📄 Κείμενο νόμου
1. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ 1991 της 29/29 Σεπτ. 1939 Περί επιβολής φόρου πολυτελείας. Άρθρ.1.-1.Από της ισχύος του παρόντος νόμου επιβάλλεται ειδικός φόρος καταναλώσεως επί των εν ταις επομέναις παραγράφοις αναφερομένων ειδών πολυτελείας, είτε ταύτα παράγονται, κατασκευάζονται, διασκευάζονται ή συσκευάζονται εν Ελλάδι, είτε προέρχονται εκ της αλλοδαπής. (Αι λοιπαί παράγραφοι του άρθρου τούτου, δι’ ων καθορίζονται τα καθ’ έκαστα είδη, εφ’ ων επιβάλλεται ο φόρος πολυτελείας, αντικατεστάθηκαν δια της αποφάσεως Υπ. Οικονομικών Μ. 1480/1945, κατωτ. αριθ. 9 και του Ν.Δ. 2416/1953 κατωτ. αρ. 19). 2.Δια Β.Δ/τος, προτάσει του υπουργικού συμβουλίου εκδιδομένου, δύνανται να χαρακτηρίζωνται και έτερα είδη, ως είδη πολυτελείας, επί των οποίων επιβάλλεται ο κατά τον παρόντα νόμον φόρος, προσέτι δε να καταργήται ο χαρακτηρισμός ως ειδών πολυτελείας ειδών υπαχθέντων εις τον φόρον. 3-4.(Ήδη ισχύει η απόφασις Μ. 1480/1945). 5.Προς καθορισμόν της τιμής πωλήσεως προκειμένου περί ειδών παραγομένων, κατασκευαζομένων, διασκευαζομένων ή συσκευαζομένων εν Ελλάδι [ή της αξίας προκειμένου περί ειδών προερχομένων εκ της αλλοδαπής] ισχύουσιν αι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 2 και των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 11 του Α.Ν. 660/1937 περί φόρου κύκλου εργασιών (27.Αη.2). Δια τον προσδιορισμόν της αξίας των εκ της αλλοδαπής ειδών, ισχύει ήδη το άρθρ. 4 παρ. 2 Ν.Δ. 2416/1953. Άρθρ.7.-1.Ο οφειλόμενος και διαφυγών φόρος εκ της μη τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος Νόμου επιβάλλεται δια πράξεως εκδιδομένης υπό του αρμοδίου Οικον. Εφόρου. Ομοίως δι’ ετέρας ή και της αυτής πράξεως καταλογίζονται εις βάρος των παραβατών τα κατά το προηγούμενον άρθρον πρόστιμα. Το άρθρ. 7 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 6 Ν.Δ. 1210/1942. «2.Η πράξις του Οικονομικού Εφόρου κοινοποιείται δια δικαστικού κλητήρος ή άλλου δημοσίου οργάνου, εντός δε 15 ημερών από της κοινοποιήσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Φορολογικών παραβάσεων, εκδικαζομένη κατά τας περί τούτου ισχυούσας εκάστοτε σχετικάς διατάξεις». Η παράγρ. 2 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 2 Ν.Δ. 1791/1942. «Διαρκούσης της προς άσκησιν προσφυγής προθεσμίας ή και ασκηθείσης προσφυγής δεν αναστέλλεται η βεβαίωσις και είσπραξις του καταλογισθέντος φόρου». Το άνω εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ. 44 παρ. 2 Ν.Δ. 1642/1942, και διετηρήθη εν ισχύϊ δια της παρ. 2 άρθρ. 5 Νόμ. 302/1943. 28.Ζ.β.1 Φορολογία ειδών πολυτελείας «3-4».(Προστεθείσαι δια του άρθρ. 11 Α.Ν. 2781/1941 και διατηρηθείσαι εν ισχύϊ δια του άρθρ. 42 Ν.Δ. 1642/1942, τροποποιηθείσαι δε δια του άρθρ. 4 Νόμ. 302/1943, κατηργήθησαν δια της παρ. 2 άρθρ. 4 Α.Ν. 500/1968 (τόμ. 30 σελ. 226,17). Άρθρ.8.-(Αντικατασταθέν δια του άρθρ. 43 Ν.Δ. 1642/1942, αφεώρα αμοιβήν των υποδεικνυόντων παραβάσεις σχετικάς προς την επικόλλησιν ενσήμων φόρου πολυτελείας). Άρθρ.9.-(Μεταβατική διάταξις). Άρθρ.10.-Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της 2 Οκτ. 1939. Δια της παρ. 2 του άρθρ. 14 του Ν.Δ. 3717/1957 (ανωτ. σελ. 104,11 (α), ωρίσθη ότι «απαλλάσσονται του κατά διατάξεις του Α.Ν. 1991/1939, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, επιβαλλομένου φόρου πολυτελείας επί των εν τη ημεδαπή παραγομένων ειδών τα αιθέρια έλαια μέντας». Άρθρ.2.-1-2.(Ερρύθμιζον την δι’ ειδικού ενσήμου είσπραξιν του φόρου. Ήδη ο τρόπος εισπράξεως ρυθμίζεται υπό του Νόμ. 302/1943, της υπ’ αριθ. Μ. 1480/1945 αποφάσεως και του Ν.Δ. 2416/1953, κατωτ. αριθ. 7, 9 και 19). 3.Δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών δύναται να καθορισθή δια τινα ή και άπαντα τα κατά τον παρόντα νόμον υπαγόμενα εις τον φόρον είδη πολυτελείας και έτερος τρόπος εισπράξεως του φόρου». Το άρθρ. 2 αντικετεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 7 Α.Ν. 2781/1941 (κατωτ. αρ. 2). Άρθρ.3.-(Αφεώρα τον τρόπον εισπράξεως του φόρου πολυτελείας εγχωρίων προϊόντων. Βλ. ήδη απόφασιν Μ. 1480/1945, κατωτ. αρ. 9). Άρθρ.4.-1.Οι παράγοντες, κατασκευάζοντες, διασκευάζοντες ή συσκευάζοντες είδη εκ των υποκειμένων εις τον κατά τον παρόντα νόμον οφείλουσι όπως εντός δύο μηνών από της δημοσιεύσεως τούτου ή εντός μηνός από της ενάρξεως των εργασιών των, επιδώσωσιν ή εγχειρίσωσι προς τον αρμόδιον οικονομικόν έφορον δήλωσιν περί του είδους των εργασιών των, επί τη βάσει της οποίας εκδίδεται υπό του οικονομικού εφόρου εφ’ απλού χάρτου αντίστοιχος άδεια προς τον δηλούντα. Ο τύπος και το περιεχόμενον της δηλώσεως και της αδείας ορισθήσονται δι’ αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών. 2.Δι’ εκάστην πώλησιν ειδών εκ των υποκειμένων εις τον κατά τον παρόντα νόμον φόρον ο πωλητής, παραγωγός, κατασκευαστής, διασκευαστής ή συσκευαστής υποχρεούται να εκδίδη συγχρόνως απόδειξιν ή τιμολόγιον εμφαίνον συγκεκριμένως τας πωληθείσας εξ εκάστου είδους μονάδας ως και την κατά μονάδα τιμήν πωλήσεως τούτων. Η απόδειξις ή το τιμολόγιον εκδίδονται εξ ηριθμημένου στελέχους εις διπλούν, εξ ων το μεν εν παραδίδεται εις τον αγοραστήν, υποχρεούμενον όπως ζητή εν πάση περιπτώσει τούτο, το δε έτερο παραμένει εις τον πωλητήν, υποχρεούμενον όπως διατηρήση τούτο επί διετίαν από της εκδόσεώς του. Σελ. 335 28.Ζ.α.10 Φορολογία αμυλοσιροπίου, σταφιδίνης κ.λπ. Φορολογία ειδών πολυτελείας 28.Ζ.β.1 «3.Οι πωλούντες κοσμήματα, πολυτίμους λίθους και εν γένει είδη χρυσοχοϊας, ως επίσης φω-τογραφικάς και κινηματογραφικάς μηχανάς, αναπτήρας, ωρολόγια, στυλογράφους, ποικίλα καλλιτεχνικά έργα και μικροτεχνήματα και σισύρας υποχρεούνται όπως ενεργώσι αυθωρεί και άμα τη πωλήσει εκ των ανωτέρω ειδών, των υποκειμένων εις φόρον πολυτελείας, σχετικήν εγγραφήν εις τον Βιβλίον Ταμείου εις ο γίνεται η καταχώρησις των καθ’ εκάστην πωλήσεων. Την αυτήν υποχρέωσιν οι ανωτέρω υπέχουσι και όσον αφορά το καταβαλλόμενον εις αυτούς αντίτιμον δια πάσαν ύλην ή εργασίαν χρησιμοποιηθείσαν εις μεταποίησιν, μεταβολήν ή σύνδεσιν κοσμημάτων ή άλλων εκ των αναφερθέντων ειδών, ή μεταποίησιν, επεξεργασίαν ή βαφήν σισυρών, ανεξαρτήτως της αναλογίας της χρησιμοποιηθείσης νέας ύλης ή εργασίας. Κατά την ενέργειαν της εγγραφής δέον απαραιτήτως να σημειούται πλην των λοιπών απαραιτήτων στοιχείων της ενεργηθείσης πωλήσεως και ο αριθμός του εκδοθέντος αποδεικτικού πληρωμής του φόρου. Το Βιβλίον Ταμείου δέον να εύρηται εν πάση στιγμή ανοικτόν προ του ταμείου και ενημερωμένον δια πάσης γενομένης πωλήσεως ειδών υποκειμένων εις φορολογίαν». Η παράγρ. 3 αντικατεστάθη ως άνω υπό του άρθρ. 9 Α.Ν. 2781/1941. Άρθρ.5.-1.Ο έλεγχος δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου ανατίθεται δι’ αποφάσεως του υπουργού των Οικονομικών εις οικονομικούς υπαλλήλους. 2.Ο υπουργός των Οικονομικών εγκρίνει και εντέλλεται την πληρωμήν πάσης αναγκαίας δαπάνης δια την εκτέλεσιν του παρόντος νόμου, καταλογιζομένης εις τα έξοδα βεβαιώσεως των εμμέσων φόρων. Άρθρ.6.-1-4.(Αφεώρα κυρώσεις κατά των παραλειπόντων την επικόλλησιν ενσήμων). 5.Εν περιπτώσει μη αμέσου καταχωρήσεως της σχετικής πωλήσεως εν τω βιβλίω ταμείου, άμα τη πωλήσει ειδών εκ των εν τη παρ. 3 του άρθρ. 4 του Νόμου τούτου ή μη τηρήσεως τοιούτων βιβλίων, οι παραβάται, ταμίας υπάλληλος επί της πωλήσεως ως και ο καταστηματάρχης τιμωρούνται αλληλεγγύως δια προστίμου τουλάχιστον πενταπλασίου του οφειλομένου φόρου μη δυναμένου να είναι κατωτέρου των δραχμών τριών χιλιάδων (3.000) δι’ εκάστην παράβασιν. Σελ. 336 Εν υποτροπή ο παραβάτης τιμωρείται δια προστίμου μέχρις εκατόν χιλιάδων (100.000) δραχμών, δύναται δε δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών να αφαιρεθή παρ’ αυτού και η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος δια χρονικόν διάστημα μέχρις ενός έτους». Το άρθρ. 6 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 5 Ν.Δ. 1210/1942.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.