📄 Κείμενο νόμου
3. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 34 της 14/18 Ιαν. 1972 (ΦΕΚ Α΄ 8) Περί λειτουργίας και οργανώσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας. Έχουσα υπ' όψει: 1.Το Ν.Δ. 126/1969 «περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος». 2.Τα άρθρ. 37 και 46 του υπ’ αριθ. 1 Κανονισμού «περί Οργανισμού Διοικήσεως των Εκκλησιαστικών Σωμάτων και Οργάνων». 3.Το Ν.Δ. 876/71 «περί υπαγωγής της Δημοσίας Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος και άλλων τινών συναφών διατάξεων». 4.Το άρθρ. 19 του υπ’ αριθ. 21 Κανονισμού «περί Εκκλησιαστικής Παιδείας», (κατωτ. σελ. 212,041) και 5.Την από 12.1.72 απόφασιν Αυτής, ψηφίζει τον Κανονισμόν «περί λειτουργίας και οργανώσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας» έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ υπ’ αριθ. 34 Περί λειτουργίας και οργανώσεως της Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας Γενικαί Διατάξεις Άρθρ.1.-1.Ο συντονισμός, η οργάνωσις και η διοίκησις του καθόλου έργου της Εκκλησιαστικής Παιδείας και η προώθησις των πάσης φύσεως θεμάτων αυτής, ανήκει εις την δια του άρθρ. 19 του υπ’ αριθ. 21/1971 Κανονισμού συσταθείσαν Κεντρικήν Υπηρεσίαν της Εκκλησιαστικής Παιδείας. Αύτη, αποτελούσα Γενικήν Διεύθυνσιν της Εκκλησίας της Ελλάδος, λειτουργεί ως ανεξάρτητος Υπηρεσία υπό την εποπτείαν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος δια της Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησιαστικής Παιδείας. 2.Της Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας, προΐσταται ο Γενικός Διευθυντής, το δε προσωπικόν αυτής, διέπεται υπό του υπ’ αριθ. 9 Κανονισμού «περί Καταστάσεως του προσωπικού της Εκκλησίας της Ελλάδος» και του υπ’ αριθ. 21/71 Κανονισμού «περί Εκκλησιαστικής Παιδείας». 3.Εις αυτήν δύνανται να υπηρετώσι κατ’ απόσπασιν εκ των Σχολών Εκκλησιαστικής Παιδείας, Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί ή Διοικητικοί Υπάλληλοι, διαφόρων ειδικοτήτων, επί τριετεί θητεία, δυναμένη να ανανεωθή. Διάρθρωσις Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας Άρθρ.2.-1.Η Κεντρική Υπηρεσία της Εκκλησιαστικής Παιδείας διαρθρούται ως εξής: α)Γενική Διεύθυνσις, β)Γραφείον Γενικού Επιθεωρητού, γ)Τμήμα Προσωπικού, δ)Τμήμα Προγραμματισμού και Εκπαιδεύσεως, ε)Τμήμα Οικονομικών, και ς)Γραμματεία. 2.Της Γενικής Διευθύνσεως Εκκλησιαστικής Παιδείας προΐσταται ο Γενικός Διευθυντής. Ούτος είναι Κληρικός και καταλαμβάνει την θέσιν ταύτην κατά τας διατάξεις του Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων εν συνδυασμώ προς την παρ. 5 του άρθρ. 7 του υπ’ αριθ. 21/71 Κανονισμού «περί Εκκλησιαστικής Παιδείας» έχων τουλάχιστον τα δια τους Διευθυντάς Ιερατικών Σχολών ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, προσέτι δε επαρκείς διοικητικάς ικανότητας. Ο Γενικός Διευθυντής ασκεί την Διοίκησιν και εποπτείαν επί των Τμημάτων της Κεντρικής Υπηρεσίας, των Σχολών και Οικοτροφείων της Εκκλησίας, εκτελεί τας πάσης φύσεως αποφάσεις της Μ.Σ.Ε. του Εποπτικού και Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησιαστικής Παιδείας, τυγχάνει άμεσος Προϊστάμενος των Σχολών και διεξάγει απ’ ευθείας την όλην αλληλογραφίαν επί θεμάτων της Εκκλησιαστικής Παιδείας μετά των αρμοδίων αρχών και των πάσης φύσεως Σχολείων. 3.Του Γραφείου του Γενικού Επιθεωρητού προΐσταται ο Γενικός Επιθεωρητής της Εκκλησιαστικής Παιδείας. Ούτος, κατόπιν εγγράφου εντολής της Γενικής Διευθύνσεως, ενεργεί επιθεωρήσεις του διδακτικού κλπ. προσωπικού των Σχολών Εκκλησιαστικής Παιδείας και υποβάλλει εκθέσεις επί της υπηρεσιακής ικανότητος αυτού, κατά τα εν τη Μέση Εκπαιδεύσει ισχύοντα, τηρεί ίδιον φάκελλον επιθεωρήσεων δι’ ένα έκαστον εκ του διδακτικού και λοιπού προσωπικού των Σχολών, έχει δε την άμεσον αναφοράν του εις την Γενικήν Διεύθυνσιν της Εκκλησιαστικής Παιδείας. 4.Ο Προϊστάμενος του Τμήματος Προσωπικού έχει την άμεσον αναφοράν του εις τον Γεν. Διευθυντήν της Εκλησιαστικής Παιδείας, τηρεί το αρχείον Προσωπικού και έχει την αρμοδιότητα επί παντός θέματος αναφερομένου εις το πάσης φύσεως προσωπικόν των Σχολών της Εκκλησιαστικής Παιδείας, του μονίμου και του εν αποσπάσει εκ της Μέσης Εκπαιδεύσεως υπηρετούντος εις τας Σχολάς Εκκλησιαστικής Παιδείας. 5.Σκοπός του Τμήματος Προγραμματισμού και Εκπαιδεύσεως είναι η έρευνα και μελέτη των εκπαιδευτικών προβλημάτων και προβλημάτων αγωγής, των σχετιζομένων με τας Σχολάς Εκκλησιαστικής Παιδείας και Ιερατικής Εκπαιδεύσεως, η εκπόνησις ωρολογίων και αναλυτικών προγραμμάτων, η μέριμνα δια την συγγραφήν καταλλήλων (Μετά την σελ.158(β) Σελ.158,01 Τεύχος 449-Σελ. 103 Διοίκηση Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης 33.Δ.α.3 διδακτικών βιβλίων δια τας Ιερατικάς και λοιπάς Σχολάς, η οργάνωσις Παιδαγωγικών και Εκπαιδευτικών Συνεδρίων και εν γένει πάσα προσπάθεια αποβλέπουσα εις την ορθήν και επιτυχή αντιμετώπισιν των προβλημάτων εκπαιδεύσεως και αγωγής, την ανανέωσιν και εκσυγχρονισμόν των προγραμμάτων, ώστε αι Σχολαί της Εκκλησιαστικής Παιδείας και ιδιαιτέρως της Ιερατικής Εκπαιδεύσεως να ανταποκριθώσιν εις τας απαιτήσεις του συγχρόνου κόσμου. Του τμήματος τούτου προΐσταται κληρικός έχων πείραν εκπαιδευτικού, αρτίαν θεολογικήν και παιδαγωγικήν μόρφωσιν, γνώσιν δύο τουλάχιστον ξένων γλωσσών και συγγραφικήν δράσιν. 6.Του Τμήματος Οικονομικών προΐσταται υπάλληλος έχων λογιστικήν μόρφωσιν κατά προτίμησιν κληρικός. Το τμήμα τούτο ασχολείται με τα πάσης φύσεως οικονομικά ζητήματα, τόσον της Κεντρικής Υπηρεσίας, όσον και των Ιερατικών και λοιπών Σχολών της Εκκλησιαστικής Παιδείας, εντόλη πάντοτε του Γεν. Διευθυντού, εις ον έχει την άμεσον αναφοράν. Ειδικώτερον εποπτεύει επί της διαχειρίσεως του δια την Ιερατικήν Εκπαίδευσιν κονδυλίου, του προερχομένου εκ χορηγίας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ως και πάσης άλλης οικονομικής επιχορηγήσεως, φροντίζει δε ώστε δια της εγκαίρου αντιμετωπίσεως και ρυθμίσεως των οικονομικών θεμάτων ή και προβλημάτων της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Σχολών να μη εμποδίζεται η εύρυθμος λειτουργία αυτών. 7.΄Εργον της Γραμματείας είναι η επιμελημένη τήρησις του Πρωτοκόλλου και των Αρχείων της Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας, η ετοιμασία των εγγράφων και φωτοστατικών αντιγράφων, η διεκπεραίωσις της αλληλογραφίας, ως και πάσα ετέρα υπηρεσία, ανατιθεμένη αυτή υπό του Γενικού Διευθυντού, εις τον οποίον έχει την άμεσον αναφοράν. Τα πάσης φύσεως εξερχόμενα έγγραφα, πλην των υποβαλλομένων εις τας προϊσταμένας αρχάς της Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας, διεκπεραιούνται απ’ ευθείας άνευ μεσολαβήσεως του πρωτοκόλλου της Αρχιγραμματείας, τιθεμένης της σφραγίδος της Ιεράς Συνόδου. 8.Το δια το άρθρ. 19 του υπ’ αριθ. 21/1971 Κανονισμού προβλεπόμενον προσωπικόν της Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας κατανέμεται αναλόγως των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων εις τα οικεία τμήματα ή Γραφεία κατόπιν αποφάσεως της Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησιαστικής Παιδείας μετά ητιολογημένην σύμφωνον γνώμην του κατά το άρθρ. 4 του ως άνω Κανονισμού Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Σελ. 158,02 Τεύχος 449-Σελ. 104 Ακροτελεύτιοι Διατάξεις Άρθρ.3.-1.Η Ιερά Σύνοδος δύναται προτάσει της Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησιαστικής Παιδείας να τροποποιήση τον παρόντα Κανονισμόν προς τον σκοπόν της ευρυθμοτέρας λειτουργίας της Κεντρικής Υπηρεσίας της Εκκλησιαστικής Παιδείας. 2.Ο υπ’ αριθ. 20 Κανονισμός «περί λειτουργίας των γραφείων της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και των Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών», ως και πάσα προγενεστέρα διάταξις ετέρου Κανονισμού ανατιθεμένη εις τα υπό του παρόντος Κανονισμού, οριζόμενα δεν έχει εφαρμογήν επ’ αυτού. Άρθρ.4.-Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και το περιοδικόν «Εκκλησία». 33.Δ.α.3 Διοίκηση Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.