📄 Κείμενο νόμου
28. ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Αριθ. 10855 της 1/1 Φεβρ. 1988 (ΦΕΚ Β΄ 40) Δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της από 26.1.88 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. περί κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων των μισθωτών όλης της χώρας και ρύθμιση άλλων θεμάτων. Έχοντας υπόψη: 1.Τις διατάξεις του Νόμ. 3239 / 55 όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το Ν.Δ. 3755/57, 186/69, 1198/72 και 73/74. 2.Την αριθ. 96944 / 87 (ΦΕΚ 551/Β/20.10.87) απόφαση Υπουργού Εργασίας «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων του Υπουργού Εργασίας και εξουσία υπογραφής στους Γενικό Γραμματέα κ.λπ., αποφασίζουμε: (Μετά τη σελ. 130,24) Σελ. 130,25 Τεύχος 1295 – Σελ. 55 Κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων 15.Δ.γ.26-28 50 Να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης η πιο πάνω ΣΣΕ η οποία μας κατατέθηκε την 26.1.1988 και συντάχθηκε το υπ’ αριθ. 4 / 88 πρακτικό καταθέσεως, της οποίας το περιεχόμενο έχει ως εξής: ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ΕΤΟΥΣ 1988) Καθορισμός συνολικών γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων των μισθωτών όλης της χώρας και ρύθμιση άλλων θεμάτων. Σήμερα Τρίτη 26 Ιαν. 1988, οι υπογράφοντες: αφενός α) Θεόδωρος Παπαλεξόπουλος, Πρόεδρος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών, ως εκπρόσωπος αυτού, β) Σπύρος Δεμαρτίνος και Διονύσιος Κορφιάτης αντίστοιχα ως Πρόεδρος και Γενικός Γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδας ως εκπρόσωποι αυτής, γ) Αλέξανδρος Δρακάτος, ως κοινός εκπρόσωπος των Εμπορικών Συλλόγων Αθηνών και Θεσσαλονίκης και Χαράλαμπος Κεφάλας ως αντιπρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιά και εκπρόσωπος αυτού και αφετέρου Γεώργιος Ραυτόπουλος Πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας, ως εκπρόσωπος αυτής, όλοι νόμιμα εξουσιοδοτημένοι κατά τις διατάξεις του άρθρ. 7 του Νόμ. 3239/55 συνήλθαν στο Υπουργείο Εργασίας και συνεφώνησαν τα ακόλουθα: Άρθρ.7. – Στο θέμα της υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων, που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όλες τις πλευρές, θα δοθεί απόλυτη προτεραιότητα σε άμεσο προσεχή διάλογο προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης ειδικής συμφωνίας. Άρθρ.8. – Όσες διατάξεις της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών και της 7/1987 ΠΔΔΔ Αθηνών δεν έχουν καταργηθεί ή τροποποιηθεί εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν τροποποιούνται με την παρούσα. Διατηρούνται επίσης σε ισχύ οι ευνοϊκότερες από την παρούσα διατάξεις. Άρθρ.9. – Τυχόν ανώτερες από την παρούσα καθοριζόμενες αποδοχές (μισθοί και επιδόματα), ή ευνοϊκότεροι όροι εργασίας, που προβλέπονται από νόμους, δ/τα, υπουργικές αποφάσεις δ.α., εσωτερικούς κανονισμούς, έθιμα ή από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, δεν θίγονται από τις διατάξεις της παρούσας. Άρθρ.10.–Η ισχύς της παρούσας αρχίζει από 1 Ιαν. 1988. Άρθρ.1.–Τα συνολικά γενικά κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων, όπως έχουν διαμορφωθεί την 31.12.1987 με βάση τη διαιτητική απόφαση 7/ 1987 του ΠΔΔΔ Αθηνών (ανωτ. αριθ. 26), αυξάνονται από 1 Ιαν. 1988 α)κατά το ποσοστό 4,3% που καθορίστηκε με την Α.442/Α/19/8.1.1988 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και 1,2% ως πρόσθετη αύξηση λόγω της συμβολής των εργαζόμενων στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας και β) κατά την ΑΤΑ του Α΄4/μήνου 1988 που καθορίστηκε σε ποσοστό 4% με την Α.443/Α.20/8.1.1988 απόφαση του Υπουργού Εθν. Οικονομίας. Άρθρ.2.–1.Τα παραπάνω συνολικά γενικά κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων αναπροσαρμόζονται από την 1.5.1988 και από την 1.9.1988 σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Εθν. Οικονομίας με την οποία θα καθορίζεται το ποσοστό της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής για τα αντίστοιχα τετράμηνα. 2.Για τη χορήγηση της αναπροσαρμογής των μισθών και ημερομισθίων που προβλέπονται από την παρούσα συλλογική σύμβαση εργασίας θα ισχύσουν τα κλιμάκια αποδοχών και οι προϋποθέσεις που καθορίζονται από την 119595/3511/18.12.1987 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Σελ. 130,26 Τεύχος 1295 – Σελ. 56 Άρθρ.3.–Οι διατάξεις του άρθρ. 3 παρ. 1, 2 και 3 της 1 / 1982 (ανωτ. αριθ. 20) απόφασης του Δευτεροβάθμιου Διοικητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, που προσδιορίζουν το βασικό μισθό, το βασικό ημερομίσθιο και τα διορθωτικά ποσά, εξακολουθούν να ισχύουν. Τα επιδόματα, που προβλέπονται από προηγούμενες εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή όμοιας έκτασης διαιτητικές αποφάσεις, καθώς και από την παρούσα, υπολογίζεται επί των βασικών μισθών και ημερομισθίων που προβλέπονται από την παραπάνω διαιτητική απόφαση. Άρθρ.4.–Χορηγείται επίδομα γάμου με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις 10/1976 (ανωτ. αριθ. 14), 9/1978 (ανωτ. αριθ. 15), 100/1979 (ανωτ. αριθ. 17) αποφάσεις του ΔΔΔΔ Αθηνών και το άρθρ. 5 της εθν. γεν. συλλ. συμ. εργασίας της 14.2.1984, όπως έχει τούτο ρυθμισθεί με τις διατάξεις του Νόμ. 1414/1984. 2.Σε όσες έγγαμες εργαζόμενες γυναίκες δεν καταβάλλεται επίδομα γάμου, με βάση τις παραπάνω διατάξεις, χορηγείται επίδομα γάμου επί του βασικού μισθού ή επί του βασικού ημερομισθίου τους, από 1 Ιαν. 1988 σε ποσοστό 5% και από 1 Ιαν. 1989 σε ποσοστό 10% συνολικά. Το ανωτέρω άρθρο κυρώθηκε και έχει ισχύ νόμου από τότε που ίσχυσε από την παρ. 1 άρθρ. 2 Νόμ. 1766/28 Μαρτ. – 4 Απρ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 61), τόμ. 14 σελ. 38,220. Εκπαίδευση Συνδικαλιστικών Στελεχών. Άρθρ.5.–1.Επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, που απασχολούν εκατό ή περισσότερους εργαζόμενους, έχουν την υποχρέωση να χορηγούν πρόσθετη κανονική άδεια με αποδοχές έως δέκα τέσσερις ημέρες κάθε ημερολογιακό έτος σε αναλόγια 1% του απασχολούμενου κατά το χρόνο χορήγησης της άδειας προσωπικού με σκοπό τη συμμετοχή σε προγράμματα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης συνδικαλιστικών στελεχών. 2.Οι εργαζόμενοι, που θα πάρουν την άδεια της προηγούμενης παραγράφου, επιλέγονται από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας και δεν μπορεί να είναι λιγότεροι από τρεις ούτε περισσότεροι από δέκα πέντε. 3.Οι άδειες χορηγούνται υπό την προϋπόθεση ότι η ΓΣΕΕ θα έχει προηγουμένως ανακοινώσει αναλυτικό πρόγραμμα εκπαίδευσης, που θα καλύπτει το χρόνο διάρκειας της αδείας. 15.Δ.γ.28 Κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων 51 Άρθρ.6. – 1.Αυξάνεται η εργοδοτική εισφορά στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας κατά ποσοστό 0,25% και διαμορφώνεται συνολικά σε ποσοστό 0,75%. 2.Συμφωνείται καταβολή πρόσθετης εργοδοτικής εισφοράς ποσοστού 0,2% στον Οργανισμό Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) για την ενίσχυση προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης. Οι επιχειρήσεις έχουν την ευχέρεια να διαθέσουν αυτό το ποσοστό σε προγράμματα εκπαίδευσης, τα οποία οι ίδιες θα σχεδιάσουν και θα εκτελέσουν. Εάν δεν καλυφθεί το ποσοστό απ’ αυτά τα προγράμματα, καταβάλλεται στον ΟΑΕΔ η διαφορά. Το ανωτέρω άρθρο κυρώθηκε και έχει ισχύ νόμου από τότε που ίσχυσε από την παρ. 1 άρθρ. 2 Νόμ. 1766/28 Μαρτ. – 4 Απρ. 1988 (ΦΕΚ Α΄ 61), τόμ. 14 σελ. 38, 220. Για την προβλεπόμενη από την άνω παρ. 2 εργοδοτική εισφορά και την αναπροσαρμογή της από 1.1.1994 σε ποσοστό 0,45% βλέπε άρθρ. 14 παρ. 1 Νόμ. 2224/5 – 6 Ιουλ. 1994 (ΦΕΚ Α΄ 112), ανωτ. Τόμ. 15(2), σελ. 98,717.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.