← Ελλάδα

2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 402 της 16/25 Ιουν. 1969 (ΦΕΚ Α΄ 120) Περί λειτουργίας Πειθαρχικού Συμβουλίου παρά τω Καλλιτεχνικώ Επαγγελματικώ Επιμε

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Καλλιτεχνικού Επαγγελματικού Επιμελητηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση πειθαρχικών υποθέσεων των μελών του.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 402 της 16/25 Ιουν. 1969 (ΦΕΚ Α΄ 120) Περί λειτουργίας Πειθαρχικού Συμβουλίου παρά τω Καλλιτεχνικώ Επαγγελματικώ Επιμελητηρίω. Έχοντες υπ’ όψιν το άρθρ. 17 παρ. 4 του Νόμ. 1863/44 «περί ιδρύσεως Καλλιτεχνικού Επαγγελματικού Επιμελητηρίου» ως εκυρώθη δια της υπ’ αριθ. 299/1946 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου, την υπ’ αριθ. 13/8.1.1969 γνώμην του Α.Σ.Δ.Υ . και την υπ' αριθ. 92/1969 γνώμην του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου Υπουργού Αναπληρωτού Προεδρίας, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Πειθαρχικόν Συμβούλιον Άρθρ.1.-1.Πειθαρχικόν Συμβούλιον δια τα μέλη του Καλλιτεχνικού Επαγγελματικού Επιμελητηρίου είναι το υπό του άρθρ. 17 του Νόμ. 1863/1944 οριζόμενον. Τούτο δικάζει επί πειθαρχική αγωγή δυνάμενον να επιβάλη τας υπό του άρθρ. 17 παρ. 3 του αυτού ως άνω Νόμου καθοριζομένας ποινάς. Λειτουργία Πειθαρχικού Συμβουλίου Άρθρ.2.-1.Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον συνεδριάζει παρόντων 5 τουλάχιστον μελών αυτού και αποφαίνεται κατ’ απόλυτον πλειοψηφίαν των παρόντων, εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου. 2.Διαρκούσης της υπό του άρθρ. 17 παρ. 1 του Νόμ. 1863/1944 καθοριζομένης θητείας δεν επιτρέπεται αντικατάστασις των μελών άνευ σοβαράς υπηρεσιακής αιτίας. 3.Έργα εισηγήσεως εις το Συμβούλιον ανατίθενται υπό του Προέδρου εις τα μέλη του Συμβουλίου ή εις μέλος του Γενικού Συμβουλίου του Κ.Ε.Ε. 4.Έργα Γραμματέως εκτελεί εις υπάλληλος του Κ.Ε.Ε., οριζόμενος δι' αποφάσεως του Γενικού Συμβουλίου αυτού. 5.Αι πράξεις του Συμβουλίου διατυπούνται εις πρακτικά, άτινα υπογράφονται υπό του Προέδρου και του Γραμματέως και καταχωρίζονται εις ειδικόν βιβλίον υπ’ αύξοντα αριθμόν. Εις τα πρακτικά αναγράφονται τα ονόματα συμμετασχόντων μελών, καταχωρίζεται δε και η γνώμη των τυχόν μειοψηφούντων. 6.Αι δαπάναι λειτουργίας του Συμβουλίου βαρύνουν το Κ.Ε.Ε. παρ’ ω τούτο συνέστη. Προσδιορισμός δικασίμου ημέρας, αυτοπρόσωπος παράστασις εγκαλουμένου κλπ. Άρθρ.3.-1.Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται άνευ κλήσεως εις απολογίαν του εγκαλουμένου και της υποβολής ταύτης ή της παρευλέσεως της προς τούτο προθεσμίας, εφ’ ης τυγχάνουσι αναλόγου εφαρμογής τα υπό του υπαλληλικού Κώδικος αντιστοίχως οριζόμενα. 2.Μετά την υποβολήν της απολογίας ή την παρέλευσιν της προς τούτο προθεσμίας, ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου δια πράξεώς του προσδιορίζει την ημέραν της δίκης, ανακοινουμένην εγκαίρως, πάντως όμως προ πέντε τουλάχιστον ημερών εις τον εγκαλούμενον δι ' εγγράφου. 3.Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον δύναται να ζητήση την ενώπιον αυτού αυτοπρόσωπον παράστασιν του εγκαλουμένου μέλους του Κ.Ε.Ε. Το αυτό δικαίωμα έχει και το εγκαλούμενον μέλος, δικαιούμενον να παραστή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου και μετά πληρεξουσίου δικηγόρου. 4.Εις περίπτωσιν καθ’ ην το Πειθαρχικόν Συμβούλιον εκ του σχηματισθέντος εκ των ανακρίσεων πειθαρχικού φακέλλου, δεν πείθεται περί της αθωότητος ή της ενοχής του εγκαλουμένου, αναβάλλει την δίκην προς συμπλήρωσιν του κατηγορητηρίου και της ανακρίσεως. (Αντί για τη σελ. 151) Σελ. 151(α) Τεύχος Δ91-Σελ. 117 Καλλιτεχνικό Επαγγελματικό Επιμελητήριο 14.Β.η.1-2 Συνεκδίκασις πειθαρχικών αδικημάτων Άρθρ.4.-1.Πλείονα πειθαρχικά αδικήματα του αυτού εγκαλουμένου μέλους προ της επί τινι τούτων εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, δύνανται κατά την κρίσιν του Πειθαρχικού Συμβουλίου να συνεκδικάζωνται, εφ’ όσον ανάγονται εις τας υπό του άρθρ. 17 παρ. 2 του Νόμ. 1863/1944 καθοριζομένας υποθέσεις. 2.Πλείονα μέλη εγκαλούμενα δια το αυτό αδίκημα ή δια συναφή τοιαύτα δύνανται να συνεκδικάζωνται υπό τας προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου. Εξαίρεσις και κωλύματα μελών Πειθαρχικού Συμβουλίου Άρθρ.5.-1.Αι περί εξαιρέσεως δικαστών διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, ισχύουσι και δια τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου. 2.Ο εγκαλούμενος δύναται να αιτήσηται εφ’ άπαξ την εξαίρεσιν δύο κατ’ ανώτατον όριον μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου. 3.Η περί εξαιρέσεως αίτησις επιδίδεται εις τον Πρόεδρον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, παρ’ ου εισάγεται αύτη εις το Συμβούλιον προς εξέτασιν. Επί της αιτήσεως ταύτης, ήτις δέον να υποβάλληται εγγράφως εις τον Πρόεδρον του εν λόγω Συμβουλίου δύο τουλάχιστον ημέρας προ της συζητήσεως της υποθέσεως, να είναι ητιολογημένη και να συνοδεύηται υπό των υπαρχόντων τυχόν δικαιολογητικών, αποφαίνεται κατά πλειοψηφίαν οριστικώς και τελεσιδίκως το Πειθαρχικόν Συμβούλιον συντιθέμενον εκ των λοιπών μελών αυτού, δι’ ητιολογημένης αποφάσεως καταχωριζομένης εις τα πρακτικά. Η ενέργεια της ανακρίσεως κωλύει την συμμετοχήν του ενεργήσαντος αυτήν εις την σύνθεσιν του Πειθαρχικού Συμβουλίου. 5.Εις την περίπτωσιν επαναλήψεως της πειθαρχικής δίκης, λόγω εκδόσεως τελεσιδίκου ποινικής καταδικαστικής αποφάσεως μετά την πειθαρχικήν απόφασιν, αποκλείεται του έργου της ανακρίσεως ή της συμμετοχής εις το Πειθαρχικόν Συμβούλιον, ο ενεργήσας την ανάκρισιν ή συμμετοχήν εις το Πειθαρχικόν Συμβούλιον εν τη πρώτη δίκη. Σελ. 152(α) Τεύχος Δ91-Σελ.118 Εκτίμησις αποδείξεων Άρθρ.6.-1.Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον εκτιμά τας προσαχθείσας αποδείξεις κατ' ελευθέραν κρίσιν. 2.Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον δύναται προς μόρφωσιν της κρίσεως αυτού να λάβη υπ' όψιν και αποδεικτικά στοιχεία μη προκύπτοντα εκ της πειθαρχικής διαδικασίας, αλλ’ εξ άλλης διαδικασίας νομίμως συνεστημένης, εφ’ όσον έλαβε γνώσιν τούτων ο εγκαλούμενος. 3.Αδικήματα δι’ α ο εγκαλούμενος δεν εκλήθη εις απολογίαν δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενον της δίκης. 4.Η απόφασις δέον να στηρίζεται επί αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων και ουχί απλών υπονοιών και να είναι ητιολογημένη τόσον δια την διαπίστωσιν της ενοχής, όσον και δια την επιβολήν ή επιμέτρησιν της ποινής. 5.Εις την περίπτωσιν της επαναλήψεως της δίκης λόγω τελεσιδίκου ποινικής καταδικαστικής αποφάσεως δύναται, αλλά δεν υποχρεούται το Πειθαρχικόν Συμβούλιον να προβή εις νέαν εξέτασιν του πραγματικού μέρους της υποθέσεως, να διατάξη νέαν ανάκρισιν και νέαν κλήσιν εις απολογίαν, ως και να λάβη υπ’ όψιν νέους πραγματικούς ισχυρισμούς και νέας αποδείξεις. Τέλη σημάνσεως εγγράφων πειθαρχικής διαδικασίας. Άρθρ.7.-1.Εν η περιπτώσει διετάχθη πραγματογνωμοσύνη, αι αμοιβαί των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται υπό του πειθαρχικού οργάνου και καταβάλλονται παρά του Κ.Ε.Ε. κατά τας διατάξεις, περί δημοσίου λογιστικού, καταλογιζόμεναι εις βάρος του καταδικασθέντος μέλους, καθόλου ή εν μέρει κατά την κρίσιν του Συμβουλίου δια της οριστικής αποφάσεως και εισπραττόμεναι κατά τας διατάξεις του ΝΕΔΕ. 2.Εν περιπτώσει απαλλαγής του εγκαλουμένου τα τέλη βαρύνουν το Κ.Ε.Ε. 3.Το ύψος της εισπραττομένης αμοιβής του πραγματογνώμονος καθορίζεται επί τη βάσει των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων. 14.Β.η.2 Καλλιτεχνικό Επαγγελματικό Επιμελητήριο Πειθαρχική απόφασις Άρθρ.8.-1.Πάσα πειθαρχική απόφασις συντάσσεται εγγράφως εντός οκτώ ημερών από της εκδικάσεως. 2.Εν τη αποφάσει μνημονεύεται: α)Ο τόπος και ο χρόνος της εκδόσεως. β)Το όνομα, ο τίτλος και η ιδιότης και ειδικότης των δικασάντων. γ)Το όνομα, η ιδιότης και η ειδικότης του κριθέντος μέλους. δ)Το αποδιδόμενον πειθαρχικόν αδίκημα,ο χρόνος και τόπος της τελέσεως αυτού. ε)Η απολογία και η τυχόν προφορική ταύτης υποστήριξις ή η μη υποβολή απολογίας και η κλήσις ή μη κλήσις εις προφορικήν ανάπτυξιν της απολογίας. στ)Η αιτιολογία της αποφάσεως. ζ)Αν ελήφθη ομοφώνως ή κατά πλειοψηφίαν η απόφασις. η)Η αθώωσις του κριθέντος ή η επιβαλλομένη ποινή. Το υπό στοιχ. ε΄ μέρος της αποφάσεως μνημονεύεται περιληπτικώς. 3.Η πειθαρχική απόφασις κοινοποιείται εν αντιγράφω: α)Εις το κριθέν μέλος. β)Εις το Υπουργείον Προεδρίας Κυβερνήσεως (Δ/νσιν Καλών Τεχνών). γ)Εις το Καλλιτεχνικόν Επαγγελματικόν Επιμελητήριον. 4.Η απόφασις α)επιδίδεται δια δημοσίου οργάνου εις χείρας ή την κατοικίαν του κριθέντος μέλους, συντασσομένου αποδεικτικού. Εν περιπτώσει αρνήσεως παραλαβής ο επιδίδων συντάσσει πράξιν βεβαιούσαν την άρνησιν. Αγνοουμένης της διαμονής, η κλήσις τοιχοκολλείται εις το κατάστημα του Κ.Ε.Ε. συντασσομένου πρωτοκόλλου, όπερ υπογράφεται υπό δύο μαρτύρων, β) Εις το Υπουργείον Προεδρίας Κυβερνήσεως και το Κ.Ε.Ε αποστέλλεται ταχυδρομικώς επί αποδείξει. Εις τον αυτόν Αναπληρωτήν Υπουργόν, ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Δ/τος, του οποίου η ισχύς άρχεται από της δημοσιεύσεως.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.