← Ελλάδα

7. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ. 222 της 18 Φεβρ. 1952 Γενικαί οδηγίαι όσον αφορά την επιδότησιν λόγω ανεργίας. Δια την ομοιόμορφον εφαρμογήν των άρθρ. 35 εδ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος παρέχει γενικές οδηγίες για την ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την επιδότηση λόγω ανεργίας, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις και τα χρονικά όρια αυτής της επιδότησης. Σκοπός του είναι να διασφαλίσει τη σωστή εφαρμογή των κανόνων για την παροχή επιδόματος ανεργίας.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
7. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Ι.Κ.Α. Αριθ. 222 της 18 Φεβρ. 1952 Γενικαί οδηγίαι όσον αφορά την επιδότησιν λόγω ανεργίας. Δια την ομοιόμορφον εφαρμογήν των άρθρ. 35 εδ. β΄, 36 παρ. 7 και 38 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/51, δι’ ων καθορίζονται αι προϋποθέσεις και τα χρονικά όρια της επιδοτήσεως λόγω ανεργίας, παρέχομεν εις υμάς κατωτέρω γενικάς οδηγίας μετά τινων παραδειγμάτων, ίνα επί τη βάσει των εκτιθεμένων κριτηρίων ρυθμίζετε τας εμφανιζομένας συγκεκριμένας περιπτώσεις. Ως γνωστόν, η επιδότησις λόγω ανεργίας χωρεί, εφ’ όσον συντρέχουσιν αι δια του άρθρου 35 του προαναφερθέντος νόμου απαιτούμεναι προϋποθέσεις και ειδικώτερον εάν πληρούνται εν τω προσώπω του ησφαλισμένου ο καθοριζόμενος εν τω εδ. β΄ του άρθρου τούτου αριθμός των 150 τουλάχιστον ημερών εργασίας, ας δέον ούτος να έχη πραγματοποιήση εντός του αμέσως προηγουμένου της ημέρας αναγγελίας της ανεργίας του ημερολογιακού έτους ή εντός του 15μήνου. Εξ άλλου, εν άρθρ. 38 παρ. 3 του αυτού νόμου τίθενται τα χρονικά όρια, καθ’ α καταβάλλεται το αναγνωρισθέν, κατά τ’ ανωτέρω, επίδομα λόγω της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως ανεργίας εις τον δικαιούχον. Και καθορίζεται μεν δια της διατάξεως ταύτης ως ανώτατον όριον επιδοτήσεως, αι 180 ημέραι, καθ’ έκαστον ημερολογιακόν έτος, πλην όμως αύται επιτρέπεται επί συνεχιζομένης ανεργίας του ησφαλισμένου, να συμπληρούνται κατά παρέκτασιν της επιδοτήσεώς του και εντός του επομένου του καθ’ ο ήρξατο η επιδότησις ημερολογιακού έτους. Περαιτέρω δε επί περιοδικής ανεργίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρ. 36 παρ. 7 συνεχίζεται η επιδότησις, μέχρις ότου συμπληρωθή το ανώτατον όριο αυτής, μετά την λήξιν της αναληφθείσης παρά του επιδοτουμένου ανέργου εργασίας, από της εξευρέσεως της οποίας είχεν ανασταλή η καταβολή του επιδόματός του. Σελ. 296 Εκ της ανασκοπήσεως των προαναφερθέντων διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι ο νομοθέτης ηθέλησε, λόγω προφανώς της ιδιορρυθμίας του κινδύνου της ανεργίας, εκ της χρονικής ενότητος της ασφαλιστικής ταύτης περιπτώσεως αφ’ ενός μεν να καθορίση την έναρξιν και ιδία την διάρκειαν της επιδοτήσεως του ησφαλισμένου, αφ’ ετέρου δε να διατηρήση την προσδοκίαν της παροχής ταύτης και πέραν του χρόνου της πραγματοποιήσεώς της (18 ημέραι), διότι τότε μόνον ο άνεργος, εφ’ όσον δεν θα φοβήται την εκ της αναλήψεως εργασίας απώλειαν του δικαιώματός του, θα διηυκολύνετο πράγματι εις την εξεύρεσίν της. Επί τη βάσει των ανωτέρω σκέψεων θα ηδύνατο να υποστηριχθή ότι τα εν άρθρ. 36 παρ. 7 τιθέμενα χρονικά όρια, εντός των οποίων δύναται να συνεχίζεται η επιδότησις, δέον να ερμηνευθώσι κατά τρόπον, ώστε, ανασταλείσης της καταβολής του επιδόματος, η διάταξις του άρθρ. 38 παρ. 3 να έχη εφαρμογήν δια την παρέκτασιν της επιδοτήσεως εντός του επομένου έτους του καθ’ ο ήρξατο η επιδότησις και εάν η λήξις της ην ανέλαβεν ο ησφαλισμένος εργασίας εμπίπτη εντός του χρονικού διαστήματος, καθ’ ο θα διήρκει η καταβολή του επιδόματος, εάν δεν ανεστέλλετο συνεπεία της μεσολαβησάσης εργασίας. Προς πληρεστέραν κατανόησιν αι ανωτέρω λύσεις δίδονται επί συγκεκριμένων περιπτώσεων. Παράδειγμα Α΄. Ησφαλισμένος επεδοτήθη λόγω ανεργίας μέχρι 31/7/52 (ημερολογιακόν έτος 1952) επί π.χ. 120 ημέρας. Μετά ταύτα ανεστάλη η επιδότησίς του λόγω εξευρέσεως εργασίας. Ούτος θα διατηρήση την προσδοκίαν της συνεχίσεως της επιδοτήσεώς του επί 60 εισέτι ημέρας προς συμπλήρωσιν του ανωτάτου ορίου της επιδοτήσεώς του (120 + 60 =180) εφ’ όσον ήθελε λήξει η αναληφθείσα παρ’ αυτού εργασία οποτεδήποτε εντός του έτους 1952. Παράδειγμα Β΄. Ησφαλισμένος επεδοτήθη λόγω ανεργίας μέχρι 30/11/51 (ημερολογιακόν έτος 1951) επί π.χ. 60 ημέρας. Μετά ταύτα ανεστάλη η επιδότησίς του λόγω εξευρέσεως εργασίας. Λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ο ανωτέρω, εάν δεν εμεσολάβει η εκ νέου απασχόλησίς του, θα επεδοτείτο κατά παρέκτασιν μέχρι 30-3-52, ότε λόγω συμπληρώσεως του ανωτάτου ορίου της επιδοτήσεώς του θα διεκόπτετο οπωσδήπο τε αύτη, είναι δυνατόν να χωρίση η συνέχισις της ανασταλείσης επιδοτήσεώς του, επί τας ετέρας 120 ημέρας (60 + 120 =180 ημέρας) εφ’ όσον ήθελε λήξει η αναληφθείσα παρ’ αυτού εργασία προ της 30-3-52 (επόμενον ημερολογιακόν έτος 1952). Η αυτή λύσις θα δοθή και εις την περίπτωσιν, καθ’ ην η αρξαμένη το 1951 επιδότησις ανασταλή λόγω αναλήψεως 15Β.Η.α.7 Επίδομα Ανεργίας εργασίας εντός του επομένου ημερολογιακού έτους 1952, αλλά πάντως εφ’ όσον ήθελε λάβει χώραν η λήξις της απασχολήσεως του ησφαλισμένου εντός της κατά παρέκτασιν επιδοτήσεώς του, προ της ημέρας δηλονότι καθ’ ην θα είχε περατωθή αύτη λόγω της συμπληρώσεως του ανωτάτου ορίου της. Εις την περίπτωσιν του ανωτέρω παραδείγματος και εάν ο ησφαλισμένος αναλάβη την εργασίαν κατά την 1/2/52, ότε θα είχεν επιδοτηθή επί π.χ. 120 ημέρας (ημερολογιακά έτη 1951 -1952), είναι δυνατόν να συνεχισθή η επιδότησίς του επί τας ετέρας 60 ημέρας, εφ’ όσον όμως ήθελε λήξει η εργασία του προ της 30.3.52. Παράδειγμα Γ΄. Ησφαλισμένος επεδοτήθη λόγω ανεργίας μέχρι της 31/12/51, επί π.χ. 120 ημέρας (ημερολογιακόν έτος 1951) είτε συνεχώς, είτε διακεκομμένως. Ούτος εν συνεχεία αναλαμβάνει ασφαλιστέαν εργασίαν, συνεπεία της οποίας αναστέλλεται η επιδότησίς του, και απολύεται π.χ. την 1-10-52. Αποδεχόμενοι, κατά τα προεκτεθέντα, εν τη περιπτώσει ταύτη την διάσπασιν της χρονικής ενότητος της ασφαλιστικής περιπτώσεως ανεργίας, δεν είναι δυνατόν να χωρήση συνέχισις της παλαιάς (ανασταλείσης) επιδοτήσεώς του ανέργου. Όθεν εάν, αναγγελομένης της ανεργίας μετά την 1-10-52 πληρούνται εν τω προσώπω του ησφαλισμένου αι προϋποθέσεις του άρθρ. 35 εδ. β (150 ημέραι εργασίας …..….) συντρέχει περίπτωσις νέας επιδοτήσεώς του μέχρι το πολύ επί 180 ημέρας. Διάκρισις όμως δέον να γίνη εάν μεταξύ των δύο επιδοτήσεων (παλαιάς - νέας) μεσολαβή τοσούτον χρονικόν διάστημα καθ’ ο δεν ηδύναντο να πραγματοποιηθώσι εκ νέου αι εν λόγω ημέραι εργασίας. Εις την περίπτωσιν του ανωτέρω παραδείγματος θα είναι δυνατόν να χωρήση νέα επιδότησις, πραγματοποιουμένη όμως από του χρονικού σημείου καθ’ ο μετά την λήξιν της εργασίας του ησφαλισμένου αναγγελλομένης της ανεργίας του π.χ. την 1/8/52 θα συνυπάρξη εν τω προσώπω αυτού και η πλήρωσις των χρονικών προϋποθέσεων. Τούτο δε ειδικώτερον δύναται να συμβή είτε δια της προσμετρήσεως των πραγματοποιηθεισών παρ’ αυτού ημερών εργασίας, ασχέτως εάν έχουσιν ήδη υπολογισθή κατά την παλαιάν επιδότησίν του (εφ’ όσον βεβαίως αύται εμπίπτουσι εντός των χρονικών ορίων του άρθρ. 35, προηγούμενον ημερολογιακόν έτος ή 15μηνον), είτε δια της αναβολής της αναγνωρίσεως δικαιώματος, επερχομένης μελλοντικώς και εφ’ όσον, δια της αναγγελίας πλάσματι πλέον της ασφαλιστικής περιπτώσεως (εντός πάντως της δια την παραγραφήν του δικαιώματος τασσομένης εξαμήνου προθεσμίας) ήθελε συνυπάρξη η ανεργία του ησφαλισμένου και η πλήρωσις των χρονικών προϋποθέσεων.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.