📄 Κείμενο νόμου
2. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ' αριθ. 932 της 14/19 Δεκ. 1978 (ΦΕΚ Α΄ 225) Περί της διαδικασίας δια την κατά το άρθρ. 3 του Νόμ. 820/1978, ενώπιον του Προέδρου των Διοικητικών Δικαστηρίων, εκδίκασιν των φορολογικών διαφορών. Έχοντες υπ' όψει τας διατάξεις των άρθρ. 3 και 50 εδάφ. β΄ του Νόμ. 820/1978 «περί λήψεως μέτρων δια την περιστολήν της φοροδιαφυγής και άλλων τινών συναφών διατάξεων» ως και την υπ' αριθ. 1103/1978 γνωμοδότησιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, προτάσει των επί της Δικαιοσύνης και των Οικονομικών Υπουργών, αποφασίζομεν: Περιεχόμενον της αιτήσεως Άρθρ.1.-1.Η κατά το άρθρ. 3 του Νόμ. 820/1978 «περί λήψεως μέτρων δια την περιστολήν της φοροδιαφυγής και άλλων τινών συναφών διατάξεων» αίτησις, απευθυνομένη ενώπιον του Προέδρου του αρμοδίου δια την εκδίκασιν της προσφυγής Δικαστηρίου, δέον να περιέχη τα κατά τα άρθρ. 53 και 81 παρ. 1 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας, απαιτούμενα στοιχεία δια το δικόγραφον της προσφυγής. Το έγγραφον της αιτήσεως το μη πληρούν απάσας τας απαιτήσεις των ως άνω διατάξεων του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας είναι άκυρον μόνον όταν αι ελλείψεις καθιστούν τούτο εντελώς αόριστον και ανεπίδεκτον δικαστικής εκτιμήσεως. 2.Η αίτησις υπογράφεται υπό του αιτούντος ή του νομίμου εκπροσώπου ή του πληρεξουσίου αυτού. Κατάθεσις αιτήσεως Άρθρ.10.-1.Η απόφασις πρέπει να αναφέρη τα εν άρθρ. 109 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας οριζόμενα στοιχεία. 2.Εν αδυναμία εκδόσεως αποφάσεως ένεκα οιουδήποτε λόγου η συζήτησις επαναλαμβάνεται κατόπιν ορισμού νέας δικασίμου και κοινοποιήσεως κλήσεως προς συζήτησιν. Διόρθωσις και ερμηνεία αποφάσεων Άρθρ.11.-Εάν κατά την σύνταξιν της αποφάσεως παρεισέφρησαν λάθη γραφικά ή λογιστικά ως και εάν η διατύπωσις της αποφάσεως είναι ασαφής, η διόρθωσις ως και η ερμηνεία αυτής ενεργείται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 115 και 118 του Κ.Φ.Δ. 6.ΑΑ.γ.2 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων Έφεσις Άρθρ.12.-1.Η κατά της αποφάσεως του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου προβλεπομένη υπό του άρθρ. 3 του Νόμ. 820/1978, έφεσις ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου, ασκείται εφαρμοζομένων αναλόγως των άρθρ. 167 έως 169 και 172 έως 174 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας. 2.Η κλήτευσις των διαδίκων ενεργείται τουλάχιστον προ 7 ημερών από της ημερομηνίας συζητήσεως της εφέσεως. 3.Δια το παραδεκτόν της εφέσεως κατά της πρωτοδίκου επί της αιτήσεως αποφάσεως, απαιτείται η μέχρι της συζητήσεως καταβολή παραβόλου δρχ. 1000. Η Φορολογική Αρχή δεν έχει υποχρέωσιν καταβολής παραβόλου. Με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 16 του άρθρ. 4 του Νόμ. 2479/6-6 Μαΐου 1997, (ΦΕΚ Α' 67), κατωτ. αριθ. 11, αυξήθηκε το ποσόν του παραβόλου της άνω παρ. 3 στις 3.000 δραχμές. 4.Τα της αποδόσεως ή καταπτώσεως του παραβόλου ρυθμίζονται υπό του άρθρ. 171 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας, ως ισχύει. Εκτέλεσις Αποφάσεων Άρθρ.13.-Η απόφασις του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου είναι εκτελεστή. Το Δημόσιον υποχρεούται να συμμορφωθή προς την απόφασιν του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Φόροι, τέλη, εισφοραί, δασμοί και δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων βεβαιωθέντες εκπίπτονται καθ’ ο ποσόν κρίνονται υπό της αποφάσεως, ως μη οφειλόμενοι, καταβληθέντες δε εν όλω ή εν μέρει επιστρέφονται. Άρθρ.14.-1.Αι κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 3 Νόμ. 820/1978 αποφάσεις του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου και του Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου παύουν ισχύουσαι εάν εκδοθή επί της κυρίας δίκης, κατόπιν ασκηθείσης προσφυγής απόφασις καταστάσα τελεσίδικος. 2.Εάν το αποτέλεσμα της κυρίας δίκης είναι διάφορον, ενεργείται υπό της Φορολογικής Αρχής νέα εκκαθάρισις του φόρου. Άρθρ.2.-Η αίτησις κατατίθεται εις την Αρχήν η οποία εξέδωσε την πράξιν ή παρέλειψεν την έκδοσιν τοιαύτης, συντασσομένης υπ' αυτής πράξεως καταθέσεως ή επιδίδεται εις την αυτήν αρχήν και εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των περί τρόπου ασκήσεως της προσφυγής διατάξεων του άρθρ. 79 του Νόμ. 4125/1960 «περί κυρώσεως του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας κ.λ.π.». Κατάρτισις φακέλλου της υποθέσεως Άρθρ.3.-1.Η εις ην κατετέθη η αίτησις αρχή υποχρεούται αμελλητί να καταχωρίζη ταύτην εις ειδικήν στήλην του πρωτοκόλλου προσφυγών, να καταρτίζη τον φάκελλον της υποθέσεως και να προβαίνη εις τας λοιπάς ενεργείας συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρ. 82 Νόμ. 4125/1960 αποστέλλουσα εν συνεχεία τον φάκελλον της υποθέσεως εντός 10 ημερών από της καταθέσεως, εις τον προς ον απευθύνεται Πρόεδρον. 2.Η βραδύτης της αποστολής συνιστά πειθαρχικόν αδίκημα κατά τας διατάξεις του άρθρ. 82 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας, ως ούτος ισχύει. (Μετά τη σελ. 104,604) Σελ. 104,605 Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 101 Διαδικασία Διοικητικών Δικαστηρίων 6.ΑΑ.γ.2 Ορισμός δικασίμου. Κλήσις προς συζήτησιν Άρθρ.4.-Ο ορισμός της δικασίμου, η εγγραφή της υποθέσεως εις το πινάκιον, ο τρόπος κλητεύσεως των διαδίκων και η κατάρτισις εκθέματος των υπό συζήτησιν υποθέσεων, ενεργούνται κατά τας διατάξεις των άρθρ. 85, 86, 87 παρ. 1 και 2 και 88 του Νόμ. 4125/1960. Πρόσθετοι λόγοι Άρθρ.5.-Επιτρέπεται επί αιτήσεως του άρθρ. 3 του Νόμ. 820/1978 η υποβολή προσθέτων λόγων, δια δικογράφου κατατιθεμένου εν πρωτοτύπω εις την γραμματείαν του αρμοδίου δια την εκδίκασιν της αιτήσεως δικαστηρίου και κοινοποιουμένου εν αντιγράφω εις τον καθ' ου η αίτησις διάδικον, επιμελεία του αιτούντος, τουλάχιστον 5 πλήρεις ημέρας προ της ορισθείσης πρώτης δικασίμου. Αναβολή συζητήσεως. Αυτεπάγγελτος εξέτασις κλητεύσεως Άρθρ.6.-1.Η συζήτησις της αιτήσεως δύναται να αναβληθή υπό του Προέδρου αυτεπαγγέλτως εφ' όσον συντρέχει αποχρών λόγος. Ωσαύτως δια τον αυτόν λόγον δύναται να αναβληθή η συζήτησις εφ' άπαξ μόνον κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων. 2.Δια την αυτεπάγγελτον εξέτασιν της κλητεύσεως των διαδίκων και την μη εμφάνισιν ή αποχώρησιν αυτών κατά την συζήτησιν της αιτήσεως, εφαρμόζονται αι διατάξεις των άρθρ. 91 και 92 του Νόμ. 4125/1960. Απόδειξις. Πρακτικά συζητήσεως Άρθρ.7.-1.Οι διάδικοι υποχρεούνται να προσκομίσουν τα αποδεικτικά αυτών στοιχεία εις την γραμματείαν του δικαστηρίου το βραδύτερον μέχρι της προτεραίας της συζητήσεως επί της αιτήσεως. Κατ' εξαίρεσιν δύναται ο Πρόεδρος να δεχθή αποδεικτικά στοιχεία προσαγόμενα κατά την συζήτησιν ή το βραδύτερον εντός διημέρου από της συζητήσεως. 2.Περί της ενώπιον του Προέδρου προφορικής συζητήσεως τηρούνται υπό του Γραμματέως πρακτικά, τα οποία περιέχουν:α)το ονοματεπώνυμο του Προέδρου, του Γραμματέως, των εμφανισθέντων διαδίκων, των νομίμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων, β)μνείαν του τόπου και του χρόνου της συζητήσεως, γ)μνείαν περί της δημοσιότητος της συζητήσεως, δ)συνοπτικώς τα κατά την συζήτησιν γενόμενα. Σελ. 104,606 Τεύχος ΣΤ43-Σελ. 102 3.Τα πρακτικά συντάσσονται παρά του Γραμματέως κατά τας διατάξεις του άρθρ. 100 παρ. 1 του Νόμ. 4125/1960. 4.Κατά την υπό του άρθρ. 3 του Νόμ. 820/1978 προβλεπομένην διαδικασίαν ο Πρόεδρος δεν δύναται να παραπέμψη την υπόθεσιν εις το Δικαστήριον, ουδέ να εκδώση προδικαστικήν απόφασιν. Ελευθέρα εκτίμησις αποδεικτικών μέσων Άρθρ.8.-Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Πρωτοδικείου ως και ο δικάζων κατ' έφεσιν Πρόεδρος του Διοικητικού Εφετείου αποφαίνονται, βάσει απλών βεβαιώσεων, δυνάμενοι να λάβουν υπ' όψιν και εκτιμήσουν ελευθέρως παν προσαγόμενον υπό των διαδίκων αποδεικτικόν στοιχείον, μη δεσμευόμενοι υπό δικονομικών κανόνων. Διακοπή, επανάληψις, κατάργησις δίκης Άρθρ.9.-Η ενώπιον του Προέδρου δίκη διακόπτεται, εάν προ του πέρατος της προφορικής συζητήσεως αποθάνη ο διάδικος και επαναλαμβάνεται ή κατά περίπτωσιν καταργείται αύτη, συμφώνως προς τας διατάξεις των άρθρ. 102, 103, 104 και 105 του Κώδικος Φορολογικής Δικονομίας. Περιεχόμενον αποφάσεως. Κοινοποίησις
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.