📄 Κείμενο νόμου
119. ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ Αριθ. οικ. 31923/1135 της 24 Μαϊου/5 Ιουν. 2007 (ΦΕΚ Β΄876) Καθορισμός διαδικασίας επιμερισμού του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας και αποζημίωσης του Παρόχου της Καθολικής Υπηρεσίας (καθορισμένη επιχείρηση). Έχοντας υπόψη: 1. Τις διατάξεις: α. Του άρθρου 55 του ν. 3431/2006 (ΦΕΚ Α’13) «Περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις», και του παραρτήματος VII του νόμου αυτού. β. Του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α’ 98). γ. Του π.δ. 293/1999 (ΦΕΚ Α’ 263) «Οργανισμός του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών» , όπως ισχύει. 2. Την υπ’ αριθμ. 415/52/20-12-2006 εισήγηση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ). 3. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε: Άρθρο 1 Αντικείμενο και Πεδίο Εφαρμογής Αντικείμενο της παρούσας Απόφασης αποτελεί ο καθορισμός του τρόπου επιμερισμού του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας και αποζημίωσης του Παρόχου της Καθολικής Υπηρεσίας (καθορισμένη επιχείρηση). Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος δεν εμπίπτει η διαδικασία ελέγχου του καθαρού κόστους που δηλώνει η καθορισμένη επιχείρηση ως καθαρό κόστος παροχής Καθολικής Υπηρεσίας. (Μετά τη σελ. 386,642) Σελ. 386,643 Τεύχος Σελ. Οργάνωση και Λειτουργία των Τηλεπικοινωνιών - Ε.Ε.Τ.Τ. 22.ΔΑ.α.119 Άρθρο 2 Ορισμοί 1. Στο πλαίσιο της παρούσας Απόφασης ως Καθαρό Κόστος Καθολικής Υπηρεσίας ορίζεται η διαφορά μεταξύ του καθαρού κόστους λειτουργίας μιας καθορισμένης επιχείρησης με υποχρεώσεις Καθολικής Υπηρεσίας και της λειτουργίας της χωρίς τις υποχρεώσεις Καθολικής Υπηρεσίας. Για τον υπολογισμό του καθαρού κόστους πρέπει να συνεκτιμώνται τα οφέλη, συμπεριλαμβανομένων των άυλων ωφελειών, που αποκομίζει η καθορισμένη επιχείρηση. Αυτό ισχύει, είτε το δίκτυο είναι πλήρως ανεπτυγμένο, είτε ακόμα βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης και επέκτασης. 2. Λοιπές λέξεις ή φράσεις, οι οποίες δεν ορίζονται, αλλά χρησιμοποιούνται στην παρούσα Απόφαση, έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στο ν.3431/2006, όπως αυτός εκάστοτε ισχύει, ή, σε περίπτωση που δεν αναφέρονται σε αυτόν, η αντίστοιχη λέξη ή φράση ερμηνεύεται σύμφωνα με τον ορισμό, ο οποίος περιλαμβάνεται στο παράγωγο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 3 Υπόχρεες Επιχειρήσεις Το Καθαρό Κόστος Καθολικής Υπηρεσίας επιμερίζεται, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας, μεταξύ των αδειοδοτημένων παρόχων που παρέχουν Υπηρεσίες Φωνής (κωδικοί υπηρεσιών Β0901, Β0902, Β0904, Β0905, Β0906, Β0907 και Β0909, ως ισχύουν, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα Κανονισμό Γενικών Αδειών) ή/και Υπηρεσίες Τηλεηχοπληροφόρησης (κωδικός υπηρεσίας Β0401, ως ισχύει, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα Κανονισμό Γενικών Αδειών) ή/και Υπηρεσίες Οπτικής Τηλεπληροφόρησης (κωδικός υπηρεσίας Β0402, ως ισχύει, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα Κανονισμό Γενικών Αδειών) ή/και υπηρεσίες πρόσβασης στο Διαδίκτυο (κωδικός υπηρεσίας Β0701, ως ισχύει, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα Κανονισμό Γενικών Αδειών) μέσω σταθερών, κινητών ή νομαδικών δικτύων στην ελληνική επικράτεια και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στους τομείς έκδοσης και διάθεσης τηλεφωνικών καταλόγων ή/και υπηρεσιών τηλεφωνικού καταλόγου (κωδικός υπηρεσίας Β0910, ως ισχύει, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα Κανονισμό Γενικών Αδειών) και παρέχουν ανάλογες υπηρεσίες στην ελληνική επικράτεια. Σελ. 386,644 Τεύχος Σελ. Άρθρο 4 Κριτήρια συμμετοχής παρόχων στον επιμερισμό του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας 1. Στον επιμερισμό του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας συμμετέχουν μόνο οι υπόχρεες επιχειρήσεις του άρθρου 3, των οποίων ο συνολικός κύκλος εργασιών από παροχή δημοσίων δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό είναι μεγαλύτερος των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) Ευρώ. Στο συνολικό κύκλο εργασιών των υπόχρεων επιχειρήσεων δεν συμπεριλαμβάνονται οι επιχορηγήσεις που λαμβάνουν τα πρόσωπα από συμμετοχή τους σε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αντίστοιχα Εθνικά, όπως επίσης και οι δαπάνες διασύνδεσης και εθνικής περιαγωγής. Για τη συμμετοχή στον επιμερισμό του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας από το συνολικό κύκλο εργασιών αφαιρείται το ποσό των 15.000.000 Ευρώ. 2. Σε περίπτωση υπόχρεων επιχειρήσεων, που βρίσκονται υπό κοινό έλεγχο, το προαναφερθέν όριο των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) Ευρώ για τη συμμετοχή στον επιμερισμό του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας ελέγχεται με βάση το άθροισμα των εσόδων όλων των υπόχρεων επιχειρήσεων που βρίσκονται υπό κοινό έλεγχο. 3. Το Καθαρό Κόστος Καθολικής Υπηρεσίας επιμερίζεται στις υπόχρεες επιχειρήσεις του άρθρου 3 κατά την αναλογία συμμετοχής τους στο άθροισμα του κύκλου εργασιών όλων των υπόχρεων επιχειρήσεων του άρθρου 3, όπως αυτός ορίζεται στην παραγρ. 1 του παρόντος. 22.ΔΑ.α.119 Οργάνωση και Λειτουργία των Τηλεπικοινωνιών - Ε.Ε.Τ.Τ. 4. Σε περίπτωση υπόχρεων επιχειρήσεων, που βρίσκονται υπό κοινό έλεγχο, ο υπολογισμός της συμμετοχής στο Καθαρό Κόστος Καθολικής Υπηρεσίας γίνεται αρχικά για το σύνολο των υπόχρεων επιχειρήσεων υπό κοινό έλεγχο και στη συνέχεια η συνεισφορά τους επιμερίζεται σε κάθε μία από αυτές ανάλογα με τον κύκλο εργασιών της στο σύνολο του κύκλου εργασιών όλων των υπόχρεων επιχειρήσεων που βρίσκονται υπό κοινό έλεγχο. Άρθρο 5 Διαδικασία Επιμερισμού του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας 1. Όταν, κατόπιν αιτήματος αποζημίωσης της καθορισμένης επιχείρησης, η ΕΕΤΤ διαπιστώσει ότι υφίσταται υπερβολική επιβάρυνσή της, οφείλει, εντός τριών (3) μηνών από τη διαπίστωση αυτή, να υπολογίσει με βάση την παρούσα Απόφαση την ακριβή συνεισφορά κάθε μιας από τις υπόχρεες επιχειρήσεις του άρθρου 3 και να την κοινοποιήσει σε αυτές. Για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς κάθε μιας από τις υπόχρεες επιχειρήσεις του άρθρου 3, η ΕΕΤΤ παίρνει ως βάση υπολογισμού τις δηλώσεις τους για το σύνολο των ακαθάριστων ετήσιων εσόδων τους, όπως αυτές υποβάλλονται σύμφωνα με τον Κανονισμό Γενικών Αδειών για τον προσδιορισμό των ετήσιων ανταποδοτικών τελών τους. 2. Οι υπόχρεες επιχειρήσεις του άρθρου 3 υποχρεούνται να καταβάλλουν τη συμμετοχή τους στο Καθαρό Κόστος Καθολικής Υπηρεσίας εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την γνωστοποίηση της υποχρέωσής τους σε αυτές. Τα χρήματα κατατίθενται σε χωριστό λογαριασμό που τον διαχειρίζεται η ΕΕΤΤ. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των δύο μηνών η ΕΕΤΤ καταβάλλει στις καθορισμένες επιχειρήσεις τα χρήματα, που κατά τα ανωτέρω έχουν καταβληθεί σε αυτήν. 3. Η τελευταία ημέρα της δίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 2 για την καταβολή της συνεισφοράς των υπόχρεων επιχειρήσεων του άρθρου 3 στο Καθαρό Κόστος Καθολικής Υπηρεσίας αποτελεί τη δήλη ημέρα καταβολής, μετά την παρέλευση της οποίας η συνεισφορά επιβαρύνεται με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως αυτός καθορίζεται με Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. H πέραν των τριάντα (30) ημερών καθυστέρηση καταβολής της συμμετοχής των υπόχρεων επιχειρήσεων του άρθρου 3 στο Καθαρό Κόστος Καθολικής Υπηρεσίας επισύρει, πλέον του τόκου υπερημερίας, την επιβολή προστίμου ή άλλων διοικητικών κυρώσεων από την EETT, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 του ν. 3431/2006. Άρθρο 6 Δημοσίευση στοιχείων Με την επιφύλαξη των κοινοτικών και εθνικών κανόνων για το επιχειρηματικό απόρρητο, στην περίπτωση που έχει ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός επιμερισμού του Καθαρού Κόστους Καθολικής Υπηρεσίας, η ΕΕΤΤ δημοσιεύει ετήσια έκθεση, στην οποία φαίνεται το υπολογιζόμενο κόστος των υποχρεώσεων Καθολικής Υπηρεσίας, προσδιορίζονται οι συνεισφορές κάθε μιας από τις υπόχρεες επιχειρήσεις του άρθρου 3 και προσδιορίζεται το οποιοδήποτε όφελος στην αγορά, που, ενδεχομένως, αποκομίζουν οι καθορισμένες επιχειρήσεις. Άρθρο 7 Έναρξη Ισχύος 1. Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.