Εν συντομία
Αυτό το Βασιλικό Διάταγμα καθορίζει τον τρόπο είσπραξης και ελέγχου ενός ειδικού φόρου στα έσοδα των ξενοδοχείων, των ξενοδοχείων ύπνου και φαγητού, και των οικοτροφείων. Θεσπίζει τις διαδικασίες δήλωσης, καταβολής και ελέγχου του φόρου, καθώς και τις κυρώσεις για μη συμμόρφωση.
Τι ρυθμίζει
- Την υποχρέωση δήλωσης και καταβολής ειδικού φόρου από τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.
- Τις προθεσμίες και τον τρόπο υποβολής των δηλώσεων εσόδων.
- Τις αρμόδιες αρχές για την παραλαβή των δηλώσεων, τη βεβαίωση και την είσπραξη του φόρου.
- Τις κυρώσεις για εκπρόθεσμη, ανακριβή ή ελλιπή δήλωση και μη καταβολή του φόρου.
Ποιον αφορά
- Τους εκμεταλλευόμενους ξενοδοχεία ύπνου, ύπνου και φαγητού, και οικοτροφεία.
- Τους Οικονομικούς Εφόρους και τα Δημόσια Ταμεία.
Βασικά σημεία
- Ο φόρος επιβάλλεται στα έσοδα από την παροχή κλίνης από την 1η Ιουλίου 1946 και εφεξής, και ειδικά για τις διατάξεις της παραγράφου 3, από την 1η Δεκεμβρίου 1946.
- Οι υπόχρεοι πρέπει να υποβάλλουν δήλωση για τα έσοδα κάθε μήνα και να καταβάλλουν τον φόρο εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα.
- Σε περίπτωση μη καταβολής του φόρου εντός της προθεσμίας, επιβάλλεται προσαύξηση υπερημερίας 5% ανά μήνα καθυστέρησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το 100% του φόρου.
- Οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις υποχρεούνται να τηρούν βιβλίο ημερήσιας κίνησης πελατών και, για ξενοδοχεία πολυτελείας, Α΄ και Β΄ κατηγορίας, διπλότυπο βιβλίο λογαριασμών. Η μη τήρηση ή η ελλιπής τήρηση επισύρει πρόστιμο από 200.000 έως 5.000.000 δραχμές.
📄 Κείμενο νόμου
5. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 11/13 Δεκ. 1946 Περί εκτελέσεως του υπ’ αριθ. 181/46 Ν.Δ/τος «περί συστάσεως Οργανισμού Ξενοδοχειακής Πίστεως και Φορολογίας των Ξενοδοχείων. Έχοντες υπ’ όψει το άρθρ.18 του υπ’ αριθ. 181/1946 Ν.Δ/τος «περί συστάσεως Οργανισμού Ξενοδοχειακής Πίστεως και φορολογίας των Ξενοδοχείων» προτάσει του Προέδρου της Κυβερνήσεως και του Υπουργού των Οικονομικών και μετά την υπ’ αριθ. 638/1946 σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου της Επικρατείας, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν. Άρθρ.1.–1.Υπόχρεοι εις τον δια του υπ’ αριθ. 181/1946 Ν.Δ/τος επιβληθέντα ειδικόν φόρον επί των από 1ης Ιουλ. 1946 και εφεξής κτωμένων υπό των ξενοδοχείων ύπνου, ύπνου και φαγητού και οικοτροφείων εσόδων, των προερχομένων εκ του αναλογούντος εκ της παροχής κλίνης ανταλλάγματος, είναι οι εκμεταλλευόμενοι τας ξενοδοχειακάς επιχειρήσεις. 2.Οι κατά την προηγουμένην παράγραφον υπόχρεοι εις φόρον οφείλουν να επιδίδωσι δήλωσιν περί των πραγματοποιηθέντων εσόδων εκάστου μηνός και να καταβάλωσι συν τη δηλώσει ολόκληρον τον αναλογούντα φόρον. 3.Η δήλωσις επιδίδεται εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός δια τας εισπράξεις του αμέσως προηγουμένου μηνός. (Αντί της σελ. 253) Σελ. 253(α) 310–051 Οργανισμός Ξενοδοχειακής Πίστης 18.Ζ.θ.5 Η διάταξις της παρούσης παραγράφου έχει εφαρμογήν επί των από 1 Δεκ. 1946 και εφεξής κτωμένων εσόδων. 4.Αι διατάξεις του Κώδικος φορολογίας καθαρών προσόδων περί επιβολής προσαυξήσεως επί των εκπροθέσμως υποβαλλομένων δηλώσεων ως και επί ανακριβείας ή παραλείψεως δηλώσεως εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 5.Η δήλωσις δέον να περιλαμβάνη: α)το ονοματεπώνυμον, επάγγελμα και διεύθυνσιν του υποχρέου, β)την πόλιν, οδόν και αριθμόν εις ην ευρίσκεται το ξενοδοχείον, γ)τα έσοδα εκ της παροχής κλίνης του μηνός, δ)τον αναλογούντα φόρον και ε)παν έτερον στοιχείον αναγκαίον δια την επιβολήν του φόρου. Η δήλωσις είναι απαράδεκτος αν δεν βεβαιούται η καταβολή του φόρου του αναλογούντος επί των δηλουμένων εσόδων. Άρθρ.8.–Δια την κατάταξιν των πόλεων ή κωμοπόλεων προς εφαρμογήν του αντιστοίχου ποσοστού φόρου 2%, 3% ή 4% λαμβάνεται υπ’ όψιν η τελευταία απογραφή του πληθυσμού. Άρθρ.9.–1.Όπου δια διατάξεως του παρόντος δεν ορίζεται άλλως, εν σχέσει προς την διαδικασίαν βεβαιώσεως του φόρου, την συγκρότησιν της Εκδικαστικής Επιτροπής, την εκδίκασιν του ενδίκου μέσου της ενστάσεως και την εν γένει διαδικασίαν εφαρμογήν έχουσιν αι διατάξεις του Κώδικος φορολογίας Καθαρών Προσόδων. 2.Εις τον Ημέτερον επί των Οικονομικών Υπουργόν ανατίθεται η δημοσίευσις και εκτέλεσις του παρόντος Δ/τος. Άρθρ.2.–1.Αρμόδιοι δια την παραλαβήν των δηλώσεων και βεβαίωσιν του φόρου τυγχάνουσιν οι Οικονομικοί Έφοροι εν τη περιφερεία των οποίων ασκείται η ξενοδοχειακή επιχείρησις. 2.Ειδικώς δια την περιφέρειαν των Οικονομικών Εφοριών Αθηνών αρμόδιος καθίσταται ο «Ι» Οικονομικός Έφορος Αθηνών, δια την περιφέρειαν των Οικονομικών Εφοριών Πειραιώς ο Δ΄ Οικονομικός Έφορος Πειραιώς, δια την περιφέρειαν των Οικονομικών Εφοριών Θεσσαλονίκης ο Ε΄ Οικονομικός Έφορος Θεσσαλονίκης, δια την περιφέρειαν των Οικονομικών Εφοριών Πατρών, ο Β΄ Οικονομικός Έφορος Πατρών και δια την περιφέρειαν των Οικονομικών Εφοριών Βόλου ο Β΄ Οικονομικός Έφορος Βόλου. Άρθρ.3.–1.Αρμόδια Ταμεία δια την είσπραξιν του φόρου είναι τα Ταμεία, εν τη περιφερεία των οποίων ασκείται η ξενοδοχειακή επιχείρησις. 2.Ειδικώς δια την περιφέρειαν των Αθηνών αρμόδιον καθίσταται το Ζ΄ Ταμείον εισπράξεων Αθηνών, δια την περιφέρειαν Πειραιώς το Δ΄ Ταμείον Εισπράξεων Πειραιώς, δια την περιφέρειαν Θεσσαλονίκης το Ε΄ Ταμείον Εισπράξεων Θεσσαλονίκης, δια την περιφέρειαν Πατρών το Β΄ Ταμείον Πατρών και δια την περιφέρειαν Βόλου το Β΄ Ταμείον Βόλου. Άρθρ.4.–1.Εν περιπτώσει μη καταβολής του φόρου εντός της προθεσμίας του άρθρ.1 ο υπόχρεως καταλογίζεται με προσαύξησιν υπερημερίας 5% επί του φόρου και της προσαυξήσεως λόγω εκπροθέσμου, ανακριβείας ή παραλείψεως της δηλώσεως δι’ έκαστον μήνα καθυστερήσεως. Η προσαύξησις υπερημερίας δεν δύναται να υπερβή τα 100% του φόρου μετά των προσαυξήσεων. Ο μην άρχεται υπολογιζόμενος από της λήξεως της προς επίδοσιν δηλώσεως και καταβολήν του φόρου προθεσμίας. Σελ. 254(α) 310–052 2.Αι υπό του Νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων προβλεπόμεναι ποιναί της υπερημερίας δεν έχουσιν εφαρμογήν δια τον φόρον του παρόντος. Άρθρ.5.–1.Ο Οικονομικός Έφορος παραλαμβάνων τας επιδιδομένας δηλώσεις, υποχρεούται να προβή εις άμεσον έλεγχον προς επαλήθευσιν του περιεχομένου αυτών. Ωσαύτως ο Οικονομικός Έφορος ενεργεί έλεγχον προς εξακρίβωσιν των ουδόλως δηλωσάντων. 2.Επί τη βάσει του πορίσματος του ελέγχου, ο Οικονομικός Έφορος εγγράφει εις συμπληρωματικόν κατάλογον τους ανακριβώς ή μηδόλως δηλώσαντας και προβαίνει εις κοινοποίησιν προς αυτούς φύλλου ελέγχου, επιβάλλων εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις κατ’ αυτών προσαύξησιν κατά τας διατάξεις του Κώδικος Φορολογίας Καθαρών Προσόδων. 3.Κατά του άνω φύλλου ελέγχου επιτρέπεται εις τον υπόχρεων ένστασις ενώπιον της κατά το άρθρ.39 του Κώδικος Φορολογίας Καθαρών Προσόδων Εκδικαστικής Επιτροπής εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν τούτου. 18.Ζ.θ.5 Οργανισμός Ξενοδοχειακής Πίστης 4.Δια τας περιφερείας των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς η Εκδικαστική Επιτροπή συντίθεται εξ ενός υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών, επί βαθμώ Τμηματάρχου α΄ ή β΄ τάξεως, ως προέδρου, οριζομένου παρά του Υπουργού των Οικονομικών, ενός υπαλλήλου της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού, οριζομένου παρά του Γενικού Γραμματέως Τουρισμού και ενός λαϊκού μέλους υποδεικνυομένου υπό του Συνδέσμου Ξενοδόχων Αθηνών. Μετά των τακτικών μελών ορίζονται καθ’ όμοιον τρόπον και είς ή πλείονες αναπληρωταί. Χρέη γραμματέως εκτελεί εις οικονομικός υπάλληλος οριζόμενος υπό του προέδρου της Εκδικαστικής Επιτροπής. 5.Δια την εκδίκασιν της ενστάσεως ακολουθείται η διαδικασία της Εκδικαστικής Επιτροπής των Ενστάσεων Φόρου Καθαρών Προσόδων, κατά των αποφάσεων όμως των εκδικαστικών επιτροπών ουδέν τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον επιτρέπεται. Δια την συζήτησιν της ενστάσεως απαιτείται η προσαγωγή γραμματίου καταβολής δραχ. 6.000. (Το ποσόν τούτο διατίθεται ως αποζημίωσις των μελών της Εκδικαστικής Επιτροπής, του γραμματέως αυτής και του αντιπροσώπου του Δημοσίου, κατά τα δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών ορισθησόμενα). Η εντός ( ) διάταξις κατηργήθη δια της παρ.5 άρθρ.17 Α.Ν. 942/1949, (τόμ. 27 σελ. 140). 6.Βάσει των αποφάσεων της Εκδικαστικής Επιτροπής ή των οριστικών εγγραφών, δι’ όσας περιπτώσεις δεν ησκήθη ένστασις, ο Οικονομικός Έφορος αποστέλλει χρηματικόν κατάλογον εις τον Δημόσιον Ταμίαν δια την είσπραξιν και κατάθεσιν του φόρου και προσαυξήσεων. Άρθρ.6.–1.Εκτός του Οικονομικού Εφόρου και η Γενική Γραμματεία Τουρισμού δια των τοπικών αντιπροσώπων της και των Αστυνομικών Αρχών βάσει παρεχομένης εντολής, δύναται να προβαίνη εις ελέγχους των ξενοδοχείων προς διαπίστωσιν της ακριβούς τηρήσεως των εις την πληρωμήν του φόρου υποχρεώσεών των ως δια του παρόντος καθορίζεται. Εις την περίπτωσιν ταύτην αι ξενοδοχειακαί επιχειρήσεις υποχρεούνται να θέτουν εις την διάθεσιν των εκπροσώπων της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού πάντα τα τηρούμενα στοιχεία και να επιτρέπουν την διενέργειαν αυτοψιών προς επαλήθευσιν αυτών. 2.Πάσαν διαπίστωσιν ανακριβούς δηλώσεως ή παραλείψεως υποβολής τοιαύτης οι εκπρόσωποι της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού αναφέρουν προς αυτήν και εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον, όστις, βάσει του πορίσματος του γενομένου ελέγχου, προέρχεται εις τας περαιτέρω ενεργείας συμφώνως προς το άρθρ.5 του παρόντος. Άρθρ.7.–1.Αι υποκείμεναι εις τον παρόντα φόρον Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις, εκτός των υπό των αστυνομικών διατάξεων καθοριζομένων δελτίων αφίξεως και αναχωρήσεως πελατών και βιβλίου καταχωρήσεως αυτών, ων η τήρησις και δια του παρόντος επιβάλλεται, υποχρεούνται να τηρούν και βιβλίον ημερησίας κινήσεως πελατών, δεόντως θεωρημένον παρά του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου και περιλαμβάνον α)τον αριθμόν εκάστου δωματίου, β)τον αριθμόν κλινών εκάστου δωματίου, γ)το ονοματεπώνυμον του πελάτου εκάστης κλίνης, δ)τον αριθμόν του δελτίου αφίξεως εκάστου πελάτου, ε)το δια την παροχήν κλίνης εισπραττόμενον ημερησίως ποσόν και ς)τον αριθμόν του εκδοθέντος λογαριασμού, εφ’ όσον πρόκειται περί ξενοδοχείων της επομένης παραγράφου. 2.Ειδικώς δια τα Ξενοδοχεία πολυτελείας, Α΄ και Β΄ κατηγορίας, επιβάλλεται η τήρησις διπλοτύπου βιβλίου λογαριασμών των ενοίκων, εξ ου το έν φύλλον εγχειρίζεται εις τον πελάτην, το δε στέλεχος παραμένει εις χείρας του ξενοδόχου. 3.Η μη τήρησις ή η ελλιπής ή ανώμαλος τήρησις των ανωτέρω βιβλίων επισύρει κατά των παραβατών την επιβολήν προστίμου δι’ εκάστην παράβασιν δραχ. 200.000 μέχρι 5.000.000 δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου υποκειμένης εις έφεσιν ενώπιον του Γενικού Γραμματέως Τουρισμού εντός ανατρεπτικής προθεσμίας 10 ημερών από της κοινοποιήσεώς της εις τον ενδιαφερόμενον.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.