← Ελλάδα

1. ΝΟΜΟΣ 401 της 17/25 Νοεμ. 1914 (ΦΕΚ Α΄ 347) Περί ιδρύσεως Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. Άρθρ.1.-Ιδρύεται εν Αθήναις Βυζαντινόν και Χριστιαν

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την ίδρυση και λειτουργία του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου στην Αθήνα, καθώς και τη ρύθμιση της κατοχής, αγοράς, πώλησης, εισαγωγής και εξαγωγής έργων βυζαντινής και χριστιανικής τέχνης.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ 401 της 17/25 Νοεμ. 1914 (ΦΕΚ Α΄ 347) Περί ιδρύσεως Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. Άρθρ.1.-Ιδρύεται εν Αθήναις Βυζαντινόν και Χριστιανικόν Μουσείον, εν ω κατατίθενται τα της βυζαντινής, μεσαιωνικής και χριστιανικής τέχνης έργα από των πρώτων χρόνων του χριστιανισμού μέχρι της καθιδρύσεως του Ελληνικού Βασιλείου, πλην των εν Μακεδονία. Άρθρ.7.-(Δεν υπάρχει εις το επίσημον κείμενον). Σελ. 944(α) Τεύχος 746-Σελ. 72 ΄Αρθρ.8.-«Εν τω ειδικώ προϋπολογισμώ του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως αναγράφεται κατ’ έτος το προς μισθοδοσίαν του προσωπικού του μουσείου ποσόν, προσέτι δε δραχ. 25.000 δι’ έξοδα μεταφοράς και τοποθετήσεως των εν αυτώ έργων, δια την κατασκευήν των εκμαγείων, δι’ επισκευήν και συντήρησιν εικόνων, προς αγοράν έργων κατατεθησομένων εν τω μουσείω και αντιγραφήν ή αποτοίχισιν ψηφιδωτών και τοιχογραφιών και δι’ αμοιβήν των μελών της εφορευτικής επιτροπής. Εάν προκύψη υπόλοιπον κατά την λήξιν του προηγουμένου έτους, αναγράφεται ως έσοδον εις τον προϋπολογισμόν του επομένου». Τα εντός « » εδάφια ετροποποιήθησαν ως άνω δια του άρθρ. 11 Νόμ. 2674/1921. Το δε κατωτ. εδάφ. γ΄ δια του άρθρ. 12 του αυτού Νόμου. «Προτάσει του αρχαιολογικού συμβουλίου δύνανται να ιδρυθώσι και αλλαχού του Κράτους βυζαντινά και χριστιανικά μουσεία είτε αυτοτελή είτε αποτελούντα τμήμα υπάρχοντος αρχαιολογικού μουσείου ή και να μισθώνται ιδιωτικά κτίρια. Το εν Αθήναις Βυζαντινόν μουσείον και τα εν ταις επαρχίαις ιδρυθησόμενα υπάγονται εις το αρχαιολογικόν τμήμα». Δια την πρώτην εγκατάστασιν του μουσείου αναγράφεται εφ’ άπαξ ή εις συνεχή έτη τμηματικώς το ποσόν δραχ. 20.000. 31.Μ.ζ.1 Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο 127 Άρθρ.9.-Δια Β.Δ/τος δύναται να ιδρυθή και έτερον μουσείον εν Θεσσαλονίκη, περιλαμβάνον τα εν Μακεδονία υπό την διεύθυνσιν του οικείου εφόρου των βυζαντινών και μεσαιωνικών μνημείων, αναγραφομένου εν τω προϋπολογισμώ των εξόδων του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ποσού δραχ. 5.000 εφ’ άπαξ προς εγκατάστσιν αυτού και δραχ. 5.000 ετησίως, προς λειτουργίαν και πλουτισμόν κατά τα δια του Β.Δ/τος της συστάσεως αυτού καθορισθησόμενα. Περί του μουσείου τούτου μεριμνά η κατά το άρθρ. 3 εφορευτική επιτροπή, προς ην απευθύνεται ο διευθύνων έφορος. Τα ως άνω μουσεία υπάγονται εις το γραφείον των Καλών τεχνών και των γραμμάτων. Άρθρ.10.-Δια Β.Δ/των καθορισθήσονται πάσαι αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής του Νόμου τούτου, του οποίου η ισχύς άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως. Πάσα διάταξις αντικειμένη εις τας του παρόντος Νόμου καταργείται. Ο Παρών Νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ’ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως Νόμος του Κράτους. Άρθρ.2.-Περί της εγκαταστάσεως του Μουσείου, της εσωτερικής διατάξεως του δια συγκεντρώσεως των κατεσπαρμένων, δι’ αγορών, δωρεών και ανταλλαγών πλουτισμού και της καθόλου λειτουργίας αυτού μεριμνά εφορευτική επιτροπή υπό την προεδρίαν ενός των μελών της Βασιλικής Οικογενείας οριζομένου δια Β.Δ/τος, και αποτελουμένη εκ του διευθυντού του Μουσείου, εκτελούντος και χρέη εισηγητού και γραμματέως, ενός των καθηγητών της ιστορίας της αρχαίας τέχνης και της επιγραφικής, δύο καθηγητών εκ των ασχολουμένων εις την μελέτην του μεσαιωνικού ελληνισμού εν τη αυτή σχολή, διοριζομένων δια β.Δ/τος, του εν τη θεολογική σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου καθηγητού της Χριστιανικής αρχαιολογίας, του εν Αθήναις εφόρου των χριστιανικών και μεσαιωνικών μνημείων και του εφόρου της Εθνικής Πινακοθήκης. Αντιπρόεδρος της επιτροπής είναι ο εκ των καθηγητών του Πανεπιστημίου αρχαιότερος. Η επιτροπή συγκαλουμένη υπό του προέδρου ή κατ’ εντολήν αυτού υπό του γραμματέως, θεωρείται εν απαρτία παρόντων πέντε μελών, αι δ’ αποφάσεις αυτής λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, του προέδρου έχοντος διπλήν ψήφον εν ισοψηφία, και υπόκεινται εις την έγκρισιν του Υπουργείου. Προκειμένου μόνον περί επειγούσης ενεργείας προς απόκτησιν έργων εξαιρετικής αξίας απόφασις της επιτροπής ομοφώνως λαμβανομένη υπό των εν τη συνεδρία παρόντων μελών δια πρακτικού θεωρείται οριστική. Οριστικαί είναι και αι κατά τα άρθρ. 4, 5 και 6 εκτιμήσεις και γνωμοδοτήσεις. Άρθρ.3.-«Το Βυζαντινόν Μουσείον διευθύνει ο καθηγητής της βυζαντινής τέχνης εν τω Καποδιστριακώ Πανεπιστημίω, τούτον δε απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο εν Αθήναις εδρεύων έφορος των βυζαντινών αρχαιοτήτων. Διορίζονται δε εν αυτώ κατά τους κειμένους Νόμους: [1)Είς επιμελητής αρχαιοτήτων α΄ τάξεως. 2)Είς καλλιτέχνης συντηρητής επί βαθμώ και μισθώ γραμματέως β΄ τάξεως)]. 3)Είς γραφεύς δακτυλογράφος επί βαθμώ και μισθώ γραφέως α΄ τάξεως. 4)Είς αρχιφύλαξ επί μισθώ και βαθμώ γραφέως β΄ τάξεως και 5)Τρεις φύλακες, α΄, β΄ και γ΄ τάξεως». Το άρθρ. 3 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 3 Νόμ. 2674/1921. Αι εντός [ ] θέσεις είχον καταργηθή δια του άρθρ. 1 Ν.Δ. 10/17 Μαρτ. 1926 «περί καταργήσεως θέσεων κλπ.». Άρθρ.4.-Επιτρέπεται η εντός του Κράτους κατοχή, αγορά και πώλησις πάντων των κατωτέρων κατονομαζομένων έργων χριστιανικής και βυζαντινής τέχνης, απαγορευομένης της εμπορίας ιερών σκευών και αμφίων ων εγένετο ήδη προφανώς χρήσις εν εκκλησία. Ελευθέρα δε είναι και η εις το Κράτος εισαγωγή πάντων τούτων, αλλ’ ο εισάγων υποχρεούται να δηλώση ταύτα εν τω τελωνείω, άλλως υπάγονται εις τας διατάξεις των εν Ελλάδι ευρισκομένων. Των κατά την εισαγωγήν δηλωθέντων είναι ελευθέρα η εισαγωγή, εξακριβουμένης της ταυτότητος αυτών υπό της εφορευτικής επιτροπής της Συλλογής. Υπ’ όψιν όμως αι διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 4 κλπ. του Κωδ. Νόμ. 5351 (Π.Δ. 9/24 Αυγ. 1932) (ανωτ. σελ. 39). Εις εκτέλεσιν του άνω άρθρου είχεν εκδοθή το Β.Δ. της 9/26 Μαρτ. 1916 «περί εισαγωγής, εξαγωγής κλπ. έργων βυζαντινής και χριστιανικής τέχνης κατά τον Νόμ. 401». (Αντί για τη σελ. 943) Σελ. 943(α) Τεύχος 746-Σελ. 71 Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο 31.Μ.ζ.1 126 Άρθρ.5.-Εμπορευόμενοι και ιδιώται κατέχοντες παντός είδους έργα τέχνης ή ιστορικής αξίας μεσαιωνικών χρόνων παλαιοτέρων του 1830 οφείλουν εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου να δηλώσωσι ταύτα εις τας κατά τόπους αρχαιολογικάς αρχάς. Αι δηλώσεις αύται διαβιβάζονται εις το αρχαιολογικόν τμήμα, όπερ θέλει φροντίσει να καταρτισθή κατάλογος των δηλωθέντων έργων. Τριμελής επιτροπή, απαρτιζομένη εκ του καθηγητού της βυζαντινής τέχνης εν τω Καποδιστριακώ Πανεπιστημίω, ως προέδρου, του εν Αθήναις εδρεύοντος εφόρου των βυζαντινών αρχαιοτήτων και του τμηματάρχου του αρχαιολογικού τμήματος, κρίνουσα κατά πλειονοψηφίαν, θα καταρτίση εντός ενός έτους πίνακα εμφαίνοντα την αξίαν των δηλωθέντων έργων, υποβληθησόμενον εις το αρχαιολογικόν τμήμα του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Μετά την υποβολήν του ανωτέρω πίνακος η επιτροπή παύει υφισταμένη και τα καθήκοντα αυτής ανατίθενται εις το αρχαιολογικόν συμβούλιον. Το άρθρ. 5 ετροποποιήθη ως άνω δια του άρθρ. 5 Νόμ. 2674/1921. Άρθρ.6.-Απαγορεύεται η εξαγωγή των εν Ελλάδι ευρισκομένων έργων της βυζαντινής τέχνης εν γένει και των της χριστιανικής τέχνης των αναγομένων εις τους μέχρι της ενάρξεως του ιερού αγώνος χρόνους άνευ αδείας του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, μετά γνωμοδότησιν της Εφορευτικής Επιτροπής του Μουσείου. Ο εμπορευόμενος ιερά σκεύη και άμφια, απαγορευόμενα κατά το άρθρ. 3, και ο εξάγων κατά παράβασιν του άρθρ. 4 αμέσως ή εμμέσως τα εν αυτώ οριζόμενα, και πας συνεργός καταδιώκονται και τιμωρούνται επί πλημμελήματι δια φυλακίσεως μέχρις έξ μηνών. Τα έργα δημεύονται, εάν δε η δήμευσις είναι ανέφικτος, ο παραβάτης υποχρεούται εις αποζημίωσιν ίσην προς την αξίαν αυτών, υπό της εφορευτικής επιτροπής του Μουσείου οριζομένην.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.