📄 Κείμενο νόμου
9. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ' αριθ. 1623 της 4/4 Ιαν. 1951 Περί αναστολής διώξεως αδικημάτων τινών, προσωρινής απολύσεως καταδίκων και τροποποιήσεως διατάξεών τινων των Ποινικών Κωδίκων. Άρθρ.1.-1.Αποσβέννυται δια παραγραφής ή ποινική δίωξις επί πάντων των πταισμάτων ως και των πλημμελημάτων καθ' ων ο νόμος απειλεί ποινήν φυλακίσεως ουχί ανωτέραν του έτους ή χρηματικήν ποινήν, εφ' όσον ταύτα διεπράχθησαν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου. 2.Της κατά την προηγουμένην παράγραφον παραγραφής εξαιρούνται τα αδικήματα πλαστογραφίας, τοκογλυφίας και μοιχείας, αι αγορανομικαί παραβάσεις και αι παραβάσεις των νόμων περί προστασίας του Εθνικού νομίσματος ως και αι τιμωρούμεναι με τας υπό των τελευταίων τούτων νόμων απειλουμένας ποινάς. 3.Αι δικογραφίαι αι αφορώσαι αδικήματα περί ων το παρόν άρθρον τίθενται εις το αρχείον δια πράξεως του αρμοδίου Εισαγγελέως ή Δημοσίου Κατήγορου. Περί της τύχης των πειστηρίων αποφαίνεται αμετακλήτως το Συμβούλιον των Πλημμελειοδικών, προκειμένου δε περί πταισμάτων ο αρμόδιος Πταισματοδίκης. Αι περί αποζημιώσεως και ικανοποιήσεως αξιώσεις του παθόντος δεν θίγονται εκ της δια του παρόντος επερχομένης παραγραφής. Άρθρον 8 "1.Δια την κατάρτισιν των υπό του άρθρ. 56 του νέου Ποινικού Κώδικος προβλεπομένων νόμων "περί του τρόπου εκτελέσεως ποινών και μέτρων ασφαλείας, ως και των εσωτερικών κανονισμών της λειτουργίας των σωφρονιστικών, αναμορφωτικών και λοιπών Καταστημάτων προλήψεως του εγκλήματος" συγκροτείται , δι' αποφάσεως του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, πενταμελής Επιτροπή απαρτιζομένη ((1) εκ του Καθηγητού της Εγκληματολογίας και Σωφρονιστικής παρά τω Πανεπιστημίω Αθηνών ως Προέδρου, 2)εκ του Γενικού Διευθυντού της Ποινικής Δικαιοσύνης παρά τω Υπουργείω Δικαιοσύνης, 3)εξ ενός Διευθυντού της αυτής Γενικής Διευθύνσεως και 4)εκ δύο Υφηγητών του Ποινικού Δικαίου και της Εγκληματολογίας και Σωφρονιστικής, μη κατεχόντων ετέραν έμμισθον ακαδημαϊκήν θέσιν). Οι Υφηγηταί εκτελούν καθήμοντα ειδικών Εισηγητών. Η επιτροπή ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τριών εκ των μελών αυτής. Δυνάμει του άρθρ. 4 Ν.Δ. 3437/1955 (κατ. αριθ. 14) η ως άνω Επιτροπή συγκροτείται εκ του Γενικού Διευθυντού Ποινικής Δικαιοσύνης, ως Προέδρου, εκ δύο Καθηγητών ή Υφηγητών Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου και εκ δύο Διευθυντών της Γεν. Διευθύνσεως Ποινικής Δικαιοσύνης, οριζομένων απάντων δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης. Χρέη Γραμματέως της Επιτροπής εκτελεί είς των Τμηματαρχών της αυτής Γενικής Διευθύνσεως οριζόμενος ομοίως. "Εις την αυτήν ως άνω Επιτροπήν δύναται υπό του Υπουργού της Δικαιοσύνης να ανατίθεται η μελέτη και επεξεργασία νόμων και Δ/γμάτων αναγομένων εις την εκτέλεσιν των ποινών και μέτρων προλήψεως του εγκλήματος, ως και η μελέτη παντός θέματος αναγομένου εις την εγκληματολογικήν και σωφρονιστικήν Επιστήμην. Σελ. 168(δ) ΜΕ-66 Τον Πρόεδρον της Επιτροπής απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο παρά τω Υπουργείω Δικαιοσύνης Γενικός Διευθυντής Ποινικής Δικαιοσύνης και τον μετέχοντα της Επιτροπής Διευθυντήν έτερος Διευθυντής ή Τμηματάρχης της αυτής Γενικής Διευθύνσεως οριζόμενος δι' αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης", "ή Διοικ. Επιθεωρητής Φυλακών οριζόμενος ομοίως". Τα εντός « » εδάφια προσετέθησαν δια του άρθρ. 4 Ν.Δ. 2603/1953 (τόμ. 6Α σελ. 639 (α), η δε τελευταία φράσις προσετέθη δια του άρθρ. 5 Ν.Δ. 2763/1954 (τόμ. 9 σελ. 160α). 2.Εις τα μέλη της Επιτροπής καταβάλλεται μηνιαία αποζημίωσις οριζομένη δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών". Το άρθρ. 8 αντικατεστάθη ως άνω δια του άρθρ. 24 Νόμ. 2229/1952 (6.Ιβ.33). 9.Γ.α.9 Αναστολή της ποινής Άρθρ.2.-Καταδικαστικαί αποφάσεις εκδοθείσαι μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου επί τινι των εν τω προηγουμένω άρθρω αδικημάτων θεωρούνται παραγεγραμμέναι, οι δε δυνάμει αυτών κρατούμενοι απολύονται των φυλακών. Άρθρ.3.-1.Αναστέλλεται υπό όρον κατά τα εν άρθρ. 4 οριζόμενα η εκτέλεσις των καταδικαστικών αποφάσεων των εκδοθεισών μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, δι' ων επεβλήθησαν ποιναί φυλακίσεως" ή περιορισμός εν Σωφρονιστικώ Καταστήματι" μη υπερβαίνουσαι το έτος, δι' αδικήματα καθ' ων ο νόμος απειλεί ποινήν μείζονα του έτους. "Εις την αναστολήν ταύτην υπάγονται και αι συγχωνευτικαί αποφάσεις, εφ' όσον εις την κυρίαν ποινήν φυλακίσεως μέχρις ενός έτους συνεχωνεύθησαν μία ή πλείονες ποιναί κρατήσεως συνεπεία δε της τοιαύτης συγχωνεύσεως κατεγνώσθη συνολική ποινή υπερβαίνουσα το έτος'' Τα εντός « » προσετέθησαν δια του άρθρ. 3 Νόμ. 2218/1952, (τόμ. 4). 2.Απολύονται προσωρινώς υπό όρον κατά τα εν τω άρθρ. 4 οριζόμενα οι κατά την ισχύν του παρόντος νόμου α)εκτίοντες ποινήν φυλακίσεως υπερβαίνουσαν το έτος, οίτινες δεν συνεπλήρωσαν το 21ον έτος της ηλικίας των ή υπερέβησαν το 70ον έτος, β)οι εκτίοντες ποινήν φυλακίσεως ανωτέραν του έτους άμα τη εκτίσει του ενός τρίτου της εκτιομένης ποινής. 3.Της κατά το παρόν άρθρον αναστολής εκτελέσεως της ποινής και της ύφ όρον απολύσεως εξαιρούνται: Α)Οι καταδικασθέντες επί παραβάσει α)της υπ' αριθ. 19 του 1945 Συντακτικής Πράξεως, β)του Α.Ν. 453 του 1945, γ) του Γ' Ψηφίσματος, ως τούτο συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, δ)του Α.Ν. 509 του 1948, ε)του Νομ. ΤΟΔ', ς)των νόμων περί λαθρεμπορίας, ζ)των νόμων περί προστασίας του εθνικού νομίσματος και η)των νόμων περί μονοπωλίου των ναρκωτικών φαρμάκων, θ)του νόμου ΓΩΛΣΤ' "περί ζωοκλοπής και ζωοκτονίας", ι)των άρθρ. 363 επ. του Π. Νόμου περί ληστείας και ια)δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Συνεταιρισμών ή Συνεταιριστικών Οργανώσεων δι' αδικήματα σχέσιν έχοντα προς την υπηρεσίαν των, Β)οι έχοντες δύο προηγουμένας καταδίκας δι' οιονδήποτε αδίκημα οποτεδήποτε τελεσθέν, εκ των οποίων η μία τουλάχιστον εις ποινήν φυλακίσεως ανωτέραν του έτους και Γ)οι εκτίοντες ποινήν επί κλοπή, απάτη και πλαστογραφία εφ' όσον έχουσιν ετέραν καταδίκην εφ' οιωδήποτε των αδικημάτων τούτων οποτεδήποτε, τελεσθέντι. Άρθρ.4.-Οι τυχόντες του ευεργετήματος της αναστολής της εκτελέσεως της ποινής κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου εάν εντός πενταετίας υποπέσωσιν εις νέον εκ δόλου προερχόμενον αδίκημα και καταδικασθώσιν οποτεδήποτε εις ποινήν στερητικήν της ελευθερίας ανωτέραν των 3 μηνών, εκτίουν αθροιστικώς μετά την λήξιν της νέας ποινής και ολόκληρον την ανασταλείσαν ποινήν ή το ανασταλέν βάσει του παρόντος Νόμου υπόλοιπον, άλλως η ποινή αυτών θεωρείται οριστικώς εκτιθείσα. (Αντί της σελ. 167(γ) Σελ. 167(δ) ΜΕ-65 Αναστολή της ποινής 9.Γ.α.9 Άρθρ.5.-Την προσωρινήν απόλυσιν βάσει του παρόντος Νόμου διατάσσει ο Εισαγγελεύς του τόπου της κρατήσεως προκειμένου περί πταίσματος ή αρμοδία Αστυνομική Αρχή. Πάσα αμφισβήτησις εν τη εφαρμογή του παρόντος νόμου λύεται αμετακλήτως υπό του Συμβουλίου των Πλημμελειοδικών του τόπου της κρατήσεως ή της κατοικίας του καταδικασθέντος. Άρθρ.6.-(Τροποποιούνται τα άρθρ. 294, 295, 314 και 339 του Πονικού Κώδικος, τόμ. 8 σελ. 58 (α), 60 (β) και 63 (α). Άρθρ.7.-(Τροποποιούνται τα άρθρ. 113, 489 και 592 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας, τόμ. 9 σελ. 40 (γ), 110 (α) και 130).
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.