← Ελλάδα

5. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 9/22 Ιου. 1948 (ΦΕΚ Α΄162) Περί κωδικοποιήσεως διατάξεων περί πειθαρχικής εξουσίας των προϊσταμένων των λιμενικών αρχών. Έχο

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος κωδικοποιεί και ρυθμίζει την πειθαρχική εξουσία των προϊσταμένων των λιμενικών αρχών, καθορίζοντας τους κανόνες για την επιβολή προστίμων και την αποκατάσταση της τάξης σε λιμάνια και παράκτιες περιοχές.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
5. ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 9/22 Ιου. 1948 (ΦΕΚ Α΄162) Περί κωδικοποιήσεως διατάξεων περί πειθαρχικής εξουσίας των προϊσταμένων των λιμενικών αρχών. Έχοντες υπ’ όψει τας διατάξεις του άρθρ. 4 του Νόμ. 499/47 «περί πειθαρχικής εξουσίας των προϊσταμένων των Λιμ. Αρχών» και την υπ’ αριθ. 179/1948 σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Επικρατείας, προτάσει του Ημετέρου επί της Εμπ. Ναυτιλίας Υπουργού απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον μόνον.-Αι διατάξεις α) του άρθρ. 17 του Νόμ. 3030/1922, β)του Ν. 668/1937 περί τροποποιήσεως του άρθρ. 17 του Ν. 3030/1922, γ)του Ν.Δ. 1820/1942 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του άρθρ. 17 του Ν. 3030/22 και δ) του Νόμ. 499/47 «περί πειθαρχικής εξουσίας των προϊσταμένων των Λιμ. Αρχών» κωδικοποιούνται εις ενιαίον κείμενον Νόμου φέροντος τον αριθμόν Νόμ. 499/1947, ως έπεται: ΝΟΜΟΣ 499/1947 Περί πειθαρχικής εξουσίας των προϊσταμένων των Λιμεν. Αρχών. Άρθρ.1.-(Άρθρ. 1 Α.Ν. 668/37, άρθρ. 2 παρ. 6 Νόμ. 499/47). 1.Η ενάσκησις της πειθαρχικής εξουσίας επί πάντων των οπωσδήποτε χρησιμοποιούντων Ελληνικούς λιμένας συμπεριλαμβανομένων και των προκυμαιών αυτών, όρμους και ακτάς ανήκει εις τους προϊσταμένους των οικείων λιμενικών Αρχών, αίτινες προκειμένου μεν περί Κεντρικών Λιμεναρχείων, Λιμεναρχείων και Υπολιμεναρχείων δια κανονισμών εκδιδομένων και εγκρινομένων υπό του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, προκειμένου δε περί Λιμενικών Σταθμών και υπαλλήλων λιμένος δι’ Αστυνομικών διατάξεων εγκρινομένων ομοίως θέλουσι κανονίζει τα της διενεργείας πάσης εν τω λιμένι και τοις παρακειμένοις αυτώ όρμοις και ακταίς της δικαιοδοσίας αυτών, κινήσεως και εργασίας, ως και τα της εξασφαλίσεως εν αυτοίς της τάξεως και της υγείας. 2.Η κατά το παρόν άρθρον πειθαρχική εξουσία ασκείται υπό των προϊσταμένων των Κεντρικών Λιμεναρχείων, Λιμεναρχείων και Υπολιμεναρχείων. Η ενάσκησις της εξουσίας ταύτης επί των λιμένων ων προΐστανται Λιμενοσταθμάρχαι ή Υπάλληλοι Λιμένων προκειμένου περί παραβάσεων Αστυνομικών αυτών διατάξεων δι’ ων ρυθμίζονται τα περί ων η παρ. 1 του παρόντος άρθρου ασκείται υπό των ιδίων ως άνω προϊσταμένων των Κεντρικών Λιμεναρχείων, Λιμεναρχείων ή Υπολιμεναρχείων, εις την δικαιοδοσίαν των οποίων υπάγονται οι Λιμενοσταθμάρχαι ή οι Υπάλληλοι Λιμένων. (Αντί της σελ. 87) Σελ. 87(α) 180-49 Πειθαρχική Εξουσία Λιμενικών Αρχών 20.Β.δ.1-5 Άρθρ.2.-(Άρθρ.17 παρ. 2,3 και 4, Ν. 3030/1922 και άρθρ. 1 Ν.Δ. 1820/1942, άρθρ. 1 Νόμ. 499/47). 1.Η παράβασις των εν τω προηγουμένω άρθρω διατάξεων επάγεται πειθαρχικήν τιμωρίαν των παραβατών δια προστίμου μέχρι 300.000 δραχμών, επιβαλλομένων δι’ ητιολογημένης αποφάσεως του προϊσταμένου της Λιμενικής Αρχής. Το ανωτέρω ποσόν των 300.000 δραχμών αναπροσαρμοσθέν ηυξήθη εις 900 δραχμάς νέας εκδόσεως δια του άρθρ. 2 Β.Δ. της 4/25 Σεπτ. 1956 (κατωτ. αριθ. 6) και εκ νέου εις 20.000 δραχμάς δια του άρθρου μόνου Β.Δ. 735 της 19/20 Σεπτ. 1961 (ΦΕΚ Α΄185). 2.Εάν κατά την επιβολήν της πρώτης ποινής έχει λήξει συγχρόνως και η τυχόν ταχθείσα προηγουμένως προθεσμία εντός της οποίας έδει ν’ αρθή ο λόγος επιβολής της ποινής και εξακολουθή ούτος υφιστάμενος, το πρόστιμον επαναλαμβάνεται, τουλάχιστον είκοσι τέσσαρας ώρας μετά την κοινοποίησιν τω παραβάτη της αποφάσεως της επιβαλλούσης την πρώτην ποινήν. 3.Εάν και μετά την δευτέρα πειθαρχική ποινήν δεν αρθή ο λόγος της επιβολής αυτής, δύναται ο επιβαλών την ποινήν να διατάξη την καθ’ οιονδήποτε τρόπον και υπό αποκλειστικήν ευθύνην του παραβάτου αποκατάστασιν των πραγμάτων εις την σύμφωνον τω Κανονισμώ ή τη Αστυνομική διατάξει τάξιν. Η προς τούτο απαιτηθείσα δαπάνη βεβαιούται δια πράξεως της λιμενικής Αρχής, μη υποκειμένης εις ένδικον μέσον και εισπράττεται ως και το πρόστιμον, αποδίδεται δε άνευ διατυπώσεων επί απλή αποδείξει εις τους δικαιούχους. 4.Προ της επιβολής των κατά τ’ ανωτέρω πειθαρχικών ποινών, πλην της κατ’ επανάληψιν επιβαλλομένης καλείται εις απολογίαν ο παραβάτης δι’ εγγράφου προσκλήσεως της λιμενικής Αρχής, τασσούσης αυτώ τουλάχιστον εικοσιτετράωρον προθεσμίαν προς υποβολήν εγγράφως της απολογίας αυτού. Άρθρ.3.-(Άρθρ.2 Ν.Δ. 1820/1942). 1.Εις εξαιρετικώς κατεπειγούσας περιπτώσεις, καθ’ ας εκ των παραβάσεων των Κανονισμών των Λιμένων ή των Αστυνομικών διατάξεων των Λιμένων επαπειλείται η δημοσία τάξις ή η δημοσία υγεία ή η ασφάλεια των εν τω λιμένι πλοίων, εγκαταστάσεων ή κτιρίων, είτε των παρά τω λιμένι τοιούτων δύναται ο προϊστάμενος της λιμενικής Αρχής, ο Λιμενοσταθμάρχης ή ο υπάλληλος Λιμένος, άνευ των διατυπώσεων του προηγουμένου άρθρου του παρόντος Νόμου να διατάξη την Σελ. 88(α) παραχρήμα και καθ’ οιονδήποτε τρόπον και υπό αποκλειστικήν ευθύνην του παραβάτου αποκατάστασιν των πραγμάτων εις την σύμφωνον τω Κανονισμώ τάξιν, συντάσσων εκ των υστέρων σχετικήν πράξιν, ην κοινοποιεί εις τον παραβάτην. Εάν ο διατάξας την αποκατάστασιν τυγχάνει Λιμενοσταθμάρχης ή Υπάλληλος Λιμένος, η πράξις αύτη κοινοποιείται και εις τον Προϊστάμενον της Λιμενικής Αρχής εις ην υπάγεται. 2.Εις την ανωτέρω περίπτωσιν εφαρμόζεται η παρ. 3 εδάφ. 2 του παρόντος Νόμου. Η κατά τα εν τω παρόντι άρθρω επιδίωξις και επίτευξις της αποκαταστάσεως των πραγμάτων εις την σύμφωνον τω Κανονισμώ τάξιν δεν αποκλείει την επιβολήν πειθαρχικής χρηματικής ποινής συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 2 του παρόντος Νόμου. 3.Δια την επιβολήν της ποινής εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος Νόμου. Άρθρ.4.-(Άρθρ. 2 Νόμ. 499/1947). 1.Κατά των αποφάσεων των Λιμενικών Αρχών δι’ ων επιβάλλεται πρόστιμον μέχρι δραχ. 100.000 επιτρέπεται ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκου του τόπου ένθα έλαβεν χώραν η παράβασις, κατά των αποφάσεων δε δι’ ων επιβάλλεται μείζον πρόστιμον η ανακοπή ασκείται ενώπιον του Προέδρου των Πρωτοδικών της ιδίας περιφερείας. Το ανωτέρω ποσόν των 100.000 δραχμών αναπροσαρμοσθέν ηυξήθη εις δραχ. 300 νέας εκδόσεως δια του άρθρ. 2 Β.Δ. της 4/25 Σεπτ. 1956 (κατωτ. αριθ. 6) 2.Η ανακοπή ασκείται δια καταθέσεως κατά τας διατάξεις Πολιτικής Δικονομίας, εν αμφοτέραις ταις περιπτώσεσιν, εντός προθεσμίας τριών ημερών από της κοινοποιήσεως, ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησιν εντός 24 ωρών από της καταθέσεως, η δε απόφασις εκδίδεται εντός ετέρων τριών το πολύ ημερών από της συζητήσεως. 3.Αι αποφάσεις αύται είναι αμετάκλητοι και εκτελούνται επιμελεία της Λιμενικής Αρχής κατά τας διατάξεις του Νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. 4.Μη ασκουμένης εμπροθέσμου ανακοπής κατ’ αποφάσεως της Λιμενικής Αρχής, αύτη αποτελεί τίτλον διοικητικής εκτελέσεως κατά τον Νόμον περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. 5.Μέχρι της εισπράξεως των ανωτέρω προστίμων ο Λιμενάρχης δύναται να παρεμποδίση τον απόπλουν του πλοίου εφ’ όσον παραβάτης τυγχάνει ο Κυβερνήτης ή Πλοίαρχος αυτού, εκτός αν ήθελε γίνει παρακατάθεσις του ποσού του προστίμου. 20.Β.δ.5 Πειθαρχική Εξουσία Λιμενικών Αρχών Άρθρ.5.-(Άρθρ. 3 Νόμ. 499/1947). Δια Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργ. των Οικονομικών και των αρμοδίων κατά τον παρόντα Νόμον Υπουργών, δύνανται να προσαρμόζωνται ή και αυξομειώνται αι υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπόμεναι δικαστικαί ή πειθαρχικαί χρηματικαί ποιναί αι αφορώσαι την τήρησιν κανόνων τάξεως και πειθαρχίας εις τους λιμένας και τα πλοία διαλαμβανόμεναι εις το από 15.12.1836 Δ/μα «Περί Αστυνομίας της Εμπορικής Ναυτιλίας», το Ν. Δ/γμα της 13.12.1923 «περί Ποινικού Πειθαρχικού Κώδικος του Εμπορικού Ναυτικού» ως ούτος ισχύει, το από 4.9.1925 Δ/γμα «περί Επιθεωρήσεως Εμπορικών πλοίων», τον Νόμ. 6059/1935 του Α.Ν. 2078/1939, ως και τον παρόντα Νόμον. Δια την πρόκλησιν των εν τη προηγουμένη παραγράφω Δ/των αρμόδιοι Υπουργοί είναι προκειμένου περί δικαστικών ποινών ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Εμπορικής Ναυτιλίας, προκειμένου δε περί πειθαρχικών χρηματικών ποινών ο Υπουργός της Εμπορικής Ναυτιλίας, εξαιρέσει της περιπτώσεως του Α. Νόμ. 2078/1939 δι’ ην απαιτείται και η προσυπογραφή του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας. Εις τον αυτόν επί της Εμπορικής Ναυτιλίας Υπουργόν ανατίθεμεν την δημοσίευσιν και εκτέλεσιν του παρόντος Β.Δ/τος.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.