📄 Κείμενο νόμου
3. ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ υπ’ αριθ. 2511 της 6/11 Αυγ. 1953 Περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων. Κατηργήθη δια του άρθρ. 15 Νόμ. 3464/1955 ανωτ. σελ. 98,19. 4. ΑΝΑΓΚ. ΝΟΜΟΣ υπ. αριθ. 99 της 18 Ιουλ./11 Αυγ. 1967 (ΦΕΚ Α΄ 140) Περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Νόμ. 2112/1920 περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας. Άρθρ.1.-1.Ομαδικαί απολύσεις είναι άκυροι και αι σχετικαί καταγγελίαι της σχέσεως εργασίας θεωρούνται ως μηδέποτε γενόμεναι, εάν προ της παρελεύσεως μηνός από της αναγγελίας αυτών εις το οικείον Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας δεν τύχωσι της εγκρίσεως του Υπουργού Εργασίας, χορηγουμένης κατ’ αίτησιν του ενδιαφερομένου εργοδότου μετά γνώμην του παρά τω Υπουργείω Εργασίας Ε.Γ .Σ.Κ.Π. «υποβαλλομένης της αιτήσεως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας οκτώ ημερών από της ως άνω αναγγελίας». Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης χωρίς να αποφανθή ο Υπουργός αι απολύσεις καθίστανται (εφεξής) έγκυροι. Η εντός « » φράσις της πρώτης περιόδου προσετέθη και η εντός ( ) λέξις της δευτέρας περιόδου διεγράφη δια της παρ. 1 άρθρ. 1 του κατωτέρω φΑ.Ν. 173/1967. 2.Ο Υπουργός Εργασίας δύναται κατά τας περιστάσεις, μετά γνώμην του ανωτέρω συμβουλίου εντός του ως άνω μηνός να παρατείνη την ανωτέρω προθεσμίαν μέχρις ενός εισέτι μηνός. 3.(Αι ισχυροποιούμεναι απολύσεις πραγματοποιούνται υπό της επιχειρήσεως, τηρουμένων των κειμένων διατάξεων περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας). Η κατά τον Νόμ. 2112 ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως οφειλομένη αποζημίωσις, καταβάλλεται είτε μετά την έγκρισιν των γενομένων ομαδικών απολύσεων, είτε μετά την άπρακτον πάροδον της προθεσμίας περί ης η παρ. 1, «το τυχόν προκαταβληθέν ποσόν της αποζημιώσεως εις την περίπτωσιν της μη εγκρίσεως των απολύσεων, συμψηφίζονται εις οφειλομένας αποδοχάς». Η εντός ( ) πρώτη περίοδος διεγράφη και η εντός « » τελευταία περίοδος αντικατεστάθη ως άνω δια της παρ. 2 άρθρ. 1 του κατωτ. Α.Ν. 173/1967. Άρθρ.2.1.Απολύσεις θεωρούνται ομαδικαί, εφ’ όσον ενεργούνται υπό εκμεταλλεύσεων απασχολουσών άνω των 50 μισθωτών και υπερβαίνουν αύται καθ’ έκαστον ημερολογιακόν μήνα το εκάστοτε ισχύον ποσοστόν επί του εις την αρχήν εκάστου μηνός απασχολουμένου προσωπικού» μη υπολογιζομένου του επί σχέσει εργασίας ωρισμένου χρόνου ή έργου προσωπικού». Η έντος « » τελευταία φράσις προσετέθη δια της παρ. 3 του άρθρ. 1 Α.Ν. 173/1967. «2.Το ποσοστόν τούτο καθορίζεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Απασχολήσεως είτε την αρχήν εκάστου εξαμήνου, είτε ενιαίως, είτε κατά διάκρισιν προκειμένου περί επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων κοινής ωφελείας απασχολουσών πλείονας των πέντε χιλιάδων μισθωτούς, αναλόγως των συνθηκών αγοράς εργασίας και του συμφέροντος της Εθνικής Οικονομίας. Δια των αποφάσεων τούτων δεν δύναται να ορισθή ποσοστόν έλασσον του 2%, ουδέ μείζον του 10%». Η παρ. 2 αντικαταστάθη ως άνω δια της παρ. 1 του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 206/1974 (κατωτ. αριθ. 7). Δια της επομένης παρ. 2 του αυτού άρθρου ορίζονται τα εξής: 2.Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος Ν.Δ/τος και μέχρις εκδόσεως των κατά την προηγουμένην παράγραφον καθοριστικών του ποσοστού των επιτρεπομένων απολύσεων αποφάσεων, πάσα απόλυσις προσωπικού επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων κοινής ωφελείας μισθωτούς, υπόκειται εις την κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 99/1967, ως τροποποιηθείς ισχύει, προβλεπομένην έγκρισιν του Υπουργού Απασχολήσεως. 3.Εις τους περιουρισμούς του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται και δεν συνυπολογίζονται εις τον αριθμόν των απολύσεων, περί ων η προηγουμένη παράγραφος, απολύσεις, δι’ ας συντρέχουσιν οι κάτωθι λόγοι: α)Εκτέλεσις παρά του μισθωτού αξιοποίνου πράξεως διαπραχθείσης εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας η απαγγελία κατ’ αυτού κατηγορίας, δι’ αδίκημα φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. β)Διακοπή της λειτουργίας της εκμεταλλεύσεως λόγω πυρκαϊάς ή άλλου περιστατικού ανωτέρας βίας. γ)Εκκαθάρισις, διάλυσις ή πτώχευσις επιχειρήσεως. δ)Συμπλήρωσις ορίου ηλικίας, προβλεπομένου υπό εγκεκριμένου εσωτερικού κανονισμού επιχειρήσεως ή υπό του Κανονισμού συντάξεων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή ετέρου ασφαλιστικού οργανισμού παρέχοντος σύνταξιν. ε)Έκδηλος παράβασις υποχρεώσεως εξυπηρετήσεως του κοινού συμφέροντος, νοουμένου εν τη εννοία της υποχρεώσεως του σεβασμού των κρατουσών ηθικών αντιλήψεων, των εθνικών παραδόσεων και των γενικών υλικών συμφερόντων και ς)ανάρμοστος και αντιπειθαρχική συμπεριφορά του μισθωτού προς τον εργοδότην. 4.Εν τη εννοία του άρθρου τούτου δεν θεω-ρούνται ως μισθωτοί οι διευθυνταί, οι (Αντί για τη σελ. 100,3(κ) Σελ. 100,3(λ) Τεύχος 1295-Σελ. 1 Έλεγχος απολύσεων μισθωτών 15.Γ.δ.3-4 διαχειρισταί και παρεμφερή διευθύνοντα πρόσωπα πάσης εκμεταλλεύσεως. 5.Εν τη εννοία του παρόντος ο όρος εκμετάλλευσις περιλαμβάνει τας Τραπέζας, πάσαν επιχείρησιν ή εργασίαν εν γένει της ιδιωτικής οικονομίας. Άρθρ.3.-1.Ως σχέσις εργασίας νοείται η εκ της πραγματικής απασχολήσεως του μισθωτού εν τη εκμετελλεύσει δημιουργουμένη σχέσις, ανεξαρτήτως του κύρους της συμβάσεως εργασίας. 2.Η κατά το άρθρ. 1 του παρόντος Νόμου έγκρισις των γενομένων απολύσεων δεν θίγει τας εκ της κειμένης νομοθεσίας καθοριζομένας αποζημιώσεις, ως και την προβλεπομένην διαδικασίαν δια την εγκυρότητα των ατομικών απολύσεων. 3.Εάν ο εργοδότης δεν δύναται ν’ απασχολήση πλήρως τους μισθωτούς μέχρι της κατά το άρθρ. 1 του παρόντος εγκρίσεως των απολύσεων ή παρελεύσεως της οριζομένης προθεσμίας, ο Υπουργός Εργασίας δύναται να επιτρέψη εν τω μεταξύ θέσπισιν βραχείας εργασίας δια μειώσεως του χρόνου εργασίας ή των ημερών απασχολήσεως δια της εφαρμογής της εκ περιτροπής εργασίας, του εργοδότου δικαιουμένου να μειώση αναλόγως το ημερομίσθιον ή τας αποδοχάς των εις βραχείαν εργασίαν απασχολουμένων μισθωτών. Άρθρ.4.-Αι ως άνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται: α)Επί απολύσεων προσωπικού συνεπεία σχέσεως εργασίας ωρισμένου χρόνου ή έργου. β)Επί απολύσεων του προσωπικού (των μεταλλευτικών) των αγροτικών, των εποχιακών, των αλιευτικών, των ναυτιλιακών εκμεταλλεύσεων ως και των επιχειρήσεων των ασκουμένων υπό των συνεταιρισμών του Νόμ. 602. Η μέσα σε ( ) φράση διαγράφηκε από το άρθρ. 7 Νόμ. 1346/1983 (κατωτ. αριθ. 14). γ)Επί εργολάβων δημοσίων έργων ή ιδιωτικών δομικών έργων. «δ)Επί απολύσεων τεχνικών απασχολουμένων εις τας Ημερησίας Εφημερίδας Αθηνών και Θεσσαλονίκης». Η περίπτ. δ΄ προστέθηκε ως άνω από την παρ. 4 άρθρ. 31 Νόμ. 1264/1982 (ΦΕΚ Α΄ 79), (τόμ. 14 σελ. 38,13). Άρθρ.5.-6.(Αναφερόμενα εις την ατομικήν καταγγελίαν συμβάσεως εργασίας, παρατίθενται κατωτ. σελ. 170,01). Άρθρ.7.-Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σελ. 100,4(λ) Τεύχος 1295-Σελ. 2
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.