← Ελλάδα

4. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1101 της 21/28 Σεπτ. 1949 Περί υποκαταστάσεως του Ελληνικού Δημοσίου εις τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις Αμερικανικών

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις συγκεκριμένων Αμερικανικών Εργοληπτικών Εταιρειών που εκτελούσαν έργα στην Ελλάδα. Σκοπός του είναι η ρύθμιση των νομικών και οικονομικών ζητημάτων που προκύπτουν από αυτή την υποκατάσταση.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
4. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1101 της 21/28 Σεπτ. 1949 Περί υποκαταστάσεως του Ελληνικού Δημοσίου εις τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις Αμερικανικών Εργοληπτικών Εταιριών. Έχοντες υπ’ όψιν: 1)τας διατάξεις της παραγρ. 5 του άρθρου 2 του υπό στοιχεία ΞΗ΄ 1949 ψηφίσματος «περί διακοπής των εργασιών της Βουλής μέχρι 1ης Νοεμ. 1949 και εξουσιοδοτήσεως προς έκδοσιν Ψηφισμάτων, Ν.Δ/των κλπ. και συστάσεως Επιτροπής προς αναθεώρησιν του Συντάγματος» και 2)την κατά την συνεδρίασιν της 9 Σεπτ. 1949 του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου ληφθείσαν απόφασιν, δι’ ης προτείνεται η έκδοσις Νομοθετικού Διατάγματος «περί υποκαταστάσεως του Ελληνικού Δημοσίου εις τα δικαιώματα και τα υποχρεώσεις Αμερικανικών Εργοληπτικών Εταιρειών», ως αναγομένου εις την εφαρμογή του προγράμματος Αμερικανικής βοηθείας, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον 1 1.Από της ισχύος του παρόντος το Ελληνικόν Δημόσιον υποκαθίσταται αυτοδικαίως εις απάσας τας εν Ελλάδι υποχρεώσεις των Αμερικανικών Εργοληπτικών Εταιρειών STEERS, -GROVE, ATKINSON –DRAKE – PARK και ATKISON –DRAKE τας προκυπτούσας εκ της υπ’ αυτών εκτελέσεως έργων εν Ελλάδι, δυνάμει εργολαβικών συμβάσεων μετά της Αμερικανικής Κυβερνήσεως κατ’ εφαρμογήν της από 20 Ιουν. 1947 Συμφωνίας Βοηθείας δια την Ελλάδα. 2.Η κατά την προηγουμένην παράγραφον υποκατάστασις του Ελληνικού Δημοσίου εκτείνεται και επί δικαιωμάτων των ως άνω Αμερικανικών Εταιρειών, προκυπτόντων εκ της υπ’ αυτών εκτελέσεως έργων εν Ελλάδι, κατά τα ανωτέρω οριζομένα, εφ’ όσον τα δικαιώματα ταύτα πηγάζουν εκ συμβάσεων των Εταιρειών μετά τρίτων εκτελεστέων εν Ελλάδι, ή εξ αδικημάτων τελεσθέντων εν Ελλάδι κατά των Εταιρειών τούτων. Άρθρον 2 1.Επί εκκρεμών δικών εχουσών αντικείμενον εκ των εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένων, αι ως άνω διάδικοι Αμερικανικαί Εταιρείαι ως ενάγουσαι ή ενάγομεναι τίθενται από της ισχύος του παρόντος αυτοδικαίως εκτός δίκης, αναστελλομένων συγχρόνως της τε περαιτέρω προόδου των δικών ως και των σχετικών προς αυτάς τρεχουσών νομίμων ή δικαστικών προθεσμιών. 2.Δια την περαιτέρω συνέχισιν της δίκης απαιτείται η κοινοποίησις παρά του ενάγοντος εις το Δημόσιον κεκυρωμένου αντιγράφου της αγωγής, ως και ειδικού δικογράφου μνημονεύοντος εν συντομία την πορείαν και το διαδικαστικόν στάδιον εις ο ευρίσκεται η σχετική δίκη. Εφ’ όσον η τιθεμένη εκτός δίκης Εταιρία είχε την θέσιν του ενάγοντος απαιτείται η παρά του Δημοσίου κοινοποίησις δηλώσεως προς τον εναγόμενον περί του ότι θέλει τούτου συνεχίσει την δίκην. 3.Από της κοινοποιήσεως των εν τη προηγουμένη παραγράφω προβλεπομένων δικογράφων η δίκη ως και αι σχετικαί προς αυτήν οιαιδήποτε προθεσμίαι συνεχίζονται ακωλύτως και άνευ άλλης διατυπώσεως υπέρ ή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, λαμβάνοντος αυτοδικαίως την θέσιν διαδίκου. Άρθρον 3 1.Δικαιούχοι γεγεννημένων μέχρι της ισχύος του παρόντος απαιτήσεων εκ των παραγράφων 1 του άρθρου 1 αναφερομένων, εφ’ όσον δεν έχουν εισέτι εγείρει τας σχετικάς αγωγάς των, υποχρεούνται να εγείρουν ταύτας κατά του Ελληνικού Δημοσίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ληγούσης την 31ην Δεκ. 1949, ή να υποβάλουν εντός της αυτής προθεσμίας ενώπιον της κατά το άρθρον 4 Επιτροπής, αίτησιν περί διακανονισμού της απαιτήσεώς των. 2.Απαιτήσεις εκ των εν παραγρ. 1 του άρθρου 1 αναφερομένων γεννώμεναι μετά την ισχύν του παρόντος, ασκούνται δια της εγέρσεως αγωγής ή της υποβολής της κατά την προηγουμένην παράγραφον αιτήσεως, εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της γενέσεώς των. Άρθρον 4 1.Συνιστάται παρά τη Υπηρεσία Συντονισμού Εκτελέσεως Σχεδίου Ανασυγκροτήσεως (Υ.Σ.Ε.Σ.Α.) τριμελής Επιτροπή αποτελουμένη εξ ενός Αρεοπαγίτου, ως Προέδρου, ενός Νομικού Συμβούλου του Κράτους και ενός ανωτέρου τεχνικού υπαλλήλου της Υ.Σ.Ε.Σ.Α. ως μελών. Χρέη Γραμματέως της Επιτροπής ταύτης εκτελεί εις των υπαλλήλων της Υ.Σ.Ε.Σ.Α. τα δε μέλη αυτής διορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Συντονισμού. 2.Η Επιτροπή αύτη, συνεδριάζουσα πάντοτε εν ολομελεία, αποφαίνεται, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων περί του βασίμου των περί ων η παράγρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος απαιτήσεων. Η Επιτροπή καθίσταται επίσης αρμοδία δια τον κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων συμβιβαστικόν διακανονισμόν των ως ανωτέρω απαιτήσεων. Η περί αναγνωρίσεως της απαιτήσεως ως βασίμου αίτησις του δικαιούχου ισχύει πάντοτε και ως αίτησις περί συμβιβαστικού διακανονισμού αυτής. 3.Η Επιτροπή δύναται δ’ αποφάσεώς της ν’ απόσχη της εξετάσεως υποβαλλομένης αυτή Σελ. 275 Κώδικας δικών του Δημοσίου 10.Δ.β.4 101 αιτήσεως, εάν θεωρήση ότι η φύσις της υποθέσεως επιβάλλει την δια της δικαστικής οδού επίλυσιν αυτής και ιδία, εάν απαιτείται η διεξαγωγή μακράς αποδεικτικής διαδικασίας προς εξακρίβωσιν του πραγματικού υλικού αυτής. 4.Εάν το δια της αποφάσεως της Επιτροπής επιδικαζόμενον ποσόν δεν υπερβαίνει τα είκοσι πέντε εκατομμύρια δραχμών, η Επιτροπή προβαίνει άνευ ετέρου εις την δημοσίευσιν της αποφάσεως, ως τοιαύτης θεωρουμένης της καταχωρήσεως αυτής εις επί τούτω βιβλίον. 5.Εάν δια της αποφάσεως επιδικάζεται μεγαλύτερον ποσόν, προ της δημοσιεύσεως, η απόφασις μετά του σχετικού φακέλλου υποβάλλεται εις το Νομικόν Συμβούλιον του Κράτους προς επικύρωσιν. Το Νομικόν Συμβούλιον επικυροί την απόφασιν ή αρνείται την επικύρωσιν αυτής, το βραδύτερον εντός μηνός από της παρ’ αυτού λήψεως του φακέλλου. Η απόφασις του Νομικού Συμβουλίου δεν χρήζει της εγκρίσεως του Υπουργού των Οικονομικών. 6.Επικυρωθείσης της αποφάσεως, η Επιτροπή προβαίνει εις την δημοσίευσιν αυτής, κατά τα ως ανωτέρω οριζόμενα, μη επικυρωθείσης δε ταύτης η Επιτροπή προβαίνει εις την έκδοσιν νέας αποφάσεως, δι’ ης απορρίπτει την αίτησιν του ενδιαφερομένου. 7.Εν περιπτώσει καθ’ ην η Επιτροπή απορρίψη την αίτησιν ή απόσχη, συμφώνως τη παρ. 3 του παρόντος άρθρου της εξετάσεως της υποθέσεως, ο δικαιούχος υποχρεούται να εγείρη την αγωγήν του ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός μηνός από της εις αυτόν κοινοποιήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής. Το αυτό ισχύει και εάν ο δικαιούχος δεν θεωρή την απόφασιν της Επιτροπής ικανοποιητικήν δι’ αυτόν, οπότε η απόφασις της Επιτροπής θεωρείται ως μηδέποτε υπάρξασα και δεν δύναται να γίνη οιαδήποτε χρήσις ή και απλή επίκλησις αυτής ενώπιον των δικαστηρίων κατά του Δημοσίου. 8.Εφ’ όσον ο δικαιούχος αποδέχεται την απόφασιν της Επιτροπής υποχρεούται να δηλώση τούτο εγγράφως προς τον Πρόεδρον αυτής εντός της κατά την προηγουμένην παράγραφον μηνιαίας προθεσμίας, η δε απαίτησις θεωρείται οριστικώς διακανονισθείσα, αποκλειομένης της προσφυγής εις τα Δικαστήρια. Η απόφασις της Επιτροπής, κηρυσσομένη εκτελεστή δια σημειώσεως του Προέδρου αυτής, γραφομένης κάτωθι της αποφάσεως, αποτελεί υπέρ του δικαιούχου τίτλον εκτελεστόν κατά του Δημοσίου. Σελ. 276 9.Δικαιούχοι απαιτήσεων εκκρεμουσών ενώπιον των δικαστηρίων κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος δικαιούνται, όπως κατά πάσαν στάσιν της δίκης, ουχί όμως πέραν της 31ης Δεκ. 1949, ζητήσουν τον συμβιβαστικόν διακανονισμόν της απαιτήσεώς των κατά τα εν τω παρόντι άρθρω αναφερόμενα. Η τοιαύτη αίτησις δεν αποτελεί λόγον αναστολής της δίκης, εν περιπτώσει όμως εκδόσεως αποφάσεως της Επιτροπής και αποδοχής ταύτης παρά του δικαιούχου, η δίκη καταργείται αυτοδικαίως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως τα εν τω παρόντι άρθρω οριζόμενα. 10.Το κατά την διαδικασίαν ενώπιον της Επιτροπής του παρόντος άρθρου συντασσόμενα έγγραφα και αι εκδιδόμεναι αποφάσεις δεν υπόκεινται εις τέλος ή κράτησιν υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου. 11.Δια Β. Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού του Συντονισμού δύνανται να ορισθούν τα του τρόπου της λειτουργίας της Επιτροπής, η αμοιβή των μελών αυτής, το υπό των αιτούντων οφειλόμενον παράβολον, όπερ χρησιμοποιείται δια την κάλυψιν των εν γένει δαπανών της Επιτροπής, ως και πάσα άλλη αναγκαία σχετική λεπτομέρεια. Άρθρον 5 1.Δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Συντονισμού και Οικονομικών θέλει ορισθή ο τρόπος εξοφλήσεως των εις βάρος του Δημοσίου επιδικαζομένων απαιτήσεων, περί ων το παρόν Νομοθετικόν Διάταγμα. 2.Δια Β. Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Συντονισμού θέλει ρυθμισθή πάσα αναγκαία λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν του παρόντος Νομοθετικού Διατάγματος. 3.Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 10.Δ.β.4 Κώδικας δικών του Δημοσίου 102

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.