← Ελλάδα

24. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1312 της 29/31 Οκτ. 1949 Περί κυρώσεως των περί διαιτησίας διατάξεων της από 8 Ιαν. 1949 Συμβάσεως μεταξύ του Δημοσίου

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος επικυρώνει τις διατάξεις περί διαιτησίας μιας σύμβασης του 1949 μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και μιας Κοινοπραξίας Πετρελαιοειδών. Καθορίζει τον τρόπο επίλυσης διαφορών που προκύπτουν από αυτή τη σύμβαση μέσω διαιτησίας.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
24. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 1312 της 29/31 Οκτ. 1949 Περί κυρώσεως των περί διαιτησίας διατάξεων της από 8 Ιαν. 1949 Συμβάσεως μεταξύ του Δημοσίου και της Κοινοπραξίας Πετρελαιοειδών. Έχοντες υπ’ όψει το Ψήφισμα ΞΗ΄ της 29 Ιουλ. 1949 της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων «περί εξουσιοδοτήσεως προς έκδοσιν Ψηφισμάτων και Νομοθετικών Διαταγμάτων κατά την διάρκειαν των διακοπών της Δ΄ Αναθεωρητικής Βουλής» την κατά την συνεδρίασιν ΛΖ΄ της 29 Οκτ. 1949 ληφθείσαν απόφασιν της Επιτροπής Εξουσιοδοτήσεως της Βουλής, προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου απεφασίσαμεν και διατάσσομεν: Άρθρον 1 Κυρούνται δια του παρόντος, αι περί διαιτησίας διατάξεις του άρθρου 18 της από 8 Ιαν. 1949 συμβάσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Κοινοπραξίας Πετρελαιοειδών, αποτελεσθείσης εκ των 1)εν Λονδίνω εδρευούσης εταιρείας Λίμιτεδ υπό την επωνυμίαν Σελλ Κόμπανυ (Ελλάς), 2)εν Νέα Υόρκη των Ηνωμ. Πολιτειών της Αμερικής εδρευούσης εταιρείας υπό την επωνυμίαν Σοκόνυ Βάκιουμ Όιλ Κόμπανυ Ινκ, 3)εν Αθήναις εδρεούσης Α.Ε. υπό την επωνυμίαν Σόκομπελ Ελληνική Εμπορική Εταιρεία Πετρελαίων Α.Ε., 4)εν Λονδίνω εδρευούσης εταιρείας Λίμιτεδ υπό την επωνυμίαν Στεάουα Ειτζένσιζ Λίμιτεδ και 5)εν Αθήναις εδρευούσης ετερορρύθμου Εμπορικής Εταιρείας υπό την επωνυμία Σ. Ρέστης και Σια, έχουσαι ως ακολούθως: 1.Πάσα διαφορά ήτις ήθελε προκύψει μεταξύ του Δημοσίου και των αποτελουσών την Κοινοπραξίαν Εταιρειών ως προς την εφαρμογήν, εκτέλεσιν και ερμηνείαν της παρούσης συμβάσεως, θα λύηται διαιτητικώς, μη εφαρμοζομένου του άρθρου 106 της Πολιτικής Δικονομίας. Ως Διαιτηταί ορίζονται: α)Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τούτου δε κωλυομένου ο νόμιμος αναπληρωτής αυτού. Ούτος προεδρεύει της Επιτροπής. β)Ο Πρόεδρος των εν Αθήναις Εφετών, τούτου δε κωλυομένου ο νόμιμος αναπληρωτής αυτού. γ-δ)Εκ δύο ανωτάτων δημοσίων υπαλλήλων εκ των υπηρετούντων εις τα Υπουργεία Οικονομικών, Εφοδιασμού και Διανομών ή Μεταφορών, οριζομένων δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Εφοδιασμού και Διανομών και Μεταφορών εντός δεκαπενθημέρου από της υπογραφής της παρούσης συμβάσεως. ε)Ο υπό της Κοινοπραξίας από τούδε υποδεικνυόμενος διαιτητής Ιωάννης Λαζαρίμος, δικηγόρος, κάτοικος Αθηνών, ον κωλυόμενον αναπληροί ο Λ. Βούλγαρης, κάτοικος Αθηνών. Χρέη γραμματέως της Διαιτητικής Επιτροπής εκτελεί δημόσιος υπάλληλος κεκτημένος βαθμόν τουλάχιστον εισηγητού, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εφοδιασμού και Διανομών. 2.Εάν το Δημόσιον δεν ήθελε διορίσει εντός της κατά την προηγουμένην παράγραφον δεκαπενθημέρου προθεσμίας τα υπό στοιχεία γ΄ και δ΄ μέλη της Διαιτητικής Επιτροπής, ορίζει ταύτα ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, επί τη αιτήσει της Κοινοπραξίας. 3.Εν περιπτώσει αρνήσεως ή κωλύματος ενός ή πλειόνων εκ των διαιτητών, όπως αναλάβωσιν ή εξακολουθήσωσι την διαιτησίαν, εάν μεν ούτοι είναι εκ των δικαστικών προσώπων καλούνται εις αναπλήρωσίν των αι περαιτέρω νόμιμοι αναπληρωταί. Εν περαιτέρω αρνήσεως, κωλύματος ή θανάτου των υπό στοιχείων γ΄ και δ΄ μελών ορίζονται αντ’ αυτών έτερα εκ των εν τη παραγρ. 1 στοιχείων γ΄ και δ΄ του παρόντος άρθρου αναφερομένων και κατά τον εκεί οριζόμενον τρόπον, εντός προθεσμίας δέκα πέντε ημερών από της εκ μέρους της Κοινοπραξίας προσκλήσεως επιδιδομένης εις τον Υπουργόν Εφοδιασμού και Διανομών. Τέλος δε εν περιπτώσει αρνήσεως, κωλύματος ή θανάτου του εκπροσώπου της Κοινοπραξίας ή του αναπληρωτού του, η Κοινοπραξία οφείλει επί τη προσκλήσει του Δημοσίου να ορίση τον αντικαταστάτην αυτού εντός δεκαπενθημέρου από της προσκλήσεως. Εάν δι’ οιονδήποτε λόγον, δεν ήθελον είτε το Δημόσιον, είτε η Κοινοπραξία, ορίζει τους κατά το προηγούμενον εδάφιον αντικαταστάτας των διαιτητών, ως και εν περιπτώσει τυχόν διαφωνίας περί την εκλογήν του διαιτητού μεταξύ των αποτελουσών την Κοινοπραξίαν Εταιρειών, τους αντικαταστάτας των διαιτητών ορίζει ο Πρόεδρος το Αρείου Πάγου επί τη αιτήσει είτε του Δημοσίου είτε της Κοινοπραξίας. Η άρνησις τινός ή πλειόνων εκ των διαιτητών, όπως αναλάβωσιν ή εξακολουθήσωσι την διαιτησίαν βεβαιούται προηγουμένως δια πράξεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 4.Η Διαιτητική Επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τεσσάρων τουλάχιστον εκ των μελών αυτής και αποφασίζει κατά πλειοψηφίαν των παρόντων μελών, εν ισοψηφία νικώσης της ψήφου του Προέδρου αυτής. 5.Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν ουδεμία γνώμη ήθελε συγκεντρώσει την πλειοψηφίαν των παρόντων, η διαφορά λύεται οριστικώς, τελεσιδίκως και αμετακλήτως υπό επιδιαιτητού, οριζομένου ως τοιούτου του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ή τούτου κωλυομένου, του νομίμου αναπληρωτού του. 6.Οι διαιτηταί υπό ουδενός διαδικαστικού τύπου δεσμεύονται, δικάζουσι δε οριστικώς, Σελ. 257 Αγωγαί ασφαλίστρων 10Α.Δ.α.24 75 τελεσίδικως και αμετακλήτως, της αποφάσεως αυτών μη υποκειμένης εις τακτικόν τι ή έκτακτον ένδικον μέσον. Κατά της αποφάσεως των διαιτητών δεν χωρεί ουδ’ η ακυρωτική της διαιτησίας αγωγή ή ανακοπή του εντάλματος εκτελέσεως. 7.Επί τη αιτήσει είτε του Υπουργού Εφοδιασμού, είτε απασών ή καί τινων μόνον εκ των αποτελουσών την Κοινοπραξίαν Εταιριών, η Διαιτητική Επιτροπή υποχρεούται να αποφαίνηται εντός δύο το πολύ μηνών από της παραδόσεως αυτή των εγγράφων της υποθέσεως, βεβαιουμένης δια πράξεως του Προέδρου της Επιτροπής. Αι προθεσμίαι αύται δύνανται να παραταθώσι δια πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου επί τη αιτήσει του Προέδρου της Επιτροπής. Η περί διαιτησίας αίτησις, περιέχουσα περιγραφήν του αντικειμένου της διαφοράς, κατατίθεται εις τον γραμματέα της Επιτροπής και κοινοποιείται εις τον καθ’ ου η αίτησις δια δικαστικού κλητήρος. 8.Τα έξοδα της διαιτησίας και η αποζημίωσις των διαιτητών βαρύνουσι τον ηττώμενον εν τη διαιτησία, εφαρμοζομένων και των εν εδαφίω 2 και 3 του άρθρου 211 της Πολιτικής Δικονομίας οριζομένων. Η αποζημίωσις των διαιτητών ορίζεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εφοδιασμού και Διανομών. 9.Εις την κατά το παρόν άρθρον οριζομένην διαιτησίαν υπάγεται επίσης και πάσα διαφορά ήτις ήθελε προκύψει μεταξύ του Δημοσίου και των αποτελουσών την Κοινοπραξίαν Εταιριών, εκ της εκτελέσεως, εφαρμογής και ερμηνείας της προηγηθείσης από 17 Αυγ. 1945 συμβάσεως, μεταξύ του Δημοσίου και της Κοινοπραξίας, ως και των δύο από 28 Μαρτίου 1946 υπ’ αριθ Ι και ΙΙ συμπληρωμάτων της συμβάσεως ταύτης, εφαρμοζομένων και εν προκειμένω των εν τω παρόντι άρθρω οριζομένων. 10.Αι κατά το παρόν άρθρον διαιτητικαί αποφάσεις ισχύουσιν ως αμετάκλητοι δικαστικαί αποφάσεις. Δια την εκτέλεσιν αυτών έναντι του Δημοσίου ευθύνονται αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον αι μετέχουσαι της Κοινοπραξίας Εταιρίαι και εάν εισέτι δεν έλαβον μέρος εις την διαιτησίαν. Σελ. 258 Άρθρον 2 Κυρούται επίσης η περί διαιτησίας διάταξις του άρθρ. 19 στοιχ. γ΄ της αυτής Συμβάσεως έχουσα ως ακολούθως: γ)Τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχονται όπως πάσα εν γένει διαφορά μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου (Υπουργείου Ναυτικών) και των μετεχουσών της Κοινοπραξίας Εταιριών, ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις τα απορρέοντα εκ του ρηθέντος συμφωνητικού της 24-9-1945 λύεται οριστικώς, τελεσιδίκως και αμετακλήτως από της δια του άρθρ. 18 της παρούσης συμβάσεως προβλεπομένης Διαιτητικής Επιτροπής, εις ην όμως εν τη προκειμένη περιπτώσει θα μετέχη επί πλέον και είς εκπρόσωπος του Υπουργείου Ναυτικών, οριζόμενος δι’ αποφάσεως του Υπουργείου Ναυτικών, εφαρμοζομένων συναφώς όλων των διατάξεων του ειρημένου άρθρου 18. Άρθρον 3 Η ισχύς του παρόντος άρχεται από 8 Ιαν. 1949. Αγωγαί ασφαλίστρων 10Α.Δ.α.24 76

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.