📄 Κείμενο νόμου
8. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΣΩΜΑΤΟΣ ΟΡΚΩΤΩΝ ΛΟΓΙΣΤΩΝ Αριθ. 2377 της 16/26 Αυγ. 1965 (ΦΕΚ Β΄ 554) Περί εγκρίσεως Πειθαρχικού Κανονισμού Μελών Σώματος Ορκωτών Λογιστών. Το κατά το άρθρ. 6 του Ν.Δ. 3329/1955 Εποπτικόν Συμβούλιον του Σώματος Ορκωτών Λογιστών συγκείμενον εκ των: 1)Νικ. Φλώρου, Προεδρεύοντος Αντιπροέδρου Τακτικών Μελών: 2)Α. Πάσχου 3)Κ. Αθανασιάδη 4)Π. Λώζου 5)Ι. Κύρτση 6)Ε. Παπαϊωάννου 7)Ν. Τότση, και 8)Ν. Κοκκίνου Συνελθόν κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου του την 23 Ιουλ. 1965 εις τα παρά τη οδώ Καποδιστρίου 28–Αθήναι, γραφεία του Σώματος Ορκωτών Λογιστών παρουσία και του Γραμματέως του Σώματος Στ. Μαυράκη με θέμα την σύνταξιν και έγκρισιν Πειθαρχικού Κανονισμού κανονίζοντος τα της πειθαρχικής διώξεως και τιμωρίας των Ορκωτών Λογιστών, Βοηθών και Δοκίμων Ο.Λ., δια παραπτώματα μη συνεπαγόμενα διαγραφήν εκ του Σώματος. Έχον υπ’ όψιν το άρθρ. 6 παρ. 1 εδάφ. ς΄ του υπ’ αριθ. 3329/1955 Ν.Δ/τος «περί συστάσεως Σώματος Ορκωτών Λογιστών» και δεδομένου ότι ο από 26 Οκτ. 1963 Πειθαρχικός Κανονισμός του Σ.Ο.Λ. ηκυρώθη δια της υπ’ αριθ. 274/1965 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας εν Ολομελεία, ομοφώνως εγκρίνει νέον Πειθαρχικόν Κανονισμόν έχοντα ούτω: Άρθρ.1.-Ως πειθαρχικαί ποιναί επιβλητέαι εις τα εν τα εν τω επομένω άρθρω παραπτώματα ορίζονται αι εξής: 1)Έγγραφος παρατήρησις. 2)Πρόστιμον μέχρι ποσού ίσου προς την εκάστοτε οριζομένην μηνιαίαν αμοιβήν. 3)Αργία μέχρις 6 μηνών συνεπαγομένη άμα στέρησιν εν όλω ή εν μέρει της εκάστοτε καταβαλλομένης αμοιβής. Πειθαρχικά Παραπτώματα άρθρ. 3 παρ. 1 περίπτ. η΄ και θ΄ του Β.Δ. 737 της 31.8.61. Ο παρών κανονισμός δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. 12.Ε.α.8 Σώμα Ορκωτών Λογιστών Άρθρ.2.-1)Αδικαιολόγητος βραδύτης περί την προσέλευσιν εις την υπηρεσίαν και αδικαιολόγητος πρόωρος απαχώρησις εκ ταύτης. 2)Αμέλεια περί την εκτέλεσιν των καθηκόντων ως και ατελής ή μη έγκαιρος εκπλήρωσις τούτων, εις βαθμόν μη συνεπαγόμενον διαγραφήν εκ του Σώματος. 3)Αδικαιολόγητος αναβολή ή αδικαιολόγητος άρνησις εκτελέσεως ανατεθείσης υπηρεσίας. 4)Αδικαιολόγητος αποχή εκ των καθηκόντων διαρκείας μέχρι τριών ημερών. 5)Αδικαιολόγητος αποχή εκ των καθηκόντων πέραν των τριών ημερών. 6)Ανάρμοστος ή αναξιοπρεπής υπηρεσιακή συμπεριφορά ως και μη προσήκουσα συμπεριφορά προς τους ελεγχομένους. 7)Ανάρμοστος κοινωνική συμπεριφορά (έλλειψις ήθους) μη συνεπαγομένη διαγραφήν εκ του Σώματος). 8)Μη τήρησις της υπό του άρθρ. 12 εδάφ. 5 του Ν.Δ. 3329/1955 επιβαλλομένης αυστηράς εχεμυθείας. 9)Η δημοσία προφορικώς ή εγγράφως, άσκησις κριτικής των αποφάσεων και πράξεων του Εποπτικού Συμβουλίου, δι’ εκφράσεων ή πράξεων αποδεικνυουσών έλλειψιν σεβασμού. Ομοίως και δια τας παρομοίας ενεργείας των εις τα γραφεία υπηρετούντων Βοηθών και Δοκίμων, δια τας εκθέσεις των Ορκωτών Λογιστών. 10)Η χρησιμοποίησις της ιδιότητος του Μέλους του Σ.Ο.Λ. προς εξυπηρέτησιν ιδιωτικών συμφερόντων τόσον του ιδίου, όσον και των προσκειμένων εις τούτον προσώπων. 11)Η αποδοχή οιασδήποτε υλικής ευνοίας μη συνιστώσης δωροληψίαν, αλλά προερχομένης από πρόσωπα των οποίων την επιχείρησιν ήλεγξεν ή πρόκειται να ελέγξη. 12)Παράβασις των υπό του Εποπτικού Συμβουλίου εκδιδομένων Κανονισμών οδηγιών, περί ων το άρθρ. 6 παρ. 2 εδάφ. γ΄ του Ν.Δ. 3329/1955 ως τούτο ηρμηνεύθη δια του άρθρ. 8 του Ν.Δ. 4107/1960. Πειθαρχική Διαδικασία Άρθρ.3.-1)Προκειμένης πειθαρχικής διώξεων επί τινι των εν τω προηγουμένω άρθρω οριζομένων παραπτωμάτων, το Εποπτικόν Συμβούλιον, ασκούν την πειθαρχικήν εξουσίαν, εάν κρίνη ότι υφίσταται περίπτωσις πειθαρχικής διώξεως βάσει των τεθέντων υπ’ όψιν αυτού στοιχείων αναθέτει την διεξαγωγήν διοικητικής ανακρίσεως, εις εν των τακτικών ή αναπληρωματικών μελών αυτού μετά το πέρας της οποίας ο ενεργήσας την ανάκρισιν υποβάλλει εις το Εποπτικόν Συμβούλιον τον σχηματισθέντα φάκελλον μετ’ ητιολογημένου πορίσματος και προτάσεως περί συνεχίσεως ή μη του αρξαμένου πειθαρχικού ελέγχου. (Αντί της σελ. 108, 81) Σελ. 108,81(α) 272-005 Σώμα Ορκωτών Λογιστών 12.Ε.α.7-8 2)Εάν το Εποπτικόν Συμβούλιον κρίνη ότι δεν συντρέχει περίπτωσις συνεχίσεως της πειθαρχικής διώξεως, θέτει τον φάκελλον εις το Γενικόν Αρχείον του Σώματος. Εάν δε κρίνη κατά μίαν των ανωτέρω περιπτώσεων ότι υφίσταται περίπτωσις πειθαρχικής διώξεως χωρίς όμως να παρίσταται ανάγκη διεξαγωγής διοικητικής ανακρίσεως καθ’ όσον τα υπάρχοντα και τεθέντα υπ’ όψιν αυτού στοιχεία είναι επαρκή δια την στοιχειοθέτησιν του πειθαρχικού παραπτώματος, καλεί δια του Προέδρου αυτού, τον διωκόμενον εις έγγραφον απολογίαν υποβληθησομένην αυτώ (τω Εποπτικώ Συμβουλίω) εντός οκτώ ημερών από της κοινοποιήσεως εις τούτον της εγγράφου κλήσεως προς απολογίαν. Το Εποπτικόν Συμβούλιον, ακολούθως, δύναται να αναθέση εις μέλος αυτού όπως εισηγηθή εις τούτο την, επί της υποθέσεως, άποψίν του. Το Εποπτικόν Συμβούλιον αφού ακούση και τον διωκόμενον, εάν ο τελευταίος αιτήσηται την αυτοπρόσωπον παράστασίν του, αποφαίνεται τελικώς περί του χαρακτήρος του πειθαρχικού παραπτώματος και της επιβλητέας πειθαρχικής ποινής (άρθρ. 1 και 2 του παρόντος), έχον υπ’όψει τας περιστάσεις, υφ’ ας το παράπτωμα διεπράχθη και την ατομικότητα του υπαιτίου ή περί της απαλλαγής από πάσης ποινής, του πειθαρχικού φακέλλου, εν εκατέρα των περιπτώσεων τούτων, τιθεμένου εν τω ατομικώ φακέλλω του διωχθέντος. 3)Προκειμένου ειδικώς περί των πειθαρχικών παραπτωμάτων των παρ. 4 και 5 του άρθρ. 2 του παρόντος δια την βεβαίωσιν της υπάρξεως τούτων προς άσκησιν της πειθαρχικής εξουσίας του Εποπτικού Συμβουλίου, αρκεί προκειμένου μεν περί Βοηθών και Δοκίμων Ορκωτών Λογιστών έγγραφος περί τούτου αναφορά του Ορκωτού Λογιστού παρ’ ω υπηρετώσι, προκειμένου δε περί Ορκωτού Λογιστού έγγραφος επίσης αναφορά του Προέδρου του Σώματος Ορκωτών Λογιστών. Επί τη βάσει δε τούτων ή και βάσει πληροφοριών αίτινες κατ’ άλλον τρόπον περιήλθον εις γνώσιν του Εποπτικού Συμβουλίου ή του Προέδρου του ο τελευταίος καλεί εις έγγραφον απολογίαν τον υποπεσόντα εις τι των ως άνω πειθαρχικών παραπτωμάτων, υποβλητέαν αυτώ εντός τριών ημερών από της κλήσεως εις απολογίαν, ην και εισάγει εις το Εποπτικόν Συμβούλιον προς λήψιν αποφάσεως. 4)Εν περιπτώσει μη υποβολής εγγράφου απολογίας υπό του πειθαρχικώς διωκομένου εντός της ταχθείσης προθεσμίας εις πάσας τας εν άρθρ. 2 περιπτώσεις πειθαρχικής διώξεως το Εποπτικόν Συμβούλιον δεν κωλύεται εις έκδοσιν της αποφάσεως. Αλλά και η εκπροθέσμως υποβληθείσα προ της εκδόσεως της αποφάσεως, λαμβάνεται υπ’ όψιν. Σελ. 108,82(α) 272-006 5)Η κλήσις εις απολογίαν επιδίδεται εις χείρας ή εις την κατοικίαν του διωκομένου, συντασσομένου αποδεικτικού. Το εμπρόθεσμον της υποβολής της απολογίας κρίνεται εκ του χρόνου της καταθέσεως ταύτης εις το πρωτόκολλον του Σώματος Ορκωτών Λογιστών. 6)Προ πάσης απολογίας δικαιούται ο πειθαρχικώς διωκόμενος να λάβη γνώσιν της σχηματισθείσης δικογραφίας συντασσομένης περί τούτου πράξεως. Ο καλούμενος εις απολογίαν δύναται να αιτήσηται εύλογον προθεσμίαν δια την υποβολήν εγγράφων στοιχείων, η παροχή της οποίας απόκειται εις την κρίσιν του Εποπτικού Συμβουλίου. Άρθρ.4.-Ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου του Σώματος, δύναται, κατ’ εξαίρεσιν προκειμένου παραπτώματος προβλεπομένου υπό του άρθρ. 2 περίπτ. 1 του παρόντος να επιβάλη την ποινήν των παρατηρήσεων ή απαλλάξη από ταύτης τον υπαίτιον, αφ’ ου καλέση τούτον εις έγγραφον απολογίαν υποβληθησομένην τω Προέδρω, εντός 3 ημερών από της εγγράφου κλήσεως εις απολογίαν. Και εις την περίπτωσιν ταύτην, ο πειθαρχικός φάκελλος τίθεται εις τον ατομικόν φάκελλον του διωχθέντος. Άρθρ.5.-Ο δις τιμωρηθείς πειθαρχικώς Βοηθός ή Δόκιμος Ορκωτός Λογιστής δια ποινών ων η μία τουλάχιστον είναι η του προστίμου, δεν προάγεται, κατά την κρίσιν του Εποπτικού Συμβουλίου, εις τον ανώτερον βαθμόν προ της παρελεύσεως έτους από της επιβολής της δευτέρας των ποινών τούτων. Άρθρ.6.-Κατά παν στάδιον της παρούσης διαδικασίας το Εποπτικόν Συμβούλιον δύναται να εφαρμόση το άρθρ. 16 του Ν.Δ. 3329/1955. Άρθρ.7.-Καταργείται από της ισχύος του παρόντος ο εν ΦΕΚ τεύχος Β΄ αριθ. 351/5.10.61 δημοσιευθείς πειθαρχικός κανονισμός. Άρθρ.8.-Η εν τω άρθρ. 3 του παρόντος πειθαρχική διαδικασία ακολουθείται και επί των πειθαρχικών παραβάσεων των συνεπαγομένων την εκ του Σώματος Ορκωτών Λογιστών διαγραφήν Ορκωτών Λογιστών, Βοηθών και Δοκίμων Ορκωτών Λογιστών περί ης το άρθρ. 16 του Ν.Δ. 3329/1955 και το
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.