησις, μέχρι της ημερομηνίας ταύτης, μισθωμάτων μεγαλυτέρων των κατά την 24ην Μαΐου 1978 καταβαλλομένων. 2.Επί μισθώσεων αστικών ακινήτων, το πρώτον εκμισθουμένων κατά το εν τη προηγουμένη παραγράφω διαλαμβανόμενον χρονικόν διάστημα, το συνομολογούμενον μίσθωμα δέον να αντιστοιχεί προς τα καταβαλλόμενα την 24ην Μαΐου 1978 μισθώματα δια παρακείμενα ακίνητα του αυτού προορισμού, φύσεως, χρήσεως και κατηγορίας. 3.Οι Οικονομικοί Έφοροι υποχρεούνται να χορηγούν εις τους ενδιαφερομένους, προς χρήσιν επί δικαστηρίω, αντίγραφα μισθωτηρίων, ως και βεβαιώσεις περί του καταβαλλομένου μισθώματος οιουδήποτε ακινήτου, δικαιούμενοι να ζητήσουν παρά του αιτούντος την υποβολήν υπευθύνου δηλώσεως συντεταγμένης κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 105/69 «περί ατομικής ευθύνης του δηλούντος ή βεβαιούντος» περί του ότι τα χορηγηθησόμενα στοιχεία θα χρησιμοοιηθούν μόνον κατά δίκας περί των οποίων το άρθρ. 6 της παρούσης. (Μετά την σελ. 332,044(γ) Σελ. 332,0441 Τεύχος 691–Σελ. 109 Ενοικιοστάσιο 7.Ζ.α.91 7.Ζ.α.91 Ενοικιοστάσιο Άρθρ.3.-Δια το από 1ης Ιανουαρίου 1979 και μέχρι 31ης Αυγούστου 1980 χρονικόν διάστημα επιτρέπεται η αύξησις των μισθωμάτων, περί των οποίων τα άρθρ. 1 και 2 της παρούσης, μόνον κατά το ποσοστόν το καθοριζόμενον υπό εκδοθησομένων κοινών αποφάσεων των Υπουργών Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Εμπορίου. Άρθρ.4.-Επί μισθώσεων της παρ. 1 του άρθρ. 1 της παρούσης, ο εκμισθωτής υποχρεούται όπως εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου από της εγγράφου προσκλήσεως του μισθωτού προβή εις τας κριθείσας αρμοδίως, αναγκαίας δια την περαιτέρω χρήσιν του μισθίου επισκευάς και μέχρι του ποσού του εις αυτόν χορηγηθησομένου προς τούτο δανείου. Άρθρ.5.-1.Όπου της παρούσης αναφέρεται η λέξις μίσθωσις ή μισθώσεις, νοούνται και αι νομίμως υφιστάμεναι υπομισθώσεις. 2.Είναι άκυρος πάσα συμφωνία δια της οποίας επέρχεται αποστέρησις των, κατά την παρούσαν, δικαιωμάτων του μισθωτού, εφ’ όσον τοιαύτη δεν επιτρέπεται, ρητώς, δια της παρούσης. Παροχή καταβληθείσα εις εκπλήρωσιν τοιαύτης συμφωνίας αναζητείται, κατά τας περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. 3.Επί μικτών συμβάσεων αναφερομένων εις την μίσθωσιν αγροτικού ακινήτου, η μίσθωσις δια κατοικίαν απολαμβάνει της προστασίας της παρούσης Πράξεως και αν ακόμη ήθελε θεωρηθή παρεπομένη της αφορώσης εις την αγρομίσθωσιν. Άρθρ.6.-1.Πάσα διαφορά περί την ερμηνείαν και την εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης, υπάγεται εις την αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου, αναλόγως του ποσού του καταβαλλομένου μισθώματος, κατά τας διατάξεις των άρθρ. 14 παρ. 1 εδάφ. β΄ και 16 αριθ. 1 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας και εκδικάζεται κατά την διαδικασίαν των άρθρ. 647 έως και 661 αυτού. 2.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον εκδιδόμεναι αποφάσεις κηρύσσονται υποχρεωτικώς, προσωρινώς εκτελεσταί. 3.Η διαδικασία επιλύσεως οιασδήποτε διαφοράς, ανακυπτούσης εκ των διατάξεων της παρούσης, διεξάγεται ατελώς, μηδέ του τέλους χαρτοσήμου εξαιρουμένου, συμπεριλαμβανομένης και της εκδόσεως αντιγράφων των εκδιδομένων αποφάσεων. Με την περίπτ.36 του άρθρ.4 του Νόμ.2459/18-19 Φεβρ.1997 (ΦΕΚ Α΄17), τόμ.27 σελ.194,725, καταργήθηκαν οι απαλλαγές από τα τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από την άνω παρ.3. Άρθρ.7.-Η ισχύς της παρούσης, ήτις κυρωθήσεται νομοθετικώς κατά το άρθρ. 44 παρ. 1 του Συντάγματος, άρχεται από της δημοσιεύσεώς της δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.