← Ελλάδα

37. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ της 18/21 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Α' 146) Περί δημοσιεύσεως διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του Κώδικος περί οργανώσεως τω

Εν συντομία

Αυτή η απόφαση αφορά τη δημοσίευση του Κώδικα οργάνωσης των υπηρεσιών της Βουλής και της κατάστασης του προσωπικού της, με ειδική αναφορά στις αποδοχές και τη συνταξιοδότηση των υπαλλήλων.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
37. ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ της 18/21 Ιουν. 1980 (ΦΕΚ Α' 146) Περί δημοσιεύσεως διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του Κώδικος περί οργανώσεως των υπηρεσιών της Βουλής και καταστάσεως του Προσωπικού αυτής (Μέρος Β'-ΠροσωπικόνΒουλής). Με την περ. β παρ. 1 άρθρ. 158 της με αριθ. 1737/10-10 Απρ. 1997 (ΦΕΚ Α΄51) αποφ. Προεδ. Βουλής, κατωτ. αριθ. 78, καταργήθηκε το Β΄Μέρος του Κανονισμού της Βουλής (ΦΕΚ Α΄146/1980), όπως τροποποιήθηκε & συμπληρώθηκε, με εξαίρεση διατάξεις, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με την ίδια 1737/1998 Αποφ. (βλέπε άρθρ. 157 αυτής) ή παραπέμπει σ’ αυτές ο Κανονισμός αυτός & διατάξεις ,που αναφέρονται σε θέματα Βουλευτών & τέως Βουλευτών. Επίσης βλέπε & άρθρ. 84, 91 & 92 που διατηρήθηκαν σε ισχύ από τα άρθρ. 100 & 115 ιδίας αποφ. Προεδ. Βουλής 1737/1997. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ΄ ΑΠΟΔΟΧΑΙ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Άρθρον 84. Για τη διατήρηση των παρ. 1, 4 & 5 βλέπε άρθρ. 88 της 1737/10-10 Απρ. 1997 (ΦΕΚ Α΄51), αποφ. Προεδ. Βουλής, κατωτ. αριθ. 78. 1.Ο βασικός μισθός των υπαλλήλων της Βουλής είναι ίσος προς τον εκάστοτε καθοριζόμενον δια τους ομοιοβάθμους των δημοσίους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, «προσαυξημένος κατά ποσοστόν είκοσι πέντε τοις εκατόν». Η μέσα στα « »τελευταία διάταξη, προστέθηκε από το πρώτο εδάφιο παρ. 2 άρθρ. 1 της 196/12-15 Ιαν. 1990 (ΦΕΚ Α΄ 4) απόφ. της Βουλής. 4(2).Αι εκάστοτε δια νόμων ή αποφάσεων χορηγούμεναι προσαυξήσεις ή επιδόματα εις τους δημοσίους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους καταβάλλονται και εις το προσωπικόν της Βουλής. 5(3).Κατά τα λοιπά έχουν εφαρμογήν αι εκάστοτε ισχύουσαι αντίστοιχοι διατάξεις περί των αποδοχών των δημοσίων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως υπο του παρόντος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ' Άρθρον 91. Συνταξιοδότησις Προσωπικού. 1.Αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί απονομής συντάξεως εις τους δημοσίους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους έχουν εφαρμογήν και διά τους υπαλλήλους της Βουλής, εκτός αν άλλως ορίζεται υπό του παρόντος. «Στο άρθρ. 9 παρ. 2 του Π.Δ. 1041/1979 όπως ισχύει, για τον προσδιορισμό του συντάξιμου μισθού επανατίθεται σε ισχύ τα εδάφ. Ε', ΣΤ' και Ζ' του άρθρου 137 της απόφασης της Ολομέλειας της Βουλής που είχε ληφθεί στην συνεδρίαση ΠΕ' της 31 ης Μαΐου 1927 και παρά την εκάστοτε εφαρμογή της καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, το δικτατορικόν καθεστώς της 21 ης Απρ. κατάργησε την απόφαση τούτη της Ολομέλειας της Βουλής με το άρθρ. 3 παρ. 1 του Α.Ν. 377/1968. Οι διατάξεις τούτες, πλην εκείνων που αφορούν στον ελάχιστο χρόνο θεμελιωτικής συντάξιμης υπηρεσίας, εφαρμόζονται με υπολογισμό σε τριακοστά πέμπτα σε όλους τους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους της Βουλής, χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα για καταβολή αναδρομικής διαφοράς συντάξεων. Σε κάθε περίπτωση στην έννοια του μισθού συμπεριλαμβάνεται και η προσαύξηση του επιδόματους χρόνου υπηρεσίας. 2.Το άρθρ. 159 παρ. 1, 3, 5 και 9 του προαναφερομένου μέρους του Κανονισμού της Βουλής, σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του νόμ. 1476/1984, εφαρμόζεται και στο προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος με σχέση ιδιωτικού δικαίου σε θέσεις προβλεπόμενες από το προαναφερόμενο μέρος του Κανονισμού». Η μέσα στα « » άνω διάταξη προστέθηκε από την απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων της 25/25 Απρ. 1989 (ΦΕΚ Α' 101). Με το άρθρ. 13 της 2449/28-30 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α' 82) (διόρθ. σφαλμ. στο ΦΕΚ Α' 78/305-1991) αποφ. Προέδρου της Βουλής, κατωτ. αριθ. 58, ορίστηκε ότι: (Αντί για τη σελ. 192,687(β) Σελ 192,687(γ) Τεύχος 1319 Σελ. 91 Βουλή 1.Ζ.δ.35-37 α)Η αληθής έννοια της διάταξης που προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρ. 91 του Κανονισμού της Βουλής (Μέρος Β'–Προσωπικό), με την από 20 Απρ. 1989 ομόφωνη απόφαση της Βουλής (ΦΕΚ 101/Α/25.4.1989, είναι ότι « Η σύνταξη των υπαλλήλων της Βουλής προσαυξάνεται κατά ½ τριακοστό πέμπτο για κάθε έτος υπηρεσίας από του 20ου μέχρι του 25ου, κατά ένα τριακοστό πέμπτο από του 26ου μέχρι του 30ου και κατά δύο τριακοστά πέμπτα πέρα του 30ου έτους, μη δυναμένη πάντως να υπερβή τα 35/35 ή τις αποδοχές που λαμβάνει τον τελευταίο εν ενεργεία μήνα ο εις σύνταξιν δικαιούμενος. Όθεν διά του συνυπολογισμού της ως άνω προσαυξήσεως όσοι των υπαλλήλων συμπληρώνουν τα 35/35 της συντάξεως δύνανται του λοιπού τη αιτήσει των να αποχωρούν της υπηρεσίας και να λάβουν πλήρη σύνταξη ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας εξόδου, δεδομένου ότι η ερμηνευομένη διάταξη μόνη προϋπόθεση θέτει να έχουν συμπληρώσει τον κατά τις κείμενες διατάξεις ελάχιστο χρόνο θεμελιωτικής συντάξιμης υπηρεσίας. Κατά τα λοιπά εξακολουθεί ισχύουσα η από 20.4.1989 απόφαση της Βουλής καθ' ο μέρος δεν έρχεται σε αντίθεση με την ως άνω αληθή της έννοια» β) Η παραπάνω διάταξη συμπληρούται ως εξής «Κεκτημένα δικαιώματα πρόωρης συνταξιοδότησης δεν θίγονται αλλά ως προς το όριο ηλικίας εξόδου και λήψεως της συντάξεως για την περίπτωση αυτήν εφαρμόζονται οι από της 17-10-1990 ισχύουσες περί δημοσίων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων διατάξεις». γ) Αδιακρίτως κλάδου και κατηγορίας, σε όσους αποχωρούν της υπηρεσίας λόγω αυτοδικαίας απολύσεως συνεπεία συμπληρώσεως του κατά τις κείμενες διατάξεις ανωτάτου ορίου ηλικίας ή κατόπιν αιτήσεως των μετά την συμπλήρωση τριάντα δύο πλήρων ετών πραγματικής συνταξίμου υπηρεσίας χορηγείται, δι' αποφάσεως του Προέδρου της Βουλής, εκδιδομένης ένα μήνα προ της αποχωρήσεως, προσαύξηση δέκα τοις εκατό επί του εκάστοτε καταβαλλομένου για τους υπαλλήλους της Βουλής βασικού μισθού. Η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται επί του κατά τα άνω βασικού μισθού που λαμβάνει ο εις έξοδον δικαιούμενος και ανακαλείται σε περίπτωση ανακλήσεως της αιτήσεως παραιτήσεως. Σελ. 192,688(γ) Τεύχος 1319 Σελ. 92 δ) Στους υπηρετούντες κατά τη δημοσίευση του παρόντος επί βαθμώ 3ω–2ω υπαλλήλους των Κλάδων ΑΤ1, ΑΤ2 και ΑΤ3, εφ' όσον αποχωρούν της υπηρεσίας, κατόπιν αιτήσεώς των, μετά τη συμπλήρωση τριάντα δύο τουλάχιστον ετών πραγματικής δημοσίας υπηρεσίας χορηγείται, δι' αποφάσεως του Προέδρου της Βουλής, εκδιδομένης ένα μήνα προ της αποχωρήσεως, ο μισθός του Αναπληρωτού Γενικού Διευθυντού και επί τη αποχωρήσει και ο βαθμός του μισθού που λαμβάνουν. Στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή η περί προσαύξησης προηγούμενη παράγραφος, ισχύει όμως το ανέκλητο της παραίτησης. ε) Οι ήδη υπηρετούντες υπάλληλοι της Βουλής μπορούν, ύστερα από αίτησή τους, να αναγνωρίσουν ως χρόνο πραγματικής δημοσίας υπηρεσίας το χρόνο κράτησης, φυλάκισης ή εκτόπισης στο εσωτερικό, καθώς και το χρόνο αναγκαστικής παραμονής στο εξωτερικό λόγω της αντιδικτατορικής τους δράσης, κατά το χρονικό διάστημα από 21 Απριλ. 1967 έως 24 Ιουλ. 1974. Η κρίση περί του αν τα προσαγόμενα παρά του αιτούντος έγγραφα προσδίδουν σ' αυτόν την παραπάνω ιδιότητα, ανήκει ανέκκλητα στην Επιτροπή Κανονισμού της Βουλής. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος προσμετράται και συνυπολογίζεται για κάθε περίπτωση πλην του δικαιώματος απόληψης αναδρομικών αποδοχών. Ο ίδιος χρόνος αναγνωρίζεται και ως χρόνος ασφάλισης στα Ταμεία Επικουρικής Ασφάλισης, Τ.Α.Υ.Β. και Πρόνοιας με καταβολή του συνόλου των εισφορών από τους ενδιαφερόμενους κατά τις κείμενες διατάξεις. 1.Ζ.δ.37 Βουλή 2.Αι εις τους πολιτικούς συνταξιούχους του Δημοσίου παρεχόμεναι αυξήσεις, προσαυξήσεις ή επιδόματα εν γένει, παρέχονται αυτοδικαίως και εις τους συνταξιούχους υπαλλήλους της Βουλής. «3.Μισθός διά τον κανονισμόν συντάξεως του Γενικού Διευθυντού και των Αναπληρωτών Γενικών Διευθυντών είναι ο εκάστοτε μισθός των παρ. 2 και 3 του άρθρ. 84». Η παρ. 3 προστέθηκε από την παρ. 3 άρθρ. 11 της 2449/28-30 Μαΐου 1991 (ΦΕΚ Α΄82) (Διορθ. σφαλ. στο ΦΕΚ Α' 78/30-5-1991) αποφ. Προέδρου της Βουλής, κατωτ. αριθ. 58. Άρθρον 92. Ταμείον Αρωγής. 1.Διατηρείται εν ισχύι το άρθρον 131 του Κανονισμού της Βουλής. 2.Τα επιβαλλόμενα εις βάρος των υπαλλήλων της Βουλής πρόστιμα περιέρχονται εις το Ταμείον Αρωγής αυτών και εν ελλείψει τούτου εις τον Προϋπολογισμόν της Βουλής.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.