Εν συντομία
Αυτός ο νόμος ρυθμίζει τις δικαστικές υποθέσεις στις οποίες το Δημόσιο είναι διάδικος, ειδικά όσες αφορούν γεγονότα πριν την 1η Δεκεμβρίου 1944, θεσπίζοντας προσωρινές απαγορεύσεις και αναστολές προθεσμιών.
Τι ρυθμίζει
- Την απαγόρευση ερημοδικίας του Δημοσίου και διεξαγωγής αποδείξεων ερήμην του σε πολιτικές υποθέσεις.
- Την αναστολή νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών σε συγκεκριμένες υποθέσεις.
- Την αναστολή της λήξης παραγραφής δικαιωμάτων και αγωγών κατά του Δημοσίου.
- Τις υποχρεώσεις των αντιδίκων του Δημοσίου για γνωστοποίηση της πορείας των εκκρεμών δικών.
Ποιον αφορά
- Το Δημόσιο, ως διάδικο σε πολιτικές υποθέσεις.
- Τους αντιδίκους του Δημοσίου σε εκκρεμείς υποθέσεις.
Βασικά σημεία
- Απαγορεύεται η ερημοδικία του Δημοσίου για έξι μήνες από την ισχύ του νόμου, σε υποθέσεις με αξιώσεις που βασίζονται σε γεγονότα πριν την 1η Δεκεμβρίου 1944. Η προθεσμία αυτή παρατάθηκε μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1950.
- Αναστέλλονται όλες οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες, εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις (π.χ. αιτήσεις προσδιορισμού τιμής μονάδας σε απαλλοτριώσεις, αιτήσεις προσωρινής διατροφής, αγωγές εξώσεως).
- Οι αντίδικοι του Δημοσίου σε εκκρεμείς δίκες από την 1η Δεκεμβρίου 1944 υποχρεούνται να γνωστοποιούν την πορεία της δίκης και να υποβάλλουν αντίγραφα εγγράφων εντός μηνιαίας προθεσμίας.
- Η παράλειψη γνωστοποίησης ή η ατελής περιγραφή της δίκης συνεπάγεται απαράδεκτο της συζήτησης και έκπτωση από δικαιώματα που απορρέουν από τα μη αναφερθέντα έγγραφα.
📄 Κείμενο νόμου
27. ΝΟΜΟΣ 109 της 30/30 Ιαν. 1945 Περί ανασυστάσεως των εμπρησθέντων αρχείων της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου των Οικονομικών και δικαιοστασίου επί υποθέσεων του Δημοσίου. Άρθρον 1 1.Επί εκκρεμών ήδη πολιτικών υποθέσεων εν αις διάδικον είναι το Δημόσιον, η δε προβαλλομένη αξίωσις ερείδεται επί εννόμου σχέσεως ή γενεσιουργού γεγονότος αναγομένου εις χρόνον προγενέστερον της 1 Δεκ. 1944, απαγορεύεται επί εξάμηνον από της ισχύος του παρόντος η ερημοδικία του Δημοσίου ενώπιον πάντων των πολιτικών Δικαστηρίων και του Αρείου Πάγου, ως και η ερήμην του Δημοσίου διεξαγωγή αποδείξεων. Η άνω προθεσμία παρετάθη αλλεπαλλήλως δια των Α.Ν. 521 της 24/25 Αυγ. 1945, Α.Ν. 929 της 8/12 Φεβρ. 1946 περί παρατάσεως κλπ. και των Β.Δ. της 18/23 Δεκ. 1946, της 3 Ιαν./12 Μαρτ. 1948, της 13/17 Δεκ. 1948 και της 29/30 Δεκ. 1949 μέχρι τέλους Δεκ. 1950. 2.Των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου εξαιρούνται, αι αιτήσεις αι έχουσαι αντικείμενον τον υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών προσδιορισμόν τιμής μονάδος συνεπεία αναγκαστικής απαλλοτριώσεως περιλαμβανομένης και της κατά το άρθρον 13 του Αν. Νόμου 1731/1939 περιπτώσεις κατεπειγούσης διαδικασίας, β)αι αιτήσεις προκαταβολικής απολήψεως τιμήματος απαλλοτριώσεως κατά το άρθρον 26 του Α. Νόμου 131/1939, γ)εκ της επ’ αναφορά διαδικασίας, αι αιτήσεις προς δικαστικήν αναγνώρισιν χρόνου γεννήσεως ή τελέσεως γάμου ή δημοσιοϋπαλληλικής ή στρατιωτικής υπηρεσίας ή χρόνου σπουδών ή προς επιδίκασιν προσωρινής διατροφής, δ)αι κατά το άρθρον 68 του Ν.Δ.Ε.Ε. αντιρρήσεις κατ’ επισπευδομένης διοικητικής εκτελέσεως ενώπιον του Προέδρου των Πρωτοδικών ή του Ειρηνοδίκου, ε)αι ανακοπαί του άρθρ. 5 του Νόμου 5895/1933, ς)αι κατά το Βασ. Διάταγμα της 24 Οκτωβρίου 1940 «περί κωδικοποιήσεως και τροποποιήσεως των περί διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας διατάξεων» ως ετροποποιήθη υπό του Νόμου 930/1943 ανακοπαί κατά πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημιώσεως ανταλλαξίμων κτημάτων και ζ)αγωγαί εξώσεως δι’ απλήν καθυστέρησιν ή λήξιν του χρόνου της μισθώσεως, εφ’ ων πασών περιπτώσεων ως και εκείνης καθ’ ην η γενεσιουργός αξίωσις αναφέρεται εις χρόνον μεταγενέστερον της 1 Δεκεμβρίου 1944, εφαρμόζονται αι προϋφιστάμεναι της ισχύος του παρόντος νόμου διατάξεις συμφώνως πάντοτε προς τους περιορισμούς του εκάστοτε ισχύοντος δικαιοστασίου. 10.Δ.γ.23-27 Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) 108 Άρθρον 2 1.Επί των εν άρθρω 1 του παρόντος νόμου αναφερομένων υποθέσεων αναστέλλονται κατά το διάστημα της ισχύος του παρόντος πάσαι αι νόμιμοι και δικαστικαί προθεσμίαι, εξαιρέσει α)των προθεσμιών προς έγερσιν αγωγής περί κύρους ληφθέντων συντηρητικών μέτρων, των προθεσμιών προς δήλωσιν τρίτου και ανακοπών κατά τοιούτων δηλώσεων, β)των προθεσμιών επί υποθέσεων υπαγομένων εις τας κατά το προηγούμενον άρθρον 1 εξαιρέσεις και γ)των προθεσμιών των αναφερομένων εις υποθέσεις επισπευδομένας κατά την διάρκειαν του παρόντος υπό του Δημοσίου, εφ’ ων εξαιρέσεων εφαρμόζονται επίσης οι περιορισμοί του ισχύοντος εκάστοτε δικαιοστασίου. 2.Επί των αυτών εν άρθρω 1 αναφερομένων υποθέσεων αναστέλλεται κατά το αυτό χρονικόν διάστημα η λήξις πάσης τρεχούσης κατά του Δημοσίου παραγραφής από δικαιωμάτων και αγωγών του αστικού και εμπορικού δικαίου, εφ’ όσον η λήξις αύτη ήθελε συμπίπτη εντός του χρόνου της ισχύος του παρόντος. 3.Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου ανατρέχει από 1 Δεκεμβρίου 1944. Άρθρον 3 1.Πας αντίδικος του Δημοσίου επί εκκρεμούς κατά την 1 Δεκεμβρίου 1944 ενώπιον οιουδήποτε πολιτικού δικαστηρίου και βαθμού δικαιοδοσίας ή και του Αρείου Πάγου δίκης υποχρεούται όπως επί τη εγγράφω προσκλήσει του Δημοσίου γνωστοποιήση προς αυτό δι’ εξωδίκου δικογραφήματος την μέχρι τούδε πορείαν ταύτης από της ενάρξεως του δικαστικού αγώνος μέχρι και της κατά τον χρόνον της γνωστοποιήσεως στάσεως αυτής μετά λεπτομερούς περιγραφής τόσον του αντικειμένου της κυρίας δίκης και των τυχόν κατ’ αυτήν προσεπικλήσεων παρεμβάσεων ή τριτανακοπών, όσον και των χρονολογιών και αριθμών εκδόσεως, καταθέσεως και κοινοποιήσεως των διαμειφθέντων μεταξύ των διαδίκων μερών πάσης φύσεως δικογράφων, των εκδοθεισών αποφάσεων, των ασκηθέντων ενδίκων μέσων, των γενομένων διεξαγωγών αποδείξεων, των ονοματεπωνύμων και κατοικιών των αμφοτέρωθεν γνωστοποιηθέντων μαρτύρων, των ονοματεπωνύμων των εξετασθέντων μαρτύρων και των εισηγητών δικαστών, ων ενώπιον έλαβεν χώραν η απόδειξις, των ληφθέντων συντηρητικών μέτρων και των τυχόν παρεμπιπτουσών αγωγών, μεθ’ ομοίας περιγραφής της πορείας και στάσεως εκάστης τούτων των γενομένων εγγραφών εις τα υπό του υποθηκοφύλακος ή μετεγραφοφύλακος τηρούμενα βιβλία και της τελευταίας επί της συνεχιζομένης δίκης διαδικαστικής πράξεως, προσκαλούμενος δε ειδικώς υπό του Δημοσίου οφείλει επίσης να κοινοποιήση προς αυτό ή εγχειρίση επί αποδείξει εις την Δ/σιν Νομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου των Οικονομικών ή εις τον δια της προσκλήσεως οριζόμενον δημόσιον υπάλληλον ή πληρεξούσιον του Δημοσίου αντιπεφωνημένα εκ των εις χείρας του αντίγραφα πάντων των ανωτέρω εγγράφων, δικογράφων, αποφάσεων πιστοποιητικών, επιδοτηρίων, μαρτυρικών καταθέσεων και παντός άλλου αποδεικτικού υλικού, χρησιμοποιηθέντος ή επικληθέντος εν τη μέχρι τούδε πορεία της δίκης. 2.Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον γνωστοποιήσεις επιδόσεις και αντίγραφα γίνονται δια δικαστικού κλητήρος και εφ’ απλού χάρτου προς τον διάδικον ή τον οιονδήποτε παρασταθέντα ή ενεργήσαντα επί της υποθέσεως (κατά την προδικασίαν ή κυρίαν διαδικασίαν) ως πληρεξούσιον αυτού δικηγόρον, η δε προθεσμία γνωστοποιήσεως και κοινοποιήσεως ή υποβολής των αντιγράφων είναι μηνιαία. Η δαπάνη των επιδοτηρίων και αντιγραφικών αποδίδεται υπό του Δημοσίου βάσει καταστάσεως δαπανημάτων συντασσομένης εις τριπλούν και υποβαλλομένης· δια της προς ην εγένετο η επίδοσις ή η υποβολή των αντιγράφων αρχής ή δημοσίου υπαλλήλου ή πληρεξουσίου προς την Δ/νσιν Νομικών Υπηρεσιών. 3.Η άπρακτος πάροδος οιασδήποτε των ανωτέρω προθεσμιών ή η ατελής ή πλημμελής περιγραφή της πορείας και στάσεως της δίκης συνεπάγεται εις βάρος του δυστροπούντος εκτός τού κατά το ακόλουθον άρθρον 4 απαραδέκτου της συζητήσεως και την έκπτωσιν από παντός δικαιώματος απορρέοντος εκ των μη αναφερθέντων ή μη εν αντιγράφοις υποβληθέντων κατά τ’ ανωτέρω εγγράφων ή αποδεικτικών μέσων. Άρθρον 4. 1.Πας αντίδικος του Δημοσίου επί εκκρεμούς κατά την 1 Δεκεμβρίου 1944 ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων δίκης επιθυμών να επισπεύση ταύτην υποχρεούται, επί ταις συνεπείαις της παραγράφου 3 του προηγουμένου άρθρου 3, όπως τρεις τουλάχιστον μήνας προ της ορισθείσης ημέρας δικασίμου ή άλλης οιασδήποτε δικαστικής ενεργείας αποτελούσης συνέχισιν της εκκρεμούς δίκης κοινοποιήση εις το Δημόσιον την κατά το προηγούμενον άρθρον γνωστοποίησιν περί της πορείας και στάσεως της συνεχιζομένης δίκης υπαγόμενος άμα και επί ταις αυταίς ως ανωτέρω συνεπείας και προθεσμία εις την κοινοποίησιν ή υποβολήν των κατά το προηγούμενον άρθρον αντιγράφων, εφ’ όσον ήθελεν προσκληθή προς τούτο υπό του Δημοσίου ως εν τω ειρημένω άρθρω ορίζεται. (Αντί της σελ. 281) Σελ. 281(α) 08-1 Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) 10.Δ.γ.27 109 2.Η επισπεύσει αντιδίκου του Δημοσίου ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων συζήτησις πάσης εκκρεμούς κατά την 1 Δεκεμβρίου 1944 δίκης τυγχάνει απαράδεκτος αν μη πάντα εν γένει τα σχετικά έγγραφα κατατεθώσι μετά των εγγράφων προτάσεών του, κάτωθι των οποίων δέον να υπάρχη κατάλογος αυτών προσυπογραφόμενος υπό του οικείου γραμματέως του Δικαστηρίου, ένα τουλάχιστον μήνα προ της ορισθείσης δικασίμου. Η παράλειψις της άνω καταθέσεως συνεπάγεται το απαράδεκτον των τυχόν προσαχθησομένων ή επικληθησομένων βραδύτερον εγγράφων. 3.Τα εν άρθροις 3 και 4 του παρόντος νόμου απαράδεκτα και εκπτώσεις προτείνονται υπό του Δημοσίου κατά την πρώτην προσεχή συζήτησιν και ενώπιον του Αρείου Πάγου, εξετάζονται δε και εξ επαγγέλματος υπό του Δικαστηρίου ή του Εισηγητού Δικαστού. Άρθρον 5. 1.Αι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και ως προς το Ταμείον Εθνικού Στόλου και το παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον, ως και επί της περιπτώσεως καθ’ ην διάδικος τυγχάνει ο Υπουργός των Οικονομικών ασκών τα κατά τον Α.Ν. 2039/1939 «περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών», ως ήδη ισχύει δικαιώματα. 2.Δια Β. Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει των επί της Δικαιοσύνης και Οικονομικών Υπουργών δύνανται να τροποποιώνται, συμπληρώνται ή καταργώνται αι διατάξεις των άρθρων 1 έως 4 του παρόντος Νόμου, ως και να παρατείνηται ή και να επεκτείνηται η ισχύς αυτών. Άρθρον 6 1.Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.