📄 Κείμενο νόμου
5. ΕΓΓΡΑΦΟΝ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΙΚΑ Αριθ. 100226 της 27 Ιαν. 1954 Περί της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως υπό οργάνων του Ι.Κ.Α. και αμοιβής δικαστικών κλητήρων. Κοινοποιούμεν εις υμάς κατωτέρω την από 10.12.53 (συνεδρ. 58η) απόφασιν της Επιτροπής Διοικήσεως του Ιδρύματος, ως και την υπ’ αριθ. 34900/1277, 36855/1336/53 γνωμοδότησιν της παρ’ ημίν Νομικής Υπηρεσίας, προς γνώσιν και ακριβή προς ταύτας συμμόρφωσιν υμών. Απόφασις Επιτροπής Διοικήσεως συνεδρ. 58/10.12.53 Η Επιτροπή Διοικήσεως επί της υπ αριθ. 40492/8080 εισηγήσεως του Ασφαλιστικού Κλάδου, αποφασίζει ομοφώνως: Αποδέχεται τας υπ αριθ. 34900/1277 και 36855/1336/9.7.53 γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας του Ιδρύματος περί αμοιβής δικαστικών κλητήρων κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρ. 1 παρ. 3 του Ν. 2097/52 και κατά την διαδικασίαν της αναγκαστικής εκτελέσεως υπό οργάνων του, πλην του σημείου εις ο η Νομική Υπηρεσία εισηγείται την αύξησιν της αμοιβής των δικαστικών κλητήρων. Γνωμοδότησις Νομικής Υπηρεσίας Διοικήσεως ΙΚΑ υπ’ αριθ. 34900/1277 – 36855/1336/9.7.53. Συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρ. 27 παρ. 3, 4 και 6 του Α.Ν. 1846/51 περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αι συμφώνως προς τούτον απαιτήσεις του Ι.Κ.Α. εκ καθυστερουμένων εισφορών, προσθέτων τελών ή επαυξήσεων των εισφορών εισπράττονται δια του υπό του Ν.Δ. 1338/42 προβλεπομένου Δημοσίου Ταμείου Εσόδων του Ι.Κ.Α. ή των αρμοδίων Δημοσίων Ταμείων ή των αρμοδίων υπηρεσιών του Ι.Κ.Α., κατά τας διατάξεις κανονισμού, εφαρμοζομένων των διατάξεων του νόμου περί εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Ν.Ε.Δ.Ε.). Ως τίτλοι δε δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν των εν λόγω απαιτήσεων, χρησιμεύουσι καταστάσεις οφειλετών. Εν περιπτώσει δε εισπράξεως των απαιτήσεων τούτων δια πλειστηριασμού ή αναγγελίας εις πτώχευσιν, η κατάταξις αυτών γίνεται προνομιακώς μετά των απαιτήσεων της παρ. 4 του άρθρ. 940 της Πολιτικής Δικονομίας. Μη εκδοθέντος δε του υπό της ως άνω διατάξεως του άρθρ. 27 του Α.Ν. 1846/51 προβλεπομένου κανονισμού, συμφώνως προς το άρθρον 60 του αυτού νόμου, ισχύει ο υπάρχων σχετικός Κανονισμός υπαγωγής εις την ασφάλισιν και εισπράξεως εισφορών, όστις δια του άρθρ. 36 αυτού προβλέπει και ειδικώς περί της εισπράξεως και των καθυστερουμένων εισφορών κατά τας διατάξεις του Ν.Ε.Δ.Ε., τίτλον βεβαιώσεως των οποίων αποτελούσι καταστάσεις οφειλετών υπογραφόμεναι υπό του Διευθυντού εκάστου Υποκαταστήματος, όστις, εκ των διατάξεων του εν λόγω Κανονισμού, εν συνδυασμώ και προς την διάταξιν του άρθρ. 2, στοιχ. α΄ αριθ. 1, 3 και 5 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητος και Διαδικασίας απονομής παροχών, είναι το αρμόδιον όργανον δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν των περί ων πρόκειται απαιτήσεων του Ι.Κ.Α., μετά τον Ν. 2097/52 εξαιρέσει των Διευθυντών των Υποκαταστημάτων Αθηνών – Πειραιώς, τα έσοδα των οποίων θέλουσιν εξακολουθήσει να εισπράττωνται υπό του ειδικώς κατά τα άνω συσταθέντος Δημοσίου Ταμείου Εσόδων του Ι.Κ.Α. (οράτε και υπ’ αριθ. 177/52, εγκύκλιον Γεν. Δ/νσεως του Ι.Κ.Α.). Εφ' όσον πρόκειται ήδη να εφαρμοσθή υπό του Ι.Κ.Α. η διάταξις του άρθρ. 1 παρ. 1 του Ν. 2097/52 (Ε.Κ.Τ.Α. Φ. 113), καθ' ην όπου κατά τας κειμένας διατάξεις ως αι ανωτέρω εν σχέσει προς το Ι.Κ.Α., επιτρέπεται η είσπραξις των εσόδων Δήμων, Κοινοτήτων και Νομικών Προσώπων, κατά τας διατάξεις του Ν.Ε.Δ.Ε., νοείται ότι η είσπραξις τούτων θα ενεργείται δι' ιδίων οργάνων, εν συνδυασμώ προς την διάταξιν της παρ. 3 του αυτού άρθρου, καθ' ην εφεξής η προς είσπραξιν των προς τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, εξαιρέσει των Δήμων και Κοινοτήτων, απαιτητών οφειλών, αναγκαστική εκτέλεσις περιορίζεται εις την χρήσιν των κάτωθι μέτρων ασκουμένων δια των ιδίων αυτών οργάνων κατά τας διατάξεις του Ν.Ε.Δ.Ε., τουτέστιν, α)αναγκαστικής κατασχέσεως κινητών πραγμάτων εις χείρας του οφειλέτου, β)ομοίως απαιτήσεων ή κινητών πραγμάτων του οφειλέτου εις χείρας τρίτου και γ)ομοίως ακινήτου περιουσίας του οφειλέτου, εν τοιαύτη περιπτώσει, τα κατά τα άνω αρμόδια προς είσπραξιν και βεβαίωσιν, των περί ων πρόκειται απαιτήσεων, όργανα του Ι.Κ.Α. άμα τη κατά τας προμνημονευθείσας διατάξεις βεβαιώσει αυτών, θέλουσι προβαίνει περαιτέρω εις την κατά τα άνω αναγκαστικήν εκτέλεσιν, συμμορφούμενα, κατά λόγον εκάστης των ανωτέρω περιπτώσεων αναγκαστικής κατασχέσεως, προς τας σχετικάς διατάξεις του Ν.Ε.Δ.Ε. και ειδικώτερον τας διατάξεις των άρθρων αυτού 4, προβλέποντος περί ατομικών προσκλήσεων των οφειλετών, 12, 13 και επ. και 36 και επόμενα. α)Ως προς τας αμοιβάς των χρησιμοποιουμένων κατά το στάδιον της ως άνω και κατά τας διατάξεις του Ν.Ε.Δ.Ε. διοικητικής εκ μέρους του Δημοσίου εκτελέσεως, αύται προβλέπονται και καθορίζονται υπό της διατάξεως του άρθρ. 70 του Ν.Ε.Δ.Ε. εις ποσόν έλασσον των επί της κοινής εκτελέσεως οριζομένων δι’ αποφάσεων του Υπουργού της Δικαιοσύνης νομίμων δικαιωμάτων αυτών. Τα υπό της ιδίας ως άνω διατάξεως προβλεπόμενα εν λόγω μειωμένα δικαιώματα, αναπροσηρμόσθησαν και καθωρίσθησαν δια της υπ’ αριθ. 153088/ 111/54 της 29.6.49 αποφάσεως του Υπουργού (Αντί της σελ. 134,01) Σελ. 134,01(α) 119–51 Εκτέλεση 15Β.Γ.γ.5 Οικονομικών (Ε.Κ. τεύχ. Β΄ φ. 112 της 19.7.49), ήτις εκοινοποιήθη προς τους Διευθυντάς Ταμείων και Τελωνείων του Κράτους δια της υπ’ αριθ. 10/50 εγκυκλίου Διαταγής του Υπουργού Οικονομικών (Γεν. Δ/νσις Δημ. Λογιστικού). Τα ανωτέρω δε δικαιώματα είναι καταβλητέα και εκ μέρους του Ι.Κ.Α. εκ του λόγου ότι συμφώνως προς την διάταξιν του άρθρ. 19 παρ. 1 του Α.Ν. 1846/51 τούτο απολαύει, πλην άλλων, και πάντων των δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών προνομίων του Δημοσίου, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον. β)Όσον δ’ αφορά την λόγω της καταβολής των άνω μειωμένων δικαιωμάτων προς τους δικαστικούς κλητήρας, άρνησιν ή και αποφυγήν αυτών προς ενέργειαν των πράξεων της ως άνω εκτελέσεως, αύτη, εφ’ όσον είναι αδικαιολόγητος, προδήλως συνιστά παράβασιν καθήκοντος, πόσω μάλλον αφού ούτοι δεν δύνανται ή να αναλαμβάνωσι την ενέργειαν τοιαύτης εκτελέσεως επισπευδομένης υπό του Δημοσίου δια των Διευθυντών των Δημοσίων Ταμείων, οίτινες, ως γνωστόν, χρησιμοποιούσι συνήθως ωρισμένον κλητήρα εις ον αναθέτουσιν απάσας τας υπ’ αυτών επισπευδομένας εκτελέσεις, τουθ' όπερ φρονούμεν ότι θα ηδύναντο να πράττωσι και τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α.. Δεν παραλείπομεν δε να προσθέσωμεν ότι, εν περιπτώσει αδικαιολογήτου της τοιαύτης αρνήσεως των κλητήρων θα ηδύνατο να προκληθή και η επέμβασις του αρμοδίου κατά τόπον Εισαγγελέως και γενικώτερον έτι και η έκδοσις σχετικής Εγκυκλίου Διαταγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ως αρμοδίου προς τούτο. Οπωσδήποτε όμως, το αδικαιολόγητον ή μη, της τοιαύτης αρνήσεως των κλητήρων, εν εκάστη συγκεκριμένη περιπτώσει, εξαρτάται εκ της εκτάσεως της εν γένει εργασίας των, ην σημειωτέον ασκούσιν ούτοι ελευθέρως και της εν γένει απασχολήσεως αυτών εν τη περιφερεία εν η ασκούσι τα καθήκοντά των και εντεύθεν λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι δια τους λόγους τούτους δεν δύναται να καθορισθή εκ των προτέρων, η αποτελεσματικότης των ανωτέρω ενεργειών κατά των αρνουμένων κλητήρων και ότι οπωσδήποτε η άρνησις τούτων, είναι δυνατόν να δημιουργήση καθυστερήσεις περί την πραγματοποίησιν και διασφάλισιν των σχετικών απαιτήσεων του Ι.Κ.Α., απόκειται εις το Διοικ. Συμβούλιον, όπως εν όψει πάντων των ανωτέρω, αποφασίση περί της καταβολής προς τους δικαστικούς κλητήρας, των κατά τα άνω μειωμένων δικαιωμάτων της κατά Ν.Ε.Δ.Ε. διοικητικής εκτελέσεως εκ μέρους του Δημοσίου, ή των τοιούτων της κοινής εκτελέσεως των καθοριζομένων υπό των εκάστοτε ισχυουσών αποφάσεων του Υπουργού της Δικαιοσύνης. Σελ. 134,02(α) 119-52 Επί τούτοις κρίνομεν αναγκαίον να προσθέσωμεν, ότι κατά την πρώτην εφαρμογήν των ανωτέρω μέτρων και μέχρις εξοικειώσεως προς ταύτην των αρμοδίων οργάνων του ΙΚΑ, δεν θα ήτο άσκοπον όπως ταύτα, εφ’ όσον έκρινον τούτο αναγκαίον, συμβουλεύωνται σχετικώς, τους Διευθυντάς των κατά τόπους Δημοσίων Ταμείων, λόγω της εμπειρίας αυτών περί την εφαρμογήν των εν λόγω μέτρων.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.