Εν συντομία
Αυτή η εγκύκλιος διευκρινίζει ότι οι εργαζόμενοι που απολύονται λόγω μακροχρόνιας ασθένειας, η οποία υπερβαίνει τα νόμιμα χρονικά όρια, δικαιούνται επίδομα ανεργίας.
Τι ρυθμίζει
- Τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας σε ασφαλισμένους των οποίων η σύμβαση εργασίας λύθηκε λόγω ασθένειας.
- Τον ορισμό της "βραχείας διαρκείας ασθένειας" και τα χρονικά όρια αυτής ανάλογα με την προϋπηρεσία.
- Την απόδειξη της διάρκειας της ασθένειας και της προσέλευσης του εργαζομένου για επανέναρξη εργασίας.
- Την ημερομηνία λύσης της σύμβασης εργασίας για τους σκοπούς του επιδόματος ανεργίας.
Ποιους αφορά
- Μισθωτούς (υπαλλήλους, εργάτες, υπηρέτες) των οποίων η σύμβαση εργασίας λύθηκε λόγω ασθένειας που ξεπέρασε τα νόμιμα όρια.
- Εργοδότες που απασχολούν τέτοιους μισθωτούς.
Βασικά σημεία
- Η αποχή από την εργασία λόγω ασθένειας που υπερβαίνει τα νόμιμα χρονικά όρια θεωρείται λύση της σύμβασης εργασίας από τον εργαζόμενο.
- Παρόλα αυτά, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται επίδομα ανεργίας, καθώς η λύση της σύμβασης δεν οφείλεται σε δική τους υπαιτιότητα.
- Τα χρονικά όρια της "βραχείας διαρκείας ασθένειας" είναι:
* Ένας μήνας για υπαλλήλους με προϋπηρεσία έως τέσσερα έτη.
* Τρεις μήνες για υπαλλήλους με προϋπηρεσία άνω των τεσσάρων ετών, αλλά όχι άνω των δέκα ετών.
* Τέσσερις μήνες για υπαλλήλους με προϋπηρεσία άνω των δέκα ετών, αλλά όχι άνω των δεκαπέντε ετών.
* Έξι μήνες για υπαλλήλους με προϋπηρεσία άνω των δεκαπέντε ετών.
- Ο εργαζόμενος πρέπει να προσέλθει στον εργοδότη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (δύο - τριών ημερών) μετά τη λήξη της ανικανότητάς του για εργασία, για να συνεχίσει την εργασία του.
📄 Κείμενο νόμου
17. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΚΑ Αριθ. 107 της 4 Μαΐου 1953 Επιδότησις ανεργίας των μισθωτών, ων η σύμβασις εργασίας ελύθη λόγω ασθενείας των υπερβάσης τα χρονικά όρια του άρθρ. 5 Ν. 2112/20. Κατόπιν υποβληθέντων παρ’ ενίων Υπ/των μας ερωτημάτων, εν σχέσει με την χορήγησιν ή μη επιδόματος ανεργίας εις τους ησφαλισμένους, των οποίων επέρχεται λύσις της συμβάσεως εργασίας κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 3 άρθρ. 5 Ν. 2112/20, γνωρίζομεν υμίν τα ακόλουθα: Δια των διατάξεων του άρθρ. 5 παρ. 3 του νόμου τούτου ορίζεται, ότι «αποχή υπαλλήλου από της εργασίας, οφειλομένη εις βραχείας διαρκείας ασθένειαν, προσηκόντως αποδεδειγμένην, ή προκειμένου περί γυναικός εις λοχείαν, δεν θεωρείται ως λύσις της συμβάσεως εκ μέρους αυτού. Ως βραχείας διαρκείας ασθένεια ερμηνεύεται η διαρκούσα ένα μήνα δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας μέχρι τεσσάρων ετών, τρεις μήνας δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας πλέον των τεσσάρων ετών, ουχί όμως και πλέον των δέκα ετών, τέσσαρας μήνας δι’ υπαλλήλους υπηρετούντας πλέον των δέκα ετών, όχι όμως και πλέον των δέκα πέντε ετών, και έξ μήνας δια τους υπηρετούντας επί χρόνον ανώτερον των δέκα πέντε ετών». Ομοία διάταξις του Β.Δ. 16/18 Ιουλ. 1920 προβλέπει περί των περιπτώσεων ασθενείας των εργατών και υπηρετών. Ούτω δια των διατάξεων του άρθρ. 8 του αυτού Β.Δ/τος ορίζεται ότι «Αποχή εργάτου ή υπηρέτου από της εργασίας οφειλομένη εις βραχείας σχετικώς διαρκείας ασθένειαν, προσηκόντως αποδεδειγμένην ή, προκειμένου περί γυναικός, εις λοχείαν δεν θεωρείται ως λύσις της συμβάσεως εκ μέρους αυτού, εφα-ρμοζομένων κατ’ αναλογίαν των διατάξεων του άρθρ. 5 Ν. 2112/20 και επί εργατών κλπ. ως Σελ. 301 Επίδομα Ανεργίας 15Β.Η.α.16-17 προς τα ανώτατα χρονικά όρια διαρκείας της ασθενείας». Η νομολογία των παρ’ ημίν δικαστηρίων, ερμηνεύουσα κατ’ αντιδιαστολήν τας διατάξεις της παρ. 3 του άρθρ. 5 Ν. 2112/20, εδέχθη, ότι, εφ’ όσον εις περίπτωσιν βραχείας ασθενείας, η σύμβασις εργασίας δεν θεωρείται λυθείσα εκ μέρους του μισθωτού, αντιθέτως εις περίπτωσιν μακράς ασθενείας κατά τεκμήριον εκ του νόμου, θεωρείται ως παρ’ αυτού λυθείσα (Α.Π. 270/50, 299/50, 615/50). Άμεσος συνεπεία της τοιαύτης ερμηνείας είναι η απαλλαγή του εργοδότου τόσον εκ των απαιτουμένων δια την καταγγελίαν της συμβάσεως εργασίας διατυπώσεων του άρθρ. 9 Ν. 118/45, όσον και της υποχρεώσεως δια την καταβολήν εις τον μισθωτόν της ης ούτος δικαιούται αποζημιώσεως του Ν. 2112/20. Ως περαιτέρω όμως συνέπειαν της λύσεως της συμβάσεως εργασίας οικειοθελώς, ως δέχεται η νομολογία εν τη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρ. 5 Ν. 2112/20, δεν δυνάμεθα να δεχθώμεν και την στέρησιν του επιδόματος ανεργίας του μισθωτού. Τούτο διότι εν προκειμένω η λύσις της συμβάσεως εργασίας δεν επέρχεται πράγματι και ακριβώς ειπείν τη επενεργεία της βουλήσεως του ησφαλισμένου. Εν τη πραγματικότητι εις τας τοιαύτας περιπτώσεις, υφίσταται αντικειμενική αδυναμία συνεχίσεως της εργασίας εξ αφορμής της προκαλούσης ανικανότητα προς εργασίαν ασθενείας, η δ’ εν συνεχεία λύσις της εργασιακής σχέσεως επέρχεται εκ της ασκήσεως του όπερ παρέχεται εις τον εργοδότην δικαιώματος, όπως μη δεχθή τας υπηρεσίας του μισθωτού, εφ’ όσον προσφέρονται μετά την πάροδον των τεθειμένων παρά του νόμου ανωτάτων χρονικών ορίων διαρκείας της ασθενείας. Συνεπείς προς τας σκέψεις ταύτας και ανεξαρτήτως προς την άποψιν της νομολογίας ορώντες τας συναφείς διατάξεις από της σκοπιάς της επιρροής τούτων επί την εφαρμογήν ετέρων κοινωνικού ασφαλιστικού περιεχομένου διατάξεων (διατάξεις επιδοτήσεως λόγω ανεργίας) είναι ορθότερον να δεχθώμεν, ότι πρόκειται περί λύσεως της συμβάσεως εργασίας επερχομένης εκ του νόμου, δι’ ην όμως αρνητικώς έστω - είναι απαραίτητος η σύμπραξις της βουλήσεως του εργοδότου. Καθίσταται όθεν πρόδηλον, ότι εις τας περιπτώσεις ταύτας η μετάστασις του μισθωτού εις κατάστασιν ανεργίας δεν οφείλεται εις ιδίαν αυτού υπαιτιότητα και επομένως ορθόν είναι, όπως τυγχάνη ούτος επιδόματος ανεργίας, εφ’ όσον πληροί τας προς τούτο προϋποθέσεις. Αλλά και εις ην περίπτωσιν ηθέλομεν αποδεχθή την ακολουθουμένην παρά της νομολογάς των δικαστηρίων ερμηνείαν περί οικειοθελούς αποχωρήσεως του μισθωτού, πάλιν εις το αυτό καταλήγομεν Σελ. 302 συμπέρασμα, ήτοι την καταβολήν επιδόματος ανεργίας εις τους ούτω καθισταμένους ανέργους ησφαλισμένους, βάσει των περί αποχρώσης αιτίας διατάξεων του άρθρ. 36 παρ. 6 Α.Ν. 1846/51. Και ναι μεν προ της ισχύος του Α.Ν. 1846/51 δεν παρείχετο αυτοίς επίδομα ανεργίας, την χορήγησιν όμως αυτού ημπόδιζον αι διατάξεις του άρθρ. 10 παρ. 4 του τότε ισχύοντος Ν. 118/45, αίτινες ώριζον ότι «δεν δικαιούται επιδόματος ανεργίας ο αυτοβούλως διακόπτων την εργασίαν του», εν συνδυασμώ προς την παρά της νομολογίας ακολουθηθείσαν ως άνω ερμηνείαν του άρθρ. 5 παρ. 3 Ν. 2112/20. Κατόπιν όμως των διατάξεων του άρθρ. 36 παρ. 6 Α.Ν. 1846/51, καθ’ ας «ησφαλισμένος αυτοβούλως εγκαταλείπων την εργασίαν άνευ αποχρώσης αιτίας στερείται του επιδόματος ανεργίας» δεν υφίσταται έρεισμα δια την μη χορήγησιν επιδόματος ανεργίας εις αυτούς, εφ’ όσον αναμφισβητήτως η κατά τεκμήριον εγκατάλειψις της εργασίας των οφείλεται εις αποχρώσαν αιτίαν, οία είναι η προκαλούσα ανικανότητα προς εργασάν ασθένεια. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω αποδεχόμεθα, ότι δικαιούνται επιδόματος ανεργίας και οι ησφαλισμένοι, ων η σύμβασις εργασίας ελύθη συνεπεία της παρ’ αυτών υπερβάσεως των υπό του άρθρ. 5 παρ. 3 Ν. 2112/20 καθοριζομένων χρονικών ορίων της προκαλούσης ανικανότητα προς εργασίαν ασθενείας, εφ’ όσον μετά την λήξιν της ασθενείας των ταύτης προσήλθον ως ικανοί πλέον προς εργασίαν προς συνέχισιν ταύτης και δεν εγένοντο δεκτοί παρά του εργοδότου των, ερειδομένου εις τας ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2112/20. Οίκοθεν νοείται ότι η κατά την προηγουμένην παράγραφον προσέλευσις του μισθωτού προς συνέχισιν της εργασίας του δέον να πραγματοποιηθή εντός ευλόγου βραχέος χρονικού διαστήματος (δύο - τριών ημερών) από της λήξεως της ανικανότητός του προς εργασίαν. Η μη προσέλευσις τούτου εντός του ως άνω ευλόγου χρόνου ενέχει την έννοιαν της εγκαταλείψεως της εργασίας του άνευ αποχρώσης αιτίας και συνεπώς στερεί τούτον του δικαιώματος προς λήψιν των παροχών ανεργίας. Η πέραν των παρά του άρθρ. 5 παρ. 3 Ν. 2112/20, οριζομένων χρονικών ορίων, διάρκεια της ασθενείας του ησφαλισμένου και η έναρξις και η λήξις της ανικανότητος προς εργασίαν αποδεικνύονται δια σχετικής βεβαιώσεως της αρμοδίας υπηρεσίας του οικείου οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως, ήτις επεδότησε τον ανίκανον προς εργασίαν ή διεπίστωσε την ανικανότητα αυτού. Εξ άλλου το γεγονός της μετά την λήξιν της ασθενείας προσελεύσεως του ησφαλισμένου παρά τω εργοδότη προς συνέχισιν της εργασίας του και η παρ’ αυτού μη αποδοχή των υπηρεσιών του, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου του Ν. 2112/20, αποδεικνύονται δια σχετικής βεβαιώσεως του οικείου εργοδότου. 15Β.Η.α.17 Επίδομα Ανεργίας Ως ημερομηνία λύσεως συμβάσεως εργασίας θεωρείται εκείνη, καθ’ ην ο ησφαλισμένος προσήλθε παρά τω εργοδότη του προς συνέχισιν της εργασίας και δεν εγένετο δεκτός παρ’ αυτού. Πάντως προς αποφυγήν καταστρατηγήσεων των περί παροχών ανεργίας διατάξεων του Νόμου δέον, όπως, παραλλήλως προς τας κατά τα ανωτέρω βεβαιώσεις, η υπηρεσία προβαίνη εις οίκοθεν ενδελεχή έρευναν, προς διαπίστωσιν της ακριβείας των δηλώσεων του εργοδότου και του ησφαλισμένου. Τέλος επί αρνήσεως του εργοδότου να παράσχη τα απαιτούμενα δια την επιδότησιν του ησφαλισμένου στοιχεία δέον, όπως η υπηρεσία προβαίνη οίκοθεν εις την διαπίστωσιν της συνδρομής των προς επιδότησιν απαιτουμένων ειδικών προϋποθέσεων, ιδία δε της μετά την λήξιν της ανικανότητος αμέσου εμφανίσεως του μισθωτού προς συνέχισιν της εργασίας του και της μη αποδοχής ταύτης παρά του εργοδότου του.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.