Εν συντομία
Αυτός ο νόμος αφορά την κωδικοποίηση και τη διατήρηση σε ισχύ συγκεκριμένων διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ιδίως όσον αφορά τη λειτουργία διοικητικών δικαστηρίων ορίων, μέλη εφορευτικών επιτροπών και υπαλλήλους συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων.
Τι ρυθμίζει
- Τη σύσταση και λειτουργία διοικητικών δικαστηρίων ορίων σε κάθε Νομό.
- Τη διαδικασία καθορισμού ορίων μεταξύ Δήμων ή Κοινοτήτων.
- Τη συμμετοχή μελών σε εφορευτικές επιτροπές για εκλογές.
- Την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων σε συνδέσμους Δήμων ή Κοινοτήτων.
Ποιους αφορά
- Δήμους και Κοινότητες που έχουν διαφορές σχετικά με τα όριά τους.
- Πολίτες που συμμετέχουν σε εκλογικές διαδικασίες ως μέλη εφορευτικών επιτροπών.
- Υπαλλήλους που εργάζονται σε συνδέσμους Δήμων ή Κοινοτήτων.
Βασικά σημεία
- Σε κάθε Νομό λειτουργεί διοικητικό δικαστήριο ορίων, αποτελούμενο από τον διευθυντή της Νομαρχίας (ή υπάλληλο), έναν ειρηνοδίκη και έναν μηχανικό δημόσιο υπάλληλο.
- Το δικαστήριο ορίζει δικάσιμο τουλάχιστον 30 ημέρες πριν τη συζήτηση και συνεδριάζει στο νομαρχιακό κατάστημα.
- Οι αποφάσεις του δικαστηρίου μπορούν να διορθωθούν εντός εξαμήνου από την έκδοσή τους, εφόσον υπάρχουν προφανείς παραλείψεις ή σφάλματα στην περιγραφή των ορίων, με ομόφωνη απόφαση.
- Οι οριστικές αποφάσεις του διοικητικού δικαστηρίου υπόκεινται σε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
📄 Κείμενο νόμου
9. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’αριθ.2888 της 30 Ιουν./1 Ιουλ.1954 Περί κυρώσεως του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος. Καταργήθηκε από το Ν.Δ.222/1973, (κατωτ. αριθ.39), το άρθρ.1 Νόμ.180/1975 τον επανέφερε σε ισχύ, (κατωτ. αριθ.42), κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ.933/1975, (κατωτ. αριθ.9α) και καταργήθηκε από το άρθρ.229 Νόμ.1065/1980 (κατωτ. αριθ.47). 9α. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ.933 της 8/31 Δεκ.1975 (ΦΕΚ Α΄297) Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των ισχυουσών διατάξεων περί του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος. Καταργήθηκε από το άρθρ. 229 Νόμ. 1065/ 1980, (κατωτ. αριθ. 47), εκτός από τα άρθρ. 14, 45 παρ. 4 εδάφ. 2 και 144 που διατηρήθηκαν σε ισχυ από το ίδιο άρθρ. 299. Βλ.ήδη Π.Δ.323/1989 (ΦΕΚ Α΄146) κατωτ. αριθ. 70 και Π.Δ.410/14-14 Νοεμ.1995 (ΦΕΚ Α΄231) κατωτ. αριθ. 83. Διοικητικόν Δικαστήριον Ορίων Άρθρ.14(Άρθρ.12, παρ. 2-8 Δ.Κ.Κ-Άρθρ. 23 παρ. 1 Ν.Δ.3777/1954).-1.Εις έκαστον Νομόν λειτουργεί διοικητικόν δικαστήριον ορίων. Τούτο αποτελείται εκ του διευθυντού της Νομαρχίας εν ελλείψει δε ή κωλύματι αυτού εξ ενός υπαλλήλου της Νομαρχίας κατά προτίμησιν δε του τμηματάρχου τοπικής αυτοδιοικήσεως, οριζομένου υπό του Νομάρχου, ενός ειρηνοδίκου της περιφερείας του Πρωτοδικείου εις ο υπάγονται οι ενδιαφερόμενοι Δήμοι ή Κοινότητες, οριζομένου υπό του Προέδρου του Πρωτοδικείου και ενός μηχανικού Δημοσίου υπαλλήλου, οριζομένου υπό του Νομάρχου Πρόεδρος του Δικαστηρίου τούτου είναι ο Διευθυντής της Νομαρχίας, απόντος δε ή κωλυομένου τούτου ο Ειρηνοδίκης. Καθήκοντα Γραμματέως του Δικαστηρίου εκτελεί Νομαρχιακός υπάλληλος, οριζόμενος υπό του Νομάρχου. Αν οι Δήμοι ή Κοινότητες υπάγονται εις πλείονα πρωτοδικεία του ιδίου Νομού, ο Νομάρχης ορίζει το Πρωτοδικείον, εξ ου θα υποδειχθή ο Ειρηνοδίκης, αν δε υπάγονται εις πλείονας Νομούς, ο Διευθυντής της Νομαρχίας ή ο αναπληρωτής του και ο Μηχανικός και ο Γραμματεύς ορίζονται υπό του Υπουργού των Εσωτερικών, ο αυτός δε Υπουργός ορίζει και το Πρωτοδικείον παρ’ ου θα ληφθή κατά τ’ ανωτέρω και ειρηνοδίκης. 2.Ο πρόεδρος ορίζει δικάσιμον επί των προσφυγών και καλεί τους ενδιαφερομένους δήμους ή κοινότητας εις τη εκδίκασιν της διαφοράς τριάκοντα τουλάχιστον ημέρας προ της συζητήσεως. 3.Το δικαστήριον συνεδριάζει εν τω νομαρχιακώ καταστήματι παρόντων πάντων των μελών αυτού, αποφαίνεται δε κατά πλειοψηφίαν δι’ ητιολογημένης αποφάσεως περιγραφούσης επακριβώς τα όρια. 4.Το δικαστήριον δύναται να διατάσση επιτόπιον έρευναν ενεργουμένην υπ’ αυτού ή δι’ ενός των μελών του καλουμένων πάντοτε των ενδιαφερομένων, δύναται δε αν κρίνη αναγκαίον να βοηθήται υπό μηχανικού δημοσίου υπαλληλου οριζομένου υπό του προέδρου του δικαστηρίου. Εν τη περιπτώσει ταύτη συντάσσεται υπό του μηχανικού και πρόχειρον διάγραμμα των αποφασισθέντων υπό του δικαστηρίου ορίων, οπερ προσαρτάται εις το πρωτότυπον της αποφάσεως. 5.Αντίγραφον της αποφάσεως κεκυρωμένον υπό του προέδρου του δικαστηρίου κοινοποιείται προς τους ενδιαφερομένους δήμους ή κοινότητας και όμοιον αποστέλλεται εις τον νομάρχην. Το πρωτότυπον της αποφάσεως μετά διαγράμματος των ορίων και του φακέλλου της υποθέσεως υποβάλλεται εις το Υπουργείον των Εσωτερικών. 6.Μέχρις ου αποφασίση οριστικώς το δικαστήριον ισχύει η απόφασις περί καθορισμού ορίων της επιτροπής του άρθρ.13. 7.Το δικαστήριον δύναται αυτεπαγγέλτως ή επί ητιολογημένη αιτήσει του νομάρχου να διορθώση τας αποφάσεις αυτού εντός εξαμήνου από της εκδόσεώς των, οσάκις πιστοποιούνται προφανείς παραλείψεις ή σφάλματα περί την περιγραφήν των ορίων. Εις την περίπτωσιν ταύτην η απόφασις δέον να είναι ομόφωνος. 8.Αι οριστικαί αποφάσεις του διοικητικού δικαστηρίου υπόκεινται εις αίτησιν αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σύμφωνα με τα άρθρ.216 και 229 του Νόμ.1065/1980 (κατωτ. αριθ.47), το άρθρ.14 διατηρείται σε ισχύ όπως τροποποιείται από το άρθρ.216 του ίδιου νόμου. Τις νέες διατάξεις του άρθρου βλ. στο άρθρ.216 (κατωτ. σελ.52,243). Μέλη εφορευτικών επιτροπών Άρθρ.45 4.(Εν περιπτώσει κωλύματος ή εξ οιουδήποτε λόγου απουσίας του προέδρου της εφορευτικής επιτροπής, αντιπροσώπου της δικαστικής αρχής, ούτος αναπληρούται υπό του κατά την οικείαν διάταξιν του Νόμου περί εκλογής βουλευτών ορισθέντος αναπληρωτού του, ελλείποντος δε και τούτου, δι’ οιονδήποτε λόγον, η εκλογή ενεργείται εγκύρως ενώπιον τριών τουλάχιστον μελών της εφορευτικής επιτροπής υπό την προεδρίαν του εξ αυτών πρεσβυτέρου). Αι διατάξεις της (Αντί για τη σελ.11(η) Σελ.11(θ) Τεύχος 1246-Σελ.1 Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας 3.Α.α.9-9α παρούσης παραγράφου εφαρμόζονται και επί εκλογής βουλευτών ως και πάσης άλλης εκδηλώσεως της λαϊκής ετυμηγορίας. Το εδάφ.2 της παρ.4 του άρθρ.45 διατηρείται σε ισχύ από το άρθρ.229 Νόμ.1065/1980 (κατωτ. αριθ.47). Υπάλληλοι Άρθρ.144.-«1.Η υπηρεσία των συνδέσμων διεξάγεται κατά τας διατάξεις του άρθρ.109 του Ν.Δ.1140/1972 «περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των «περί καταστάσεως Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων διατάξεων» και υπό των εις το ανωτέρω άρθρον διαλαμβανομένων προσώπων. 2.Οι κατά τας διατάξεις της παρ.3 του άρθρ.109 του Ν.Δ.1140/1972 διεξάγοντες την υπηρεσίαν των συνδέσμων εις τους οποίους μετέχουν πλείονες των πεντήκοντα δήμοι ή κοινότητες ή Δήμοι και κοινότητες δύνανται να υπαχθούν εις τας διατάξεις του πρώτου βιβλίου του αυτού Ν.Δ/τος, κατ’ ανάλογον εφαρμογήν των εις το άρθρ.75 αυτού οριζομένων, εφ’ όσον οι σύνδεσμοι εκ του σκοπού της συστάσεώς των και της αναπτυχθείσης δράσεώς των προορίζονται να καλύπτουν διαρκείς ανάγκας, η δε οικονομική κατάστασις αυτών επιτρέπει την τοιαύτην υπαγωγήν. Εις περίπτωσιν υπαγωγής η διαβάθμισις των θέσεων προσωπικού των κλάδων ΑΤ δεν δύναται να ορισθή εις βαθμόν ανώτερον του 2ου. 3.Επιφυλασσομένων των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, η υπαγωγή, προκειμένου περί συνδέσμων εις τους οποίους οι μετέχοντες δήμοι ή κοινότητες ή δήμοι και κοινότητες ανήκουν εις πλείονας νομούς, ενεργείται δι’ αποφάσεως του νομάρχου εις την περιφέρειαν του οποίου κείται η έδρα του συνδέσμου, εκδιδομένης μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του παρά τη αυτή νομαρχία υπηρεσιακού συμβουλίου του άρθρ.63 του Ν.Δ.1140/1972, ως ισχύει. Προκειμένου περί συνδέσμων των οποίων η έδρα κείται εις την περιφέρειαν του Νομού Αττικής, εάν οι μετέχοντες δήμοι ή κοινότητες ή δήμοι και κοινότητες ανήκουν εις διαφόρους νομούς ή διαμερίσματα η υπαγωγή ενεργείται δι’ αποφάσεως του νομάρχου Αττικής, εκδιδομένης μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του παρά τω Διαμερίσματι Αθηνών υπηρεσιακού συμβουλίου του άρθρ.63 του Ν.Δ.1140/1972, ως ισχύει». Το άρθρ.144 όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρ.3 Νόμ.737/1977 διατηρείται σε ισχύ με το άρθρ.299 του Νόμ.1065/1980 (κατώτ. αριθ.47). Σελ.12(θ) Τεύχος 1246-Σελ.2 3.Α.α.9α Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.