Εν συντομία
Αυτός ο νόμος επεκτείνει την υποχρέωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που ίσχυε για τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων. Ρυθμίζει τους όρους και τις προθεσμίες για την καταγγελία συμβάσεων αορίστου χρόνου.
Τι ρυθμίζει
- Την υποχρέωση προειδοποίησης πριν από την καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
- Τις προθεσμίες καταγγελίας ανάλογα με τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης.
- Τις εξαιρέσεις από την υποχρέωση καταγγελίας χωρίς προθεσμία.
- Την αποζημίωση που οφείλεται σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών καταγγελίας.
Ποιους αφορά
- Εργάτες, τεχνίτες και υπηρέτες κάθε κατηγορίας, φύλου και ηλικίας, που εργάζονται επί μισθώ.
- Μαθητευόμενους ή βοηθούς επιχειρήσεων, εφόσον δεν είναι άμισθοι.
- Ιδιωτικούς υπαλλήλους που προσλαμβάνονται κατ' οίκον.
Βασικά σημεία
- Η υποχρέωση καταγγελίας ισχύει μετά από πάροδο διμήνου από την έναρξη της εργασίας.
- Οι προθεσμίες καταγγελίας για εργάτες, τεχνίτες και υπηρέτες βιομηχανικών, βιοτεχνικών, μεταλλευτικών και χειροτεχνικών επιχειρήσεων είναι:
* 5 ημέρες για υπηρεσία έως 12 μήνες.
* 8 ημέρες για υπηρεσία άνω των 12 μηνών έως 2 έτη.
* 15 ημέρες για υπηρεσία άνω των 2 ετών έως 5 έτη.
* 30 ημέρες για υπηρεσία άνω των 5 ετών έως 10 έτη.
* 60 ημέρες για υπηρεσία άνω των 10 ετών.
- Ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς προθεσμία σε περίπτωση ανωτέρας βίας που καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της επιχείρησης, ή αν υποβληθεί μήνυση κατά του εργαζομένου για αξιόποινη πράξη κατά την εκτέλεση της εργασίας ή κατηγορία για αδίκημα τουλάχιστον πλημμελήματος.
- Ο εργοδότης που δεν τηρεί την υποχρέωση καταγγελίας καταβάλλει αποζημίωση ίση με το σύνολο των τακτικών μισθών που θα λάμβανε ο εργαζόμενος κατά τις εργάσιμες ημέρες πριν την καταγγελία.
📄 Κείμενο νόμου
2. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 16/18 Ιουλ. 1920 Περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών. Έχοντες υπ’ όψει το άρθρ. 12 εδάφ. 2 του ν. 2112 π. καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων, προτάσει του ημετέρου επί της Εθνικής Οικονομίας υπουργού και μετά γνωμοδότησιν του γνωμοδοτικού συμβουλίου Εργασίας, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον 1 1.Η εκ του ν. 2112 (ανωτ. αρ. 1) υποχρέωσις καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων ισχύει εφεξής και επί των πάσης κατηγορίας εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, υπό τους κάτωθι όρους και περιορισμούς. 2.Εργάτης θεωρείται, υπό την άποψιν της εφαρμογής του παρόντος, πας εργάτης ή τεχνίτης εκατέρου φύλου και πάσης ηλικίας, εργαζόμενος επί μισθώ, αμοιβή, ή αντιμισθία παρ’ αρχηγώ ή διευθυντή ή ιδιοκτήτη επιχειρήσεως, και πας χειροτέχνης επί μισθώ παρέχων την προσωπικήν του εργασίαν. 3.Μαθητεόμενοι ή βοηθοί επιχειρήσεων θεωρούνται εργάται, εφ’ όσον δεν είναι άμισθοι. 4.Ιδιωτικοί υπάλληλοι, κατ’ οίκον προσλαμβανόμενοι, υπάγονται ωσαύτως εις τας διατάξεις του παρόντος. 5.Των διατάξεων του Δ/τος τούτου εξαιρούνται εν γένει οι εργάται θαλάσσης. 6.Δεν υπάγονται ωσαύτως εις τας διατάξεις του παρόντος εργάται και υπηρέται νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή και ιδιωτικών επιχειρήσεων, εφ’ όσον έχει ληφθή ειδική μέριμνα δι’ αυτούς δια νόμων ή κανονισμών εγκεκριμένων υπό του Κράτους. Άρθρ.6.–1.Δύναται ο εργοδότης να καταγγείλη την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας, εάν εξ ανωτέρας βίας κατέστη απολύτως και συνολικώς αδύνατος η εξακολούθησις της επιχειρήσεως και υπό τον όρον να αναφέρη εντός δύο ημερών περί τούτου ητιολογημένως εις την αστυνομικήν αρχήν του τόπου. Δύναται ωσαύτως να καταγγελθή άνευ προθεσμίας η σύμβασις, εάν εναντίον εργάτου ή υπηρέτου υπεβλήθη μήνυσις δι’ αξιόποινον πράξιν διαπραχθείσαν εν τη εκτελέσει της εργασία ή απηγγέλθη κατ’ αυτού κατηγορία δι’ αδίκημα εν γένει, φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. 2.Εάν ο εργάτης ή υπηρέτης απηλλάγη, έστω και δια βουλεύματος, δικαιούται να ζητήση την κατά το άρθρ. 3 αποζημίωσιν. Άρθρ.7.–1.Εργάτης, τεχνίτης, υπηρέτης, και εν γένει πρόσωπον ανήκον εις τινα των κατηγοριών του άρθρ. 3, προτιθέμενον να λύση την σύμβασιν εργασίας προς τον εργοδότην, οφείλει ωσαύτως να καταγείλη αυτήν συμφώνως τω παρόντι Δ/τι. Η προθεσμία της καταγγελίας είναι ίση προς την δια τον εργοδότην ως άνω ωρισμένην. 2.Ο παραμελών την ως άνω προθεσμίαν οφείλει ν’ αποζημιώση τον εργοδότην δια ποσού ίσου προς το ήμισυ του δια τον εργοδότην ωρισμένου. Άρθρ.8.–Αποχή εργάτου ή υπηρέτου από της εργασίας, οφειλομένη εις βραχείας σχετικώς διαρκείας ασθένειαν, προσηκόντων αποδεδειγμένην, ή, προκειμένου περί γυναικός, εις λοχείαν, δεν θεωρείται ως λύσις της συμβάσεως εκ μέρους αυτού. Άρθρ.9.–1.Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του εργάτου ή του υπηρέτου διατάξεων του παρόντος νόμου. 2.Εν περιπτώσει πτωχεύσεως της επιχειρήσεως, ο εργάτης ή υπηρέτης δικαιούται εις το 1/2 μόνον της κατά τ’ ανωτέρω αποζημιώσεως, εφαρμοζομένων και εν προκειμένω υπέρ της πιστώσεως αυτού πασών των προστατευτικών διατάξεων του Εμπορικού Νόμου. Άρθρ.10.–Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αορίστου διαρκείας αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον εργάτην ή υπηρέτην. Το αυτό ισχύει και περί εθίμου. Άρθρ.11.–Πάσα διαφορά προκύπτουσα εκ της παραβάσεως του παρόντος εκδικάζεται υπό του ειρηνοδίκου, κατά τας διατάξεις του Νόμ. Γπ0Δ’ (τόμ. 10) περί εκδικάσεως των μεταξύ εργατών και εργοδοτών διαφορών, ως ετροποποιήθη δια του Νόμ. 2193 (άρθρ. 8), αναλόγως εφαρμοζόμενου. Άρθρον 2 1.Η υποχρέωσις της καταγγελίας αφορά μόνον συμβάσεις εργασίας. Δεν αφορά συμβάσεις συναπτομένας προς εκτέλεσιν ωρισμένου έργου και μη διαρκούσας πέραν ταύτης. 2.Δεν υπάγονται ωσαύτως εις τας διατάξεις του παρόντος συμβάσεις εργασίας εφ’ ων συνεφωνήθη ωρισμένη διάρκεια χρόνου ή προκύπτει τοιαύτη εκ του δηλωθέντος σκοπού της εργασίας. 3.Η υποχρέωσις της καταγγελίας γενικώς άρχεται μετά παρέλευσιν διμήνου από της ενάρξεως της εργασίας, συνυπολογιζομένου του τυχόν συμφωνηθέντος χρόνου δοκιμασίας. Σελ. 166(ε) Τεύχος 1296 – Σελ. 38 Άρθρον 3 1.Η προθεσμία της κατά τα ανωτέρω καταγγελίας ορίζεται ως εξής: α)Επί εργατών, τεχνιτών, και υπηρετών βιομηχανικών εν γένει, βιοτεχνικών, μεταλλευτικών, και χειροτεχνικών επιχειρήσεων ή εργασιών, πέντε τουλάχιστον ημέρας προς της λύσεως της συμβάσεως. Το αυτό ισχύει και επί μαθητευομένων, οίτινες συνεπλήρωσαν εξ μηνών υπηρεσίαν. Εάν η σύμβασις εργασίας διήρκεσε συνολικώς υπέρ το δωδεκάμηνον, συμπεριλαμβανομένου και του κατά το άρθρ. 2 παρ. 3 διμήνου και του τυχόν χρόνου μαθητείας ή δοκιμασίας, η καταγγελία γίνεται 8 ημέρας προ της λύσεως της συμβάσεως, εάν δε διήρκεσεν, υπό τους αυτούς ως άνω όρους υπέρ την διετίαν, 15 ημέρας προ της λύσεως. Σύμβασις εργασίας διαρκέσασα υπέρ την πενταετίαν καταγγέλλεται τουλάχιστον προ 30 ημερών, εάν δε διήρκεσε υπέρ την δεκαετίαν, τουλάχιστον προ 60 ημερών. β – γ.(Καταργήθηκαν από το άρθρ. 43 του Νόμ. 1836/89, ΦΕΚ Α΄79, ανωτ. σελ. 30, 05. Με το ίδιο άρθρο ορίστηκε ότι από την ισχύ του παραπάνω νόμου το αναφερόμενο σε αυτά προσωπικό, απολυόμενο, δικαιούται την αποζημίωση του άρθρ. 5 σε συνδυασμό με το εδάφ. Α΄της παρ. 1 του άρθρ. 3 του πιο πάνω Β.Δ/τος, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Νόμ. 3198/1955. Σύμφωνα με το άρθρ. 7 της 12756/1989 (ΦΕΚ Β΄217) Αποφ. Υπ. Εργασίας (τομ. 15Α σελ. 8, 31) οι αποζημιώσεις του εδαφ. α της παρ. 1 του άνω άρθρ. 3 καθορίστηκαν ως εξής: α.Με τη συμπλήρωση 10 χρόνων υπηρεσίας: 52 ημερομίσθια. β.Με τη συμπλήρωση 15 χρόνων υπηρεσίας: 65 ημερομίσθια. γ.Με τη συμπλήρωση 20 χρόνων υπηρεσίας: 78 ημερομίσθια. Με το άρθρ. 50 Νόμ. 2224/5 – 6 Ιουλ. 1994 (ΦΕΚ Α΄112), κατωτ. Τόμ. 15 (2), σελ. 282, 503, κυρώθηκε το άρθρ. 4 της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας της 21/3/1994 και ορίστηκαν τα εξής: «Οι αποζημιώσεις της παρ. 1 περίπτ. α΄ του άρθρ. 3 του Β.Δ. 16/18.7.1920 στην περίπτωση καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εργατοτεχνιτών βελτιώνονται πέραν των ρυθμίσεων του άρθρ. 7 της από 10.3.1989 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και καθορίζονται ως εξής: α)με τη συμπλήρωση 15 ετών, 78 ημερομίσθια και β)με τη συμπλήρωση 20 ετών υπηρεσίας, 91 ημερομίσθια». 15.Ζ.α.2 Ατομική Καταγγελία Συμβάσεως Εργασίας 168 Με το άρθρ. 6 της Εθν. Γεν. Συλλ. Σύμβασης Εργασίας της 2 Απρ. 1996, που κυρώθηκε με το άρθρ. 22 Νόμ. 2556/23 – 24 Δεκ. 1997 (ΦΕΚ Α΄270), Τόμ. 15 (3), σελ. 282, 507, οι αποζημιώσεις της παρ. 1 περίπτ. α΄ καθορίστηκαν ως εξής: «α)Με τη συμπλήρωση 15 ετών υπηρεσίας: 85 ημερομίσθια και β)Με τη συμπλήρωση 20 ετών υπηρεσίας; 100 ημερομίσθια». 2.Εργάται προσλαμβανόμενοι δια συμβάσεως εργασίας, επί μισθώ, υπολογιζομένω ουχί κατά χρονικόν διάστημα, αλλά κατ’ αναλογίαν της παρεχομένης εργασίας (κατά μονάδα ή κατ’ αποκοπήν), εξομοιούνται καθ’ όλα προς τους εργάτας της κατηγορίας α’, εφ’ όσον η σύμβασις συνήφθη δια χρόνον αόριστον. Άρθρον 4 Επί τη αιτήσει των εν ταις ως άνω κατηγορίαις προσώπων, ο εργοδότης οφείλει να εκδώση πιστοποιητικόν περί του είδους και της διαρκείας της παρ’ αυτών εκτελεσθείσης υπηρεσίας, επί τη ειδική δε αιτήσει των περί του ποιού και τη διαγωγής. Άρθρον 5 1.Εργοδότης παραλείπων την κατά τα ανωτέρω υποχρέωσιν της καταγγελίας καταβάλλει εις τον απολυόμενον της εργασίας ως αποζημίωσιν ποσόν ίσον προς το σύνολον των τακτικών αυτού μισθών ή εν γένει αμοιβών, ας θα ελάμβανεν αντί της παρεχομένης εργασίας κατά τας εργασίμους ημέρας, προ των οποίων έδει να γίνη η καταγγελία. 2.Προκειμένου περί προσώπων ων ο μισθός καταβάλλεται κατά μονάδα εργασίας ή κατ’ αποκοπήν, ως ημερήσιος μισθός θεωρείται το εις μίαν ημέραν αντιστοιχούν κατά μέσον όρον ποσόν αμοιβής ην έλαβε κατά το χρονικόν διάστημα τριάκοντα εργασίμων ημερών πραγματοποιηθεισών προ της απολύσεώς του. (Μετά τη σελ. 166(ε) Σελ. 166,01 Τεύχος 1296 – Σελ. 39 Ατομική Καταγγελία Συμβάσεως Εργασίας 15.Ζ.α.2 169 15.Ζ.α.2 Ατομική Καταγγελία Συμβάσεως Εργασίας 170
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.