📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ 4112 της 20 Μαρτ./1 Απρ. 1929 Περί συστάσεως υποθήκης επί μηχανικών ή άλλων εγκαταστάσεων. Ο Νόμ. 4112/1929 διετηρήθη εν ισχύϊ δια του άρθρ. 52 περίπτ. 19 του Εισαγ. Νόμου Κώδ. Πολιτ. Δικον. Β.Δ. 657/1971 (τόμ. 10 σελ. 151). Υπ’ όψιν και το Ν.Δ. 4001/1959 περί διατάξεών τινων αναφερομένων εις την εμπράγματον ασφάλειαν κλπ. (τόμ. 12 σελ. 120,7). ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ Τυγχάνει γνωστόν ότι εις των λόγων οι οποίοι παρεμποδίζουσι την ανάπτυξιν της εγχωρίου βιομηχανίας είναι και η έλλειψις επαρκών και ευθυνών κεφαλαίων. Η έλλειψις αύτη δεν δύναται να αναπληρωθή υπό των εκ μέρους ενίων Τραπεζών χορηγουμένων βραχυπροθέσμων πιστώσεων, καθόσον τα χορηγούμενα προς βιομηχάνους δάνεια δέον να είναι όσον το δυνατόν μακροπρόθεσμα και χρεωλυτικά, ως εκ της φύσεως της βιομηχανικής επιχειρήσεως, ανεξαρτήτως της ευθηνίας του τόκου. Δια του παρόντος νομοσχεδίου επιδιώκεται η ανάπτυξις προ παντός της μακροπροθέσμου βιομηχανικής πίστεως της χορηγουμένης υπό των Τραπεζών ή και των ιδιωτών, αδιακρίτως. Αι ειδικαί διατάξεις του νομοσχεδίου τούτου επιδιώκουσι: 1)Επέκτασιν της υποθήκης και επί των μηχανημάτων του εργοστασίου, των οποίων η αξία πάντοτε σχεδόν είναι ανωτέρα της αξίας του εν ω ταύτα οικοδομήματος. Είναι αληθές ότι ο νόμος περί διακρίσεως κτημάτων φαίνεται δεχόμενος ότι τα μηχανήματα του εργοστασίου, εφ’ όσον εισί συμπεπηγμένα τω οικοδομήματι, αποτελούσι προσαύξημα αυτού, και συνεπώς θα έπρεπε να δεχθή τις ότι επεκτείνεται και επί τούτων η επί του οικοδομήματος υποθήκη. Αλλ’ επειδή η λύσις αύτη προεκάλεσεν αρχήθεν αμφιβολίας εις τους ερμηνευτάς, καθόσον η αφαίρεσις των μηχανημάτων είναι ευχερής, δια τον λόγον τούτον οι δανεισταί δεν εθεώρησαν μέχρι τούδε εξασφαλιστικήν δια τα συμφέροντά των την επί των μηχανημάτων υποθήκην. 2)Απαγόρευσιν της άνευ προηγουμένης συναινέσεως του δανειστού εκποιήσεως, αποκαθηλώσεως, ή μεταφοράς των μηχανημάτων, υπό όρους επιτρέποντας αφ’ ετέρου την ακώλυτον χρήσιν των μηχανημάτων υπό του οφειλέτου βιομηχάνου. 3)Αλληλέγγυον ευθύνην των κληρονόμων του οφειλέτου, εφ’ όσον ήθελον συνεχίσει την βιομηχανίαν του εκλιπόντος, χρησιμοποιούντες το υπέγγυον εργοστάσιον. Δια των προσθέτων τούτων εξασφαλιστικών μέτρων νομίζομεν ότι θα διευκολυνθή η διάθεσις κεφαλαίων εις βιομηχανικάς επιχειρήσεις εκ μέρους των Τραπεζών ή και ιδιωτών των μακροπροθέσμων δανείων και με μικρότερον σχετικώς τόπον. Πρόκειται περί στοιχειώδους μέτρου, επιβαλλομένου μάλιστα νυν, προς διευκόλυνσιν της εισαγωγής ξένων κεφαλαίων και μειώσεως του τόκου, όστις παρ’ ημίν κατά τα τελευταία έτη ανήλθεν εις ύψη δυσθεώρητα και καθιστά προβληματικήν την προαγωγήν της βιομηχανίας και του εμπορίου. Δια τους λόγους τούτους λαμβάνομεν την τιμήν να υποβάλωμεν το κατωτέρω σχέδιον νόμου και να παρακαλέσωμεν την Βουλήν ίνα κυρώση τούτο δια της ψήφου της. Άρθρον 1 1.Δια την ασφάλειαν του δανείου ή άλλης πιστώσεως, παρεχομένων εις βιομηχανικάς ή άλλας επιχειρήσεις, χρησιμοποιούσας μονίμους μηχανικάς ή άλλας εγκαταστάσεις επιτρέπεται η σύστασις υποθήκης, εκτός του οικοδομήματος, και επί των εν αυτώ μηχανημάτων, εγκαταστάσεων, και λοιπών προσαυξημάτων, συμπεπηγμένων τω οικοδομήματι ή τω εδάφει αυτού είτε εγκτατεστημένων ή μονίμως εντεθειμένων αυτοίς. 2.Ευθύς ως τα μηχανήματα και αι λοιπαί εγκαταστάσεις εμπαγούν ή εντεθούν εις το οικοδόμημα ή το έδαφος, κατά τα ανωτέρω, παν επ’ αυτών προϋπάρχον δικαίωμα οιασδήποτε φύσεως αποσβέννυται αυτοδικαίως, δεν δύναται δ’ εφεξής ν’ αποτελέσωσιν αντικείμενον ιδίων και κεχωρισμένων από των επί του οικοδομήματος ή του εδάφους δικαιωμάτων. Με την παρ. 2 άρθρ. 4 Νόμ. 1665/19 Νοεμ. – 4 Δεκ. 1986 (ΦΕΚ Α΄ 194), (Τόμ. 12, σελ. 86,41) ορίστηκε ότι η άνω διάταξη της παρ. 2 δεν εφαρμόζεται στις εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης. 3.Η εγγραφείσα υποθήκη δεν επεκτείνεται επί των κινητών και εργαλείων, τα οποία, κατά την συνήθη πείραν και προς εκτέλεσιν του προορισμού των, ευρίσκονται εις διαρκή και ελευθέραν μετακίνησιν εν τω εργοστασίω. (Αντί για τη σελ. 287(α) Σελ. 287(β) Τεύχος Η122-Σελ. 7 Υποθήκη μηχανικών εγκαταστάσεων 7.Δ.β.1 Άρθρον 2 1.Η απόκτησις και απώλεια του κατά το προηγούμενον άρθρον υποθηκικού δικαιώματος γίνεται κατά τας διατυπώσεις και τους όρους του νόμου της 11 Αυγούστου 1836 «περί υποθηκών», ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια μεταγενεστέρων νόμων, επεκτείνεται δε η υποθήκη κατόπιν συμπληρωματικής εγγραφής και επί παντός μηχανήματος ή άλλου προσαυξήματος εισαγομένου βραδύτερον εις το εργοστάσιον και πληρούντος τους όρους της παραγράφου 1 του άρθρου 1. 2.Η ισχύς του νομοθετικού διατάγματος της 17 Ιουλίου 1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», διατηρείται ακεραία. Άρθρον 3 1.Ο οφειλέτης υποχρεούται να διατηρή εν καλή καταστάσει, ευθυνόμενος δια την εν τοις ιδίοις επιμέλειαν, επί πλέον δε υποχρεούται να έχη ασφαλίσει τα ενυπόθηκα εκ του κινδύνου της πυρκαϊάς. Εν εναντία περιπτώσει ο δανειστής δικαιούται να συνάψη την ασφάλειαν, καταλογίζων την δαπάνην ως προνομιούχον εις την όλην απαίτησιν αυτού, μετά των νομίμων τόκων. Κατά πάσαν περίπτωσιν δύναται να ενασκήση τα εκ του άρθρου 30 του περί υποθηκών νόμου δικαιώματα. Όσον αφορά τους λοιπούς κινδύνους, η ασφάλεια είναι προαιρετική. 2.Η καταβολή της ασφαλείας προ της εξοφλήσεως των ενυποθήκων δανειστών δεν επιφέρει απόσβεσιν της απαιτήσεως κατά του ασφαλιστού. Άρθρον 4 1.Απαγορεύεται προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του δανείου η αποκαθήλωσις ή αφαίρεσις και εκποίησις των μηχανημάτων και λοιπών εγκαταστάσεων, εκτός αν εις τούτο συνήνεσε προηγουμένως και εγγράφως ο δανειστής. Κατά τα λοιπά η προς εξυπηρέτησιν της παραγωγής του εργοστασίου χρήσις των μηχανημάτων είναι ακώλυτος. 2.Απαγορεύεται επίσης, προ της ολοσχερούς εξοφλήσεως του δανείου, η εκποίησις ή εκμίσθωσις της βιομηχανικής επιχειρήσεως, ή η κατ’ άλλον τρόπον παραχώρησις της εκμεταλλεύσεως αυτής εις τρίτους, πλην αν συνήνεσεν εις τούτο προηγουμένως ο δανειστής. 3.Η παραβίασις των απαγορεύσεων των εδ. 1 και 2 συνεπάγεται αυτοδικαίως την απόλυτον ακυρότητα της δικαιοπραξίας, ο δε υπαίτιος τιμωρείται, εγκλήσει του δανειστού, δια χρηματικής ποινής μέχρι δρχ. 50.000 ή δια φυλακίσεως μέχρις έξ μηνών. Σελ. 288(β) Τεύχος Η122 –Σελ. 8 Άρθρον 5 Τα υπό του παρόντος νόμου προστατευόμενα βιομηχανικά δάνεια ή πιστώσεις καθίστανται απαιτητά και προ της λήξεως αυτών εκτός των υπό του νόμου ή της συμβάσεως οριζομένων περιπτώσεων, και εις τας εξής περιπτώσεις: α)Επί διακοπής επί έξ μήνας της επιχειρήσεως. Η διάταξις αύτη δεν ισχύει επί επιχειρήσεων αίτινες κατά την συνήθη πείραν, διακόπτουσι τας εργασίας των εις ωρισμένην εποχήν του έτους. β)Εάν ο οφειλέτης αποσύρη ή αντικαταστήση, ή μεταφέρη εκτός του οικοδομήματος ή αποκαθηλώση μέρος ή το όλον των υπεγγύων άνευ της κατά το άρθρον 4 συναινέσεως του δανειστού. γ)Εν περιπτώσει εκποιήσεως ή εκμισθώσεως της επιχειρήσεως ή κατ’ άλλον τρόπον παραχωρήσεως αυτής εις τρίτους άνευ προηγουμένης εγγράφου συναινέσεως του δανειστού. Άρθρον 6 1.Εν περιπτώσει συνεχίσεως των εργασιών της επιχειρήσεως εκ μέρους των κληρονόμων ή κληροδόχων του αρχικού οφειλέτου, ούτοι καθίστανται αυτοδικαίως μεταξύ των αλληλεγγύως υπόχρεοι δια την πληρωμήν του δανείου. 2.Εν περιπτώσει μεταβιβάσεως των υπεγγύων ή και όλης της επιχειρήσεως συνεπεία πράξεως εν ζωή, συνεπαγομένης ειδικήν διαδοχήν, τότε, εκτός των λοιπών νομίμων συνεπειών, τόσον ο μεταβιβάσας όσον και ο προς ον η μεταβίβασις καθίστανται αυτοδικαίως αλληλεγγύως υπόχρεοι εις την πληρωμήν του δανείου, εκτός αν άλλως συνεφωνήθη μετά του δανειστού. Άρθρον 7 Αι διατάξεις του περί υποθηκών νόμου εξακολουθούσιν ισχύουσαι εφ’ όσον δεν μεταβάλλονται δια του παρόντος. Άρθρον 8 Δια διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει των υπουργών της Εθνικής Οικονομίας και Δικαιοσύνης, καθορίζονται αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής του παρόντος νόμου. 7.Δ.β.1 Υποθήκη μηχανικών εγκαταστάσεων
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.