📄 Κείμενο νόμου
38. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ’ αριθ. 710 της 7/7 Δεκ. 1945 Περί διώξεως και τιμωρίας των παραβάσεων της περί προστασίας Εθνικού Νομίσματος νομοθεσίας και των αγορανομικών αδικημάτων. Βλέπε και την παρ. 10 του άρθρ. 26 Νόμ. 2076/1992, ΦΕΚ – Α-130 (Τόμ. 12, σελ. 120, 856) που προβλέπει κατάργηση ποινικής διώξεως για παραβάσεις της νομοθεσίας περί συναλλάγματος. Άρθρ.1.-Οι παραβάται των διατάξεων των νόμων «περί προστασίας του εθνικού νομίσματος», ιδία δε του άρθρ. 14 του Ν. 5422/32, ως αντεκατεστάθη δια του Α.Ν. 296/36, του Ν.Δ. της 3.7.36, του Α.Ν. 362/45 και εν γένει των Νόμων των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων τους Ν. 5422 και 5426, διώκονται και τιμωρούνται κατά τας επομένας διατάξεις. Άρθρ.2.-1.«Επί των παραβάσεων του προηγουμένου άρθρου καταγιγνώσκεται υπό του αρμοδίου δικαστηρίου ποινή φυλακίσεως από τριών μηνών μέχρι τριών ετών και χρηματική ποινή μέχρι του δεκαπλασίου της αξίας του αντικειμένου της κολασίμου πράξεως ή η ετέρα των ποινών τούτων». Το α΄ εδάφιον της παρ. 1 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 Α.Ν. 1539/1950. Η καταδίκη εις τας άνω ποινάς συνεπάγεται τας στερήσεις των άρθρ. 21 και 23 του ποινικού Νόμου δια χρόνον ουχί βραχύτερον των έξ μηνών και μακρότερον των έξ ετών, οριζόμενον δε υποχρεωτικώς υπό του Δικαστηρίου. Εάν εν τη αποφάσει δεν περιέχηται ρητή διάταξις περί της διαρκείας αύτη είναι εξάμηνος. Τα αντικείμενα της κολασίμου πράξεως δημεύονται και εάν ρητώς δεν απαγγείλη τούτο η καταδικαστική απόφασις, εκποιούνται δε υπέρ του Δημοσίου εντολή του Υπουργού των Οικονομικών. «Εάν ως αντικείμενον της κολασίμου πράξεως εδημεύθη τίτλος εις διαταγήν οπισθογραφημένος, είτε εν λευκώ είτε εις διαταγήν τινός των καταδικασθέντων, η δήμευσις, επέχει τύπον τακτικής οπισθογραφήσεως του τίτλου υπέρ του Δημοσίου, δικαιουμένου να ενασκήση πάντα τα εκ τακτικής οπισθογραφήσεως δικαιώματα του κομιστού. Επί τη βάσει της επιβαλούσης την δήμευσιν καταδικαστικής αποφάσεως το Δημόσιον δικαιούται να επιδιώξη κατά τας περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων διατάξεις την είσπραξιν της αξίας του τίτλου ή παρά των εξ αυτού υποχρέων ή παρά του καταδικασθέντος. Τα ως άνω εκ του δημευομένου τίτλου δικαιώματα του Δημοσίου παραγράφονται μετά πενταετίαν από της τελεσιδικίας της αποφάσεως της επιβαλούσης την δήμευσιν». Τα εντός « » προσετέθησαν δια του Ν.Δ. 2947/1954, ούτινος βλ. μεταβατικήν διάταξιν. Δύναται ωσαύτως το Δικαστήριον να διατάξη την εκτόπισιν του καταδικαζομένου μέχρις ενός έτους. 2.Εις τας αυτάς με τους αυτουργούς ποινάς υπόκεινται και οι Διοικηταί ή οι Διευθυνταί Νομικών Προσώπων και Εταιρειών ως και οι Προϊστάμενοι ή Διευθυνταί Υπ/μάτων και Πρακτορείων ή έχοντες οπωσδήποτε και άνευ επισήμου ιδιότητος την ουσιαστικήν διεύθυνσιν τούτων ή των Υπ/μάτων και Πρακτορείων αυτών. 3.Εν υποτροπή τα κατώτατα όρια ποινών διπλασιάζονται. 4.Οι κατά τον παρόντα Νόμον καταδικαζόμενοι στερούνται αυτοδικαίως και άνευ ειδικής απαγγελίας της αποφάσεως α)της προστασίας των περί ενοικιοστασίου διατάξεων, β)του δικαιώματος να μετάσχουν εις τας υπό του Κράτους και οργανώσεων ενεργουμένας διανομάς τροφίμων, πρώτων υλών, μηχανημάτων, εργαλείων κλπ. ή ειδών παραχωρουμένων εις τον καταδικασθέντα προς διανομήν και γ)του εισαγωγικού δικαιώματος κατά τον Ν. 5426 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως. Η αρμοδία εισαγγελική αρχή διαβιβάζει παραχρήμα πάσαν καταδικαστικήν απόφασιν εις το Υπουργείον εφοδιασμού και τας αρμοδίας αρχάς. «5.Η περί στερήσεως της προστασίας του ενοικιοστασίου διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται μόνον εφ όσον επεβλήθη ποινή εφέσιμος κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 781 του 1946 και απαγγέλλεται ρητώς εν τη καταδικαστική αποφάσει. Η στέρησις επιβάλλεται υποχρεωτικώς υπό του δικαστηρίου, εφ’ όσον ο καταδικασθείς εις ποινήν εφέσιμον έχει και προηγουμένην καταδίκην επί παραβάσει των νόμων περί προστασίας του εθνικού νομίσματος». Η παρ. 5 προσετέθη δια του άρθρ. 3 Α.Ν. 1539/1950. «Άρθρ.3.-1.Η δίωξις των κατά τον παρόντα νόμον αδικημάτων ασκείται αυτεπαγγέλτως, εισαγομένης της υποθέσεως δι’ απ’ ευθείας κλήσεως εις το Τριμελές Πλημμελειοδικείον και δια τους απολαύοντας ιδιαζούσης και εξαιρετικής δικαιοδοσίας, εις δικάσιμον συμπίπτουσαν εντός μηνός από της ενάρξεως της διώξεως. Εν περιπτώσει αναβολής της δίκης το Δικαστήριον ορίζει εν τη ιδία περί αναβολής αποφάσει ετέραν ρητήν δικάσιμον εντός δεκαπενθημέρου από της αναβολής. Επί των επ’ αυτοφώρω καταλαμβανομένων παραβάσεων εφαρμόζεται η διαδικασία του Ν.Δ. της 22/28 Νοεμ. 1923 «περί αμέσου εκδικάσεως πλημμελημάτων τινών επ’ αυτοφώρω» ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως. Έφεσις επιτρέπεται εφόσον επεβλήθη ποινή φυλακίσεως υπερβαίνουσα τους έξ μήνας ή χρηματική ποινή υπερβαίνουσα τα πέντε εκατομμύρια δραχμών, ή η καταδίκη έχει ως συνέπειαν δήμευσιν αντικειμένων αξίας μείζονος των δραχ 20 εκατομμυρίων. Η παρ. 1 αντικατασταθείσα δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 781/1948 κυρωθέντος δια του (Αντί για τη σελ. 49(α) Σελ. 49(β) Τεύχος 1239 – Σελ. 11 Προστασία του Νομίσματος 26.Β.α.38 Ν.Δ. 1141/1949 (κατωτ. αριθ. 44) διετηρήθη εν ισχύϊ δια του εδάφ. ια΄ της παρ. 1 άρθρ. 592 Κώδ. Ποιν. Δικ. 2.(Επί των καταδικασθέντων δια παραβάσεις των νόμων περί προστασίας του εθνικού νομίσματος δεν εφαρμόζονται: α)αι διατάξεις του Ν.Δ. της 4 Ιουλ. 1933 «περί τροποποιήσεως και κωδικοποιήσεως του Ν. 3782 περί μετατροπής ποινών» ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως και β)αι διατάξεις του Ν.ΓΩΙΗ΄ του 1911 «περί αναστολής της εκτελέσεως της ποινής» ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως). Η παρ. 2 αντικατασταθείσα δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 781/1948 κατηργήθη δια του άρθρ. 473 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικος (Τόμ. 8 σελ. 78). «3.Αι κατά τον παρόντα νόμον εκδιδόμεναι καταδικαστικαί αποφάσεις εκτελούνται αθροιστικώς μετά πάσης άλλης ποινής, μη εφαρμοζομένων επ’ αυτών των άρθρ. 94-98 του Ποιν. Κώδικος». Η παρ. 3 προσετέθη δια του άρθρ. 2 Νόμ. 2286/1952 Τόμ. 8 σελ. 128,14 (β). (Άρθρ.4.-1.Παρά τοις Πλημμελειοδικείοις Αθηνών, Πειραιώς, Πατρών και Θεσσαλονίκης συνιστάται ειδικόν Τμήμα εκ τριών πρωτοδικών, οριζομένων εκάστοτε δια χρονικόν διάστημα έξ μηνών, δυνάμενον να παραταθή μέχρις ενός έτους δια κοινής αποφάσεως του Προέδρου και του Εισαγγελέως των Εφετών, δια της οποίας ορίζονται και οι αναπληρωταί τούτων πρωτοδίκαι. Το ειδικόν τούτο Τμήμα συνεδριάζει εις μίαν των αιθουσών των εν ταις πόλεσι ταύταις πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων, οριζομένην κατά τας διατάξεις του Οργανισμού των Δικαστηρίων, και είναι αποκλειστικώς αρμόδιον δια την εκδίκασιν των αδικημάτων του παρόντος νόμου των διαπραττομένων εις τας περιφερείας των άνω δικαστηρίων τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος νόμου». Το άρθρ. 3 και η παρ. 1 του άρθρ. 4 αντικατεστάθησαν ως άνω δια του Α.Ν. 781/1948 (κατωτ. αριθ. 42). Σελ. 50(β) Τεύχος 1239 – Σελ. 12. 2.Εισαγγελεύς των εν τω παρόντι άρθρω Δικαστηρίων Αθηνών, Πειραιώς, Πατρών, και Θεσσαλονίκης ορίζεται υπό του οικείου Εισαγγελέως των Εφετών Εισαγγελεύς ή Αντεισαγγελεύς Πρωτοδικών εκ των εν τη ιδία πόλει υπηρετούντων δι’ όσον και οι Πρωτοδίκαι χρονικόν διάστημα κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Ούτος κωλυόμενος αναπληρούται υπό ετέρου Εισαγγελέως ή Αντεισαγγελέως οριζομένου δια της αυτής αποφάσεως. Ο κατά την παρούσαν παράγραφον Εισαγγελεύς ή Αντεισαγγελεύς απαλλάσσεται των λοιπών καθηκόντων αυτού). Το άρθρ. 4 κατηργήθη σιωπηρώς δια του άρθρ. 592 παρ. 1 Κωδ. Ποιν.Δικ. (βλ. Ποινικά Χρονικά Α σελ. 429 υποσημ.). Άρθρ.5.-Εις τα κατά τα άρθρ. 4 Ειδικά Πλημμελειοδικεία και κατά την αυτήν διαδικασίαν, εισάγονται προς εκδίκασιν και το εις τας περιφερείας αυτών διαπραττόμενα αγορανομικά πλημμελήματα. Άρθρ.6.-(Αντικαθίσταται τα άρθρ. 1 Α.Ν. 677/ 1945. Κατηργήθη δια του άρθρ. 3 Α.Ν. 944/1946 νυν ισχύει το άρθρ. 11 Α.Ν. 1529/1950 κυρωθέντος υπό του Νόμ. 1950/1950 κατωτ. σελ. 95). Άρθρ.7.-Πάσα διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον καταργείται. Δια Δ/των προτάσει των αρμοδίων Υπουργείων Οικονομικών, Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών ορίζεται πάσα αναγκαία λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν του παρόντος ως και αύξησις του αριθμού των κατά το άρθρ. 4 ειδικών Πλημμελειοδικείων. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 26.Β.α.38 Προστασία του Νομίσματος
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.