📄 Κείμενο νόμου
16. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 4601 της 10/11 Νοεμ. 1966 (ΦΕΚ Α΄ 242) Περί διατάξεων αφορωσών συνταξιοδοτικά θέματα του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Αρτοποιών. Άρθρ.1.-1.Ασφαλίζονται υποχρεωτικώς: α) Πάντες οι κατά κύριον και σύνηθες επάγγελμα ασκούντες το επάγγελμα του αρτοποιού, κατεργαζόμενοι τουλάχιστον 128 χιλ/μα αλεύρου ημερησίως κατά μέσον όρον και κεκτημένοι άδειαν σκοπιμότητος ιδρύσεως αρτοποιείου ή άδειαν ασκήσεως επαγγέλματος αρτοποιού ή νομίμως εκμεταλλευόμενοι αρτοποιείον εις περιοχάς ένθα δεν ισχύει η αρτοποιητική νομοθεσία, ως και οι μισθωταί των ανωτέρω αδειών. β)Οι κατά κύριον και σύνηθες επάγγελμα ασκούντες νομίμως το επάγγελμα του σιμιτοποιού - κουλουροποιού και κατεργαζόμενοι τουλάχιστον 128 χιλ/μα αλεύρων ημερησίως κατά μέσον όρον. γ)Οι κατεργαζόμενοι υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις, τουλάχιστον 60 χιλ/μα αλεύρων κατά μέσον όρον ημερησίως, εφ’ όσον καταβάλωσιν την κατά τον χρόνον ασκήσεως του δικαιώματος ισχύουσαν ασφαλιστικήν εισφοράν την αναλογούσαν επί της διαφοράς ποσότητος αλεύρων μεταξύ της υπ’ αυτών κατεργαζομένης και των ως άνω 128 χιλ/μων αλεύρων. Άρθρ.10.-Τα άρθρ. 20 παρ.1 εδάφ. α, 4, 6, 7, 8 και 27 του Ν.Δ. 135/46, «περί Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Αρτοποιών», καταργούνται. Άρθρ.2.-1.Σύνταξις ανικανότητος παρέχεται εις πάντα ησφαλισμένον ασκήσαντα επί 15ετίαν τουλάχιστον το επάγγελμα και καταστάντα ανίκανον προς άσκησιν αυτού, συνεπεία σωματικής ή πνευματικής παθήσεως ή βλάβης λόγω ασθενείας, ή ατυχήματος, διαπιστουμένης υπό της Υγειονομικής Επιτροπής. 2.Σύνταξις θανάτου παρέχεται εις την σύζυγον και τα τέκνα, εφ’ όσον αποθανών ήσκησε το επάγγελμα τουλάχιστον επί δεκαετίαν. Άρθρ.3.-1.Χρόνος ασφαλίσεως είναι το χρονικόν διάστημα, καθ’ ο ο ησφαλισμένος διατηρεί εν λειτουργία το αρτοποιείον ή σιμιτοποιείον του, υπό τας προϋποθέσεις του άρθρ.1 του παρόντος. Ωσαύτως χρόνος ασφαλίσεως θεωρείται και ο χρόνος καθ’ ον δεν ελειτούργησε το αρτοποιείον ή σιμιτοποιείον, ή δεν παρήχθη εν αυτώ άρτος εκ λόγων ανυπαιτίου αντικειμενικής αδυναμίας. Εν τη περιπτώσει ταύτη ο ησφαλισμένος δικαιούται να αναγνωρίση, δι’ αιτήσεώς του υποβαλλομένης εις το Ταμείον εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της ισχύος του παρόντος, τον κατά την διάρκειαν της περιόδου ταύτης χρόνον, δια της καταβολής δι’ έκαστον αναγνωριζόμενον έτος, εισφοράς ίσης προς την αντιστοιχούσαν εις τον μέσον όρον της κατεργασθείσης ποσότητος αλεύρων, κατά τα δύο τελευταία έτη προ της υποβολής της αιτήσεως, επί την ισχύουσαν κατά τον χρόνον της αναγνωρίσεως εισφοράν. Τα προς απόδειξιν της παραγωγής στοιχεία, τα του χρόνου και τρόπου καταβολής της οφειλομένης εισφοράς κλπ. θέλουσι καθορισθή δι’ αποφάσεως του επί του Εμπορίου Υπουργού, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εκδιδομένης μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. 2.Το χρονικόν διάστημα, καθ’ ο εκμισθούται η άδεια, δεν λογίζεται ως χρόνος ασφαλίσεως του εκμισθωτού αρτοποιού ή σιμιτοποιού, εκτός εάν η μίσθωσις συνήφθη δια λόγους υγείας αυτού και δεν υπερβαίνει το έν έτος εν τω συνόλω του χρόνου ασφαλίσεως, οπότε αναγνωρίζεται ο χρόνος ταύτης, υποχρεουμένου του εκμισθωτού όπως καταβάλη την αναλογούσαν εισφοράν βάσει της παραγωγής του αρτοποιείου ή σιμιτοποιείου. 3.Ως χρόνος ασφαλίσεως του μισθωτού λογίζεται και ο διαδραμών προ της ισχύος του παρόντος. 4.Δι’ α έτη δεν κατεβλήθη ή δεν ήθελε καταβληθή η υπέρ του Ταμείου εισφορά εκ μέρους σιμιτοποιού - κουλουροποιού καταβάλλεται αύτη κατά την διαδικασίαν του παρόντος άρθρου. 5.Τα προ της προσαρτήσεως έτη ασκήσεως επαγγέλματος αρτοποιού - σιμιτοποιού εν τη περιφερεία Δωδεκανήσου προσμετρώνται δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως αποδεικνυομένων κατά τα δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, ορισθησόμενα, μη υποχρεουμένων των ούτω δικαιουμένων συντάξεως αρτοποιών εις την καταβολήν οιασδήποτε εισφοράς, δια την προσμέτρησιν των ετών τούτων, το δε ποσόν της συντάξεως αυτών δεν δύναται να είναι κατώτερον του ελαχίστου ορίου της καταβαλλομένης συντάξεως, προσηυξημένης κατά 20%. Άρθρ.4.-1.Επί συνεταίρων ησφαλισμένων, εχόντων κοινήν άδειαν, το ποσόν της απονεμηθησομένης συντάξεως κατανέμεται κατ’ ισομοιρίαν μεταξύ των συνεταίρων, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει δύναται το μερίδιον εκά(Αντί των σελ. 168,13(γ)-168,20(α) Σελ. 168,13(δ) Τεύχος 560-Σελ. 3 Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Αρτοποιών 5.Γ.ε.15-16 στου να είναι μικρότερον της κατωτέρας εκ του Νόμου επιτρεπομένης συντάξεως. Κατ’ εξαίρεσιν, εις περίπτωσιν συντάξεως δύο συνεταίρων, κατεργαζομένων άνω των 256 έως 512 χιλ/μων αλεύρων ημερησίως, ή τριών κατεργαζομένων άνω των 512 χιλ/μων αλεύρων ημερησίως, ανεξαρτήτως δε αριθμού, εφ’ όσον πρόκειται περί συνεταιρισμού αρτοποιών εισφερόντων τας αδείας των, προς εξεύρεσιν του ποσού της συντάξεως εκάστου τούτων, η παραγωγή του αρτοποιείου των κατανέμεται αναλόγως του ποσοστού συμμετοχής εκάστου εις την εταιρείαν ή τον συνεταιρισμόν. 2.Δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εμπορίου, μετά ητιολογημένην γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου δύναται να επεκταθή η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου και επί των ήδη συνταξιοδοτουμένων. Άρθρ.5.-Εις τους συνταξιοδοτουμένους αμέσεως ησφαλισμένους και εν περιπτώσει θανάτου, εις την σύζυγον και τα τέκνα χορηγείται συν τη συντάξει και εφ’ άπαξ χρηματικόν βοήθημα, το ύψος του οποίου καθορίζεται δι’ αποφάσεως του επί του Εμπορίου Υπουργού, μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου. Άρθρ.6.-Οι μη δικαιούμενοι παροχής εκ του Ταμείου δεν δικαιούνται εις επιστροφήν των εισφορών. Άρθρ.7.-1.Εισφοραί των εδαφ. α και β της παρ.1 του άρθρ.15 του Ν.Δ. 135/46, «περί Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Αρτοποιών», αίτινες δεν κατεβλήθησαν υπό των βαρυνομένων εις τους Αλευροβιομηχάνους, συνεπεία της ακυρώσεως της υπ’ αριθ. 629/1951 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου και των υπ’ αριθ. 26547/49, 35720/50 και 19810/1952 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου, αποσβένυνται. Ποσά καταβληθέντα βάσει της αυτής διατάξεως δεν αποδίδονται υπό του Ταμείου. 2.Καθυστερούμεναι εν γένει εισφοραί εις το Ταμείον μέχρι 31.12.63, κεφαλαιοποιούμεναι μετά προσθέτου τέλους 0,50% μηνιαίως από της καυθστερήσεώς των, μη δυναμένου πάντως να υπερβή εν συνόλω τα 15% της κυρίας οφειλής και απαλλασσόμεναι πάσης άλλης επιβαρύνσεως, εξοφλούνται εις εξήκοντα ίσας μηνιαίας δόσεις, εκάστην των οποίων δεν δύναται να είναι μικροτέρα του ποσού των δραχ. 100, της πρώτης τούτων καταβλητέας εντός του μεθεπομένου της δημοσιεύσεως του παρόντος μηνός. Εν περιπτώσει μη εμπροθέσμου καταβολής δόσεώς τινος, κατά τα ως άνω οριζόμενα, αύτη επιβαρύνεται δι’ εφ’ άπαξ προσθέτου τέλους ίσου προς Σελ. 168,14(δ) Τεύχος 560 - Σελ. 4 50% του ποσού της δόσεως. Εκδοθείσαι συναλλαγματικαί προς εξασφάλισιν απαιτήσεων εξ εισφορών και τόκων, δικαστικαί αποφάσεις και ληφθέντα αναγκαστικά μέτρα, διατηρούν πλήρως την ισχύν αυτών μέχρις εξοφλήσεως ολοκλήρου του ποσού των απαιτήσεων του παρόντος. Άρθρ.8.-Προς αντιμετώπισν των εκ του παρόντος υποχρεώσεων, προστίθεται εις την υπάρχουσαν υπέρ του Ταμείου εισφοράν τοιαύτη εξ ενός και ημίσεος λεπτού κατά χιλιόγραμμον αλεθομένου σίτου, υπό των επί εμπορία εργαζομένων αλευρομύλων, προοριζομένων δια την παρασκευήν αλεύρων παντός τύπου, μη βαρύνουσα το Δημόσιον, ουδέ την κοστολόγησιν του άρτου και των λοιπών ειδών αρτοποιΐας διατετιμημένων ή μη. Άρθρ.9.-Δι’ αποφάσεων του επί του Εμπορίου Υπουργού, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα Κυβερνήσεως, μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου, κανονισθήσονται πάντα τα αφορώντα την εφαρμογήν και εκτέλεσιν του παρόντος Ν.Δ/τος και ορισθήσονται πάσαι αι απαιτούμεναι λεπτομέρειαι.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.