📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΣ ΑΨΛ΄ της 29/30 Μαρτ.1889 Περί αμοιβής των καταμηνυόντων ή συλλαμβανόντων λαθρεμπορία. Άρθρ.1-4.(Κατηργήθησαν δια του άρθρ. 143 Νόμ. 1165/1918). Άρθρ.11.-Καθήκον και αρμοδιότητα προς επιχείρησιν της κατασχέσεως του αντικειμένου ή του μεταγωγικού μέσου της λαθρεμπορίας έχουσιν οι τελωνιακοί υπάλληλοι, πάντα τα όργανα, της τελωνοφυλακής, πάντα τα αστυνομικά όργανα, και πας ανακριτικός υπάλληλος. Μη παρισταμένου των ανωτέρω, πας δημόσιος υπάλληλος δύναται να επιχειρήση την κατάσχεσιν του λαθρεμπορεύματος. Η κατάσχεσις επιβάλλεται παρόντων δυο μαρτύρων ενηλίκων πολιτών Ελλήνων και μόνον εν ελλείψει τοιούτων προσλαμβάνονται άλλοι εστερημένοι των προσόντων τούτων. Αν ελλείπωσι και τοιούτοι, γίνεται η κατάσχεσις άνευ της παρουσίας μαρτύρων. Σελ. 288 Άρθρ.12.-Την επί λαθρεμπορίαν ποινήν του άρθρ. 9, ως και την παρομαρτούσαν καταδίκην των κατά νόμον αλληλεγγύως συνυπευθύνων, επιβάλλουσι τα τακτικά δικαστήρια, όταν δεν εγένετο κατάσχεσις κατά τους όρους των άρθρ. 10 και 11. Τα τακτικά δικαστήρια επιβάλλουσι τας κατά νόμον άλλας παρά την χρηματικήν ποινήν του άρθρ. 9, καταγινωσκομένας ποινάς της λαθρεμπορίας. Η λαθρεμπορία καταδιώκεται εξ επαγγέλματος. Κατά την δημοσίαν επ’ ακροατηρίω συζήτησιν, καλούνται εκτός των κατηγορουμένων και οι αλληλεγγύως μετ’ αυτών συνυπεύθυνοι, οι οποίοι έχουσι πάντα τα κατά την πονικήν δικονομίαν εις τους κατηγορουμένους προσήκοντα δικαιώματα, δικαιούμενοι να προσβάλωσι την απόφασιν και δια των ενδίκων μέσων υπό τους αυτούς όρους, υφ’ ους και οι κατηγορούμενοι, αλλά όσον αφορά την αλληλέγγυον αυτών καταδίκην. Άρθρ.13.16.(Κατηργήθησαν υπό του Νόμ. 1165/ 1918). Άρθρ.17.-(Κατηργήθη υπό του Νόμ. 5253/1931). Άρθρ.18.-Δια Β.Δ/των κανονισθήσονται τα καθήκοντα και αι ευθύναι του προσωπικού του Τελωνείου και της Διαμετακομίσεως και εν γένει αι λεπτομέρειαι της εκτελέσεως του παρόντος νόμου, ορισθήσεται δε η ημέρα της ενάρξεως της ισχύος αυτού και κυρωθήσεται ο κανονισμός της εσωτερικής υπηρεσίας του Τελωνείου. Άρθρ.19.-Αι διατάξεις των άρθρ. 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται καθ’ όλον το Κράτος. Πάσα διάταξις αντιβαίνουσα εις τον παρόντα νόμον καταργείται. 149 Λαθρεμπορία 30.Β.μ.1 30.Β.μ.2 Λαθρεμπορία Άρθρ.5.-Ο κατέχων είδη, ων το μονοπώλιον ανήκει εις το κράτος, μη προερχόμενα δε εκ των δημοσίων αποθηκών, ως και ο κατέχων τουμπεκίον, μη συσκευασθέν εν δημοσίω εργοστασίω, θεωρείται ως συνεργός λαθρεμπορίου και τιμωρείται όπως και ο εισαγαγών ως λαθρέμπορος, εάν το συλληφθέν είδος υπερβαίνη επί πυρείων την μίαν οκάν, επί τουμπεκίου τας δύο οκάδας, επί πετρελαίου τας πεντήκοντα οκάδας, επί παιγνιοχάρτων τας δέκα δέσμας, επί σιγαροχάρτου τα εκατόν φυλλάδια και επί φύλλων αυτού την μίαν οκάν . εν τοιαύτη περιπτώσει αι διατάξεις του από 13 Ιούν. 1877 ΧΙΣΤ΄νόμου εφαρμόζονται, μόνον εάν ο κάτοχος των ανωτέρω ειδών είχε ταύτα προς εμπορίαν. Τας κατά τον τελωνιακόν και τους άλλους νόμους χρηματικάς ποινάς επιβάλλει ο το πρώτον επιληφθείς της βεβαιώσεως της παραβάσεως οικονομικός έφορος ή προϊστάμενος της τελωνιακής αρχής, επιτρεπομένης εφέσεως ενώπιον του κατά το άρθρ. 7 του ΑΚΑ΄ νόμου κλπ συμβουλίου κατά τα επί τελωνιακών παραβάσεων κεκανονισμένα. Εις τας υπό των οικονομικών εφόρων εκδιδομένως, ως άνω, αποφάσεις εφαρμόζονται και αι διατάξεις του παρόντος νόμου. Άρθρ.6.-Πάσα εναντία διάταξις καταργείται. 2. ΝΟΜΟΣ ΓΤϞΣΤ΄ της 15/27 Όκτ. 1909 Περί του προσωπικού του Τελωνείου Πειραιώς και οργανώσεως της υπηρεσίας αυτού. Άρθρ.1-5.(Αναφερόμενα εις το προσωπικόν του Τελωνείου Πειραιώς, αντικατεστάθησαν δια των νεωτέρων διατάξεων του Νόμ. 928/1917). Άρθρ.6.-(Κατηργήθη υπό του Νόμ. 1165/1918). Άρθρ.7.-Δεν επιτρέπεται η παραλαβή εμπορευμάτων εκ του τελωνιακού καταστήματος, Των αποθηκών ή του περιβόλου αυτού ή εξ ιδιωτικής αποθήκης, εις ην απεταμιεύθησαν, εάν δεν καταβληθή το ανήκον εισαγωγικόν τέλος μετά των παρομαρτούντων φόρων και δικαιωμάτων εις το ταμείον του Τελωνείου και εκδοθή παρά του ταμίου άδεια παραλαβής. Άρθρ.8.-Εκτός των κατά τους κειμένους νόμους οριζομένων περιπτώσεων, χαρακτηρίζεται προσέτι ως λαθρεμπορία: α)η εκ του τελωνειακού καταστήματος, των αποθηκών ή περιβόλων αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων προ της εκδόσεως της περί τούτου εγγράφου αδείας. β)η εξαγωγή εμπορευμάτων εκ των αποταμιευτικών καταστημάτων ή αποθηκών, ή εκ των περιβόλων αυτών, άνευ εγγράφου αδείας των αρμοδίων οργάνων της τελωνειακής αρχής, και γ)πάσα έλλειψις εμπορευμάτων τεθέντων υπό διαμετακόμισιν, είτε εν ιδιωτική, είτε εν ιδιαιτέρω διαμερίσματι δημοσίας αποθήκης. Δια την τοιαύτην έλλειψιν ευθύνεται ο αποταμιευτής, εάν δεν αποδειχθή η παρ’ άλλου παράνομος αφαίρεσις του ελλείποντος εμπορεύματος. Η έγγραφος άδεια των αρμοδίων τελωνιακών υπαλλήλων δεν αποκλείει την λαθρεμπορίαν, όταν η άδεια εξεδόθη χωρίς να υπάρχη νόμιμος περίπτωσις εκδόσεως τοιαύτης, ή χωρίς να ενεργηθώσιν οι κατά νόμον προαπαιτούμενοι της εκδόσεως αυτής διατυπώσεις και πληρωμαί. Ο ούτος εκδούς την άδειαν τελωνιακός υπάλληλος, αν ενήργησεν εν δόλω ή αν ενήργησεν εξ αμελείας, τιμωρείται με φυλάκισιν το πολύ ενός μηνός και χρηματικήν ποινήν μέχρι δραχ. 100. Ο επί τη βάσει τοιαύτης αδείας ενεργήσας τα εν τοις εδαφ. α΄ και β΄ του άρθρου τούτου ιδιώτης υπόκειται εις τας ποινάς εις ας θα υπέκειτο και αν ενήργει την πράξιν άνευ αδείας: α)αν εκ συνεννοήσεως αυτού μετά του δολίως ενεργήσαντος υπαλλήλου εξεδόθη η άδεια και β)αν του ιδιώτη αποκρύψαντος ή παραμορφώσαντος την αλήθειαν προς τον υπάλληλον, καθ’ οιονδήποτε τρόπον, ο υπάλληλος ενήργησεν εξ αμελείας ή και άνευ ουδεμιάς υπαιτιότητας. Σελ. 287 148 Λαθρεμπορία 30.Β.μ.1-2 Άρθρ.9.-Η κατά τους κειμένους νόμους καταγινωσκομένη επί λαθρεμπορία χρηματική ποινή του οκταπλού τέλους επιβάλλεται υπό της αρμοδίας τελωνιακής αρχής μόνον όταν το αντικείμενον της λαθρεμπορίας κατασχεθή κατά τας διατάξεις των κατωτέρω άρθρ. 10 και 11. Αρμοδία τελωνιακή αρχή είναι ο προϊστάμενος του τελωνείου α΄, β΄, και γ΄ τάξεως, εν τη περιφερεία του οποίου διεπράχθη η λαθρεμπορία. Άρθρ.10.-Το αντικείμενον της λαθρεμπορίας, και τα εις κατάσχεσιν υποκείμενα, κατά το άρθρ. 1 του Νόμ. ΒΥΙΖ΄ της 9 Απρ. 1896 μεταγωγικά μέσα κατάσχονται. α)Όταν η λαθρεμπορία είναι εν τω πράττεσθαι. Είναι εν τω πράττεσθαι η λαθρεμπορία, εφ’ όσον το αντικείμενον αυτής δεν ετοποθετήθη ακόμη εν τω τόπω της οριστικής εναποθέσεως αυτού, ήτοι εν τη οικία τω καταστήματι, τη αποθήκη ή οιωδήποτε άλλω τόκω προωρισμένω υπό του δράστου ή του συμμετόχου της πράξεως εις οριστικήν εναπόθεσιν του λαθρεμπορεύματος β)Αρτίως, μετά την συντέλεσιν της λαθρεμπορίας. Η περίπτωσις αύτη υφίσταται, όταν απετέθη μεν το αντικείμενον της πράξεως εις τον τόπον της οριστικής αυτού εναποθέσεως, αλλ’ ο ενεργών την κατάσχεσιν δημόσιος λειτουργός, αντιληφθείς αυτό εν ω μετεφέρετο, παρηκολούθησε αυτό μέχρι του τόπου της εναποθέσεως εις ον εζήτησε να εισέλθη άμα έφθασεν. Είναι αδιάφορον το χρονικόν διάστημα της στιγμής της εισόδου, εφ’ όσον το διάστημα τούτο παρετάθη ένεκεν εμποδίων παρεμβληθέντων εις την είσοδον του υπαλλήλου. γ)Όταν ο δράστης συλλαμβάνεται εγγύς του τόπου της τελέσεως της λαθρεμπορίας, εν τη κατοχή οιωνδήποτε πειστηρίων ή συνεπεία καταδιώξεως δια δημοσίας κραυγής, καθίσταται δε δυνατή η μέχρι της εβδόμης ώρας της εσπέρας της επομένης ημέρας ανεύρεσις του αντικειμένου ή του μέσου της λαθρεμπορίας.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.