← Ελλάδα

1. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ 590 της 29 Μαρτ./6 Απρ. 1937 Περί πωλήσεως σιγαρέττων και εν γένει ειδών καπνοβιομηχανίας. Άρθρ.1.-1.Η λιανική πώλησις των ειδών της κ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει τη λιανική πώληση προϊόντων καπνοβιομηχανίας σε συγκεκριμένες πόλεις, καθορίζοντας ποιοι μπορούν να τα πωλούν και υπό ποιες συνθήκες, καθώς και τις ποινές για παραβάσεις.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ 590 της 29 Μαρτ./6 Απρ. 1937 Περί πωλήσεως σιγαρέττων και εν γένει ειδών καπνοβιομηχανίας. Άρθρ.1.-1.Η λιανική πώλησις των ειδών της καπνοβιομηχανίας εν Αθήναις, Πειραιεί, Θεσσαλονίκη και Πάτραις επιτρέπεται να ασκήται μόνον παρά των επαγγελματιών λιανοπωλητών των εφοδιασμένων δι’ ειδικής προς τούτο αδείας κατά τα κατωτέρω ορισθησόμενα. άρθρ. 2 Νόμ. 1994/1952. Άρθρ.9-10.-(Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 4 Νόμ. 1994/1952). 11.Γ.δ.1 Καπνοπώλες Ποιναί Άρθρ.11.-Οι παραβάται των διατάξεων του παρόντος νόμου τιμωρούνται τη εγκλήσει των οικείων αστυνομικών αρχών της αρμοδίας υπηρεσίας του «Υπουργείου Εμπορίου» και παντός έχοντος έννομον συμφέρον. 2.Αρμόδια προς εκδίκασιν των παραβάσεων του παρόντος νόμου είναι τα κατά τόπους ένθα εγένετο η παράβασις αυτόφωρα πλημμελειοδικεία ενώπιον των οποίων εισάγονται. 3.Με φυλάκισιν μέχρι δέκα ημερών και χρηματικήν ποινήν (μέχρι δραχ. δύο χιλιάδων) τιμωρούνται λιανοπωληταί καπνοπώλαι ή υπάλληλοι αυτών παραβαίνοντες τας εν άρθρω 2 του παρόντος διατάξεις εν υποτροπή δε με φυλάκισιν μέχρις ενός μηνός και χρηματικήν ποινήν (μέχρι δραχμών πέντε χιλιάδων). 4.Με φυλάκισιν μέχρις είκοσι ημερών και χρηματικήν ποινήν δραχ. πέντε χιλιάδων τιμωρούνται καπνοβιομήχανοι, πρατηριούχοι ή υπάλληλοι και υπηρέται αυτών παραβαίνοντες τας εν άρθρω 3 του παρόντος διατάξεις της ποινής ταύτης εν περιπτώσει υποτροπής διπλασιαζομένης. Η χρηματική ποινή του εδάφ. 3 ωρίσθη εις δρχ. 500.000 και του εδάφ. 4 εις δρχ. 1.000.000 δια του άρθρ. 5 Νόμ. 1994/1952. Άρθρ.12.-(Κατηργήθη δια του άρθρ. 4 Νόμ. 1994/1952). Άρθρ.13.-Ο Α.Ν. της 16 Νοεμ. 1935 περί τροποποιήσεως του άρθρου 83 του Νόμου 602 περί συνεταιρισμών καταργείται και παραμένει το άρθρον τούτο εν ισχύϊ ως είχε προ της δια του ανωτέρω καταργουμένου Α. Νόμου τροποποιήσεως. Η ισχύς του παρόντος άρχεται μετά δέκα ημέρας από της δημοσιεύσεώς του. Άρθρ.2.-1.Η παρά των ως άνω επαγγελματιών, λιανοπωλητών, καπνοπωλών διάθεσις εις το κοινόν ειδών καπνοβιομηχανίας εις τιμήν κατωτέραν της επί του κυτίου και εν γένει δέματος συσκευασίας των αναγραφομένης απαγορεύεται απολύτως, εξαιρέσει της περιπτώσεως σαμποτάζ ή μποϊκοτάζ ειδών καπνοβιομηχανίας τινός οπότε η καπνοβιομηχανία δικαιούται να πωλή εις οιανδήποτε τιμήν τα προϊόντα της. 2.Ως παράβασις της ανωτέρω απαγορεύσεως θεωρείται τας αυτάς προς ταύτην επισύρουσα κατά τα ανωτέρω ποινάς και πάσα έμμεσος ή κεκαλυμμένη υπέρ των πελατών καταναλωτών χαριστική πράξις παραχωρήσεως παρά των λιανοπωλητών καπνοπωλών δώρων οιουδήποτε είδους και αξίας υφ’ οιανδήποτε μορφήν και τύπον. Άρθρ.3.-1.Εις τας Καπνοβιομηχανίας και τους ασκούντας το επάγγελμα του πρατηριούχου, η καθ’ οιονδήποτε τρόπον λιανική πώλησις εν ταις ως άνω πόλεσιν ειδών καπνοβιομηχανίας απαγορεύεται απολύτως. 2)Ως παράβασις της ανωτέρω διατάξεως, τας αυτάς προς ταύτην επισύρουσα ποινάς ως κατωτέρω, θεωρείται και η εντός των εργοστασίων ή αποθηκών των καπνοβιομηχανιών και αντιπροσώπων των και των λειτουργούντων πρατηρίων χονδρικής πωλήσεως των άνω πόλεων σύστασις καπνοπωλείων και εν γένει καταστημάτων λιανικής πωλήσεως ειδών καπνοβιομηχανίας, ως και η παρά των πρατηριούχων πώλησις έστω και επί χονδρική τιμή καπνοβιομηχανικών προϊόντων εις πρόσωπα μη ασχολούμενα με την λιανικήν των προϊόντων τούτων μεταπώλησιν. Άρθρ.4.-Ο μεταξύ των λιανοπωλητών καπνοπωλών προς αλλήλους, πρατηριούχων προς πρατηριούχους, λιανοπωλητών καπνοπωλών προς πρατηριούχους και τανάπαλιν αθέμιτος, κατά κρίσιν αγαθού ανδρός, ανταγωνισμός απαγορεύεται, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του νόμου 146 της 26 Δεκ. 1913 περί αθεμίτου ανταγωνισμού της εγκλήσεως ή μηνύσεως ασκουμένης παρά παντός έχοντος έννομον συμφέρον. Άρθρ.5.-1.Επαγγελματίαι λιανοπωληταί καπνοπώλαι εκ των εν άρθρω 7 παρ. 2 εδ. α΄ και β΄ του παρόντος ασκούντες μποϊκοτάζ ή σαμποτάζ ειδών καπνοβιομηχανίας μιας ή και πλειόνων καπνοβιομηχανιών, του αδικήματος τούτου διαπιστουμένου κατόπιν ερεύνης ειδικώς προς τούτο οριζομένης υπό του «Υπουργού Εμπορίου» Επιτροπής, στερούνται της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματός των, δι’ αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας ούσης ανεκκλήτου. 2)Δεν δύναται να χαρακτηρισθή ως μποϊκοτάζ και δεν επιτρέπεται να συντρέξωσιν αι κατά τ’ ανωτέρω κυρώσεις προκειμένου περί ελλείψεως παρά καπνοπωλείω επαγγελματιών λιανοπωλητών ειδών επαρχιακής καπνοβιομηχανίας ης τα προϊόντα έχουν τοπικήν κυρίως ζήτησιν και ουχί ομολογουμένως γενικήν τοιαύτην οπότε επιτρέπεται εις τοιαύτας καπνοβιομηχανίας η ίδρυσις ιδιαιτέρων καπνοπωλείων, ως και όταν ο αποκλεισμός οφείλεται εις την μη παροχήν υπό των καπνοβιομηχανιών τούτων εις τους καπνοπώλας των και παρά της γενικωτέρας καπνοβιομηχανίας καθοριζομένων εκάστοτε περιθωρίων κέρδους. Άρθρ.6.-Εξαιρέσει των ανωτέρω περιορισμών εν ταις πόλεσι του άρθρου 1 του παρόντος, η καπνοβιομηχανία διατηρεί πάσαν άλλην ελευθερίαν δια την διάθεσιν των προϊόντων της. Σελ. 147(α) -299Καπνοπώλες 11.Γ.δ.1 Άρθρ.7.-Δια την εφαρμογήν του παρόντος νόμου θεωρούνται: 1)«Επαγγελματίαι πρατηριούχοι οι μετά των Καπνοβιομηχανιών αμέσως συναλλασσόμενοι και διατηρούντες εν ταις ως άνω πόλεσι κατάστημα αποκλειστικώς χονδρικής πωλήσεως ειδών καπνοβιομηχανίας, οι εγγεγραμμένοι εις τους οικείους φορολογικούς καταλόγους και εις τα οικεία Επαγγελματικά και Βιοτεχνικά Επιμελητήρια». Η παραγρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 1 Νόμ. 1994/1952. 2)Επαγγελματίαι λιανοπωληταί καπνοπώλαι. α)Οι μέχρι σήμερον αποδεδειγμένως ασκούντες το επάγγελμα του λιανοπωλητού καπνοπώλου και όντες εφοδιασμένοι με άδειαν ασκήσεως του επιτηδεύματός των τούτου παρά της Οικον. Εφορίας και β)Οι περιπτεριούχοι και θύματα πολέμου οι εφοδιασμένοι δι’ ειδικής αδείας του ταμείου θυμάτων πολέμου. 3)Μικροεπαγγελματίαι, λιανοπωληταί καπνοπώλαι: α)Οι πλανόδιοι λιανοπωληταί σιγαρέττων οι αποδεδειγμένως κατά την κρίσιν της κατά το επόμενον άρθρον επιτροπής μέχρι σήμερον ασκούντες το επάγγελμα τούτο και β)Όσοι εκ των εκτός των κεντρικών ζωνών των άνω πόλεων ετέρου κυρίου επαγγέλματος (καφεπώλαι, μικροπαντοπώλαι κλπ.) ήθελον χαρακτηρισθή παρά της κατά τα κατωτέρω προβλεπομένης Επιτροπής, ως οιονεί μικροκαπνοπώλαι και οίτινες θέλουσιν εφοδιασθή δι’ ειδικής προς τούτο αδείας καπνοπώλου. Άρθρ.8.-«1.Δια την οριστικήν αναγνώρισιν και κατάταξιν των κατά την παρ. 1 του άρθρ. 7 του Α.Ν. 590/37 ως τροποποιείται δια του άρθρ. 1 του παρόντος, Επαγγελματιών των ασκούντων κατά την δημοσίευσιν του παρόντος το επάγγελμα, συνιστώνται εις τα οικεία Επαγγελματικά Επιμελητήρια Επιτροπαί εκδόσεως αδειών Πρατηριούχου αποτελούμεναι: 1)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Εμπορίου οριζομένου υπό του Υπουργού Εμπορίου, ως Προέδρου. 2)Εξ ενός ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών (Δ/σεως Φορολογίας Καπνού) ως Αντιπροέδρου. 3)Εξ ενός εκπροσώπου των πρατηριούχων υποδεικνυομένου υπό του οικείου Επαγγελματικού Επιμελητηρίου και 4)Εξ ενός εκπροσώπου της Καπνοβιομηχανίας υποδεικνυομένου υπό των Καπνοβιομηχάνων. Σελ. 148(α) -3002.Αι ως άνω Επιτροπαί συνερχόμεναι τη προσκλήσει του Προέδρου θέλουσι προέλθη εις την αναγνώρισιν των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος Επαγγελματιών της παραγράφου 1 του άρθρ. 7 ως δια του παρόντος τροποποιείται και την χορήγησιν εις αυτούς αδείας ασκήσεως επαγγέλματος, ως και την λήψιν παντός μέτρου αποσκοπούντος εις την ευχέρειαν της διαθέσεως των ειδών της Καπνοβιομηχανίας, εις την τήρησιν ομαλών σχέσεων μεταξύ των εις την διάθεσιν των ειδών τούτων ασχολουμένων. 3.Οι ασκούντες κατά την δημοσίευσιν του παρόντος το επάγγελμα του πρατηριούχου οφείλουσι όπως υποβάλωσιν εντός δύο μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος εις την οικείαν Επιτροπήν αίτησιν μετά των σχετικών δικαιολογητικών προς απόκτησιν της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος. 4.Μετά την παρέλευσιν της προθεσμίας ταύτης εις ουδένα θα επιτρέπεται η άσκησις του επαγγέλματος, οι δε παραβάται τιμωρούνται κατά τας διατάξεις του άρθρ. 11 του Α.Ν. 590/1937 ως τροποποιείται δια του παρόντος. 5.Δια Β. Διατάγματος εκδιδομένου τη προτάσει του επί του Εμπορίου Υπουργού, θέλει ορισθή ειδικώτερον ο τρόπος των εργασιών των κατά τόπους Επιτροπών, τα δικαιώματα και καθήκοντα αυτών, η διαδικασία δια την απόφασιν και την χορήγησιν των δια του παρόντος προβλεπομένων αδειών, τα εκ μέρους των ενδιαφερομένων υποβληθησόμενα πιστοποιητικά και λοιπά στοιχεία, ο τρόπος της αντιμετωπίσεως των προς εφαρμογήν του παρόντος δαπανών αίτινες θα βαρύνουν τα οικεία Επιμελητήρια». Το άρθρ. 8 αντικατεστάθη ως άνω δια του

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.