← Ελλάδα

1. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 23/23 Μαρτ. 1929 Περί κύρους συμβολαιογραφικών τινων εγγράφων. Άρθρ.1.-Συμβολαιογραφικά έγγραφα περιλαμβανόμενα εν τοις αρ

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την επικύρωση ορισμένων συμβολαιογραφικών εγγράφων που έχουν ελλείψεις στον τύπο τους, αλλά φέρουν τις υπογραφές των συμβαλλομένων. Επιτρέπει σε αυτά τα έγγραφα να κηρυχθούν νομίμως συντεταγμένα από τον Πρόεδρο των Εφετών.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
1. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 23/23 Μαρτ. 1929 Περί κύρους συμβολαιογραφικών τινων εγγράφων. Άρθρ.1.-Συμβολαιογραφικά έγγραφα περιλαμβανόμενα εν τοις αρχείοις των συμβολαιογράφων Αθηνών Βασιλείου Συνοδινού, Θεοδώρου Τσάκωνα, Αγγέλου Γρηγοροπούλου, Βασιλείου Παλαιολόγου και Πειραιώς Τηλεμάχου Μπούμη, στερούμενα οιουδήποτε νομίμου τύπου, φέροντα όμως τας υπογραφάς πάντων των εν τοις συμβολαίοις τούτοις συμβαλλομένων, δύναται να κηρυχθώσι νομίμως απ’ αρχής συντεταγμένα υπό του Προέδρου των εν Αθήναις Εφετών, και αν έτι δεν φέρωσι τας υπογραφάς του συντάξαντος αυτά συμβολαιογράφου, του τυχόν συμπράξαντος τοιούτου ή των μαρτύρων ή φέρωσι τας υπογραφάς τούτων πλαστάς. Άρθρ.10.-Πάσα κατά τον παρόντα νόμον διαδικασία είναι απηλλαγμένη παντός τέλους. Η ισχύς του παρόντος άρχεται μετά 10 ημέρας από της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεώς του. Αι διατάξεις του ανωτέρω Ν.Δ. επεξετάθησαν δια των: α)Α.Ν. 2841 της 10/14 Μαρτ. 1941 εις τον Ανδρέαν Κοκοτάκην (Αθηνών) και τους αποβιώσαντας Εμμανουήλ Βλάσσην (Αθηνών), Κίμωνα Κασιμάτην (Θεσ/νίκης), Σπυρίδωνα Μαρκοντωνάτον (Φιλιππιάδος) και Ανδροκλήν Κυριακίδην (Λήμνου). β)Α.Ν. 660 της 13/15 Νοεμ. 1945 εις τον Βιδιάνον Ζάννον (Θήρας). γ)Α.Ν. 660 της 21/23 Οκτ. 1947 εις τον Θεόδωρον Βλαχούλην (Ελευσίνος-Πελοπονήσου). Δια των νόμων τούτων ορίζεται ότι προς ενέργειαν των πράξεων δι’ ας είναι αρμόδιος εν των νόμω ο Πρόεδρος Εφετών Αθηνών, καθίσταται αρμόδιος ο Πρόεδρος Εφετών τα ης έδρας των ως άνω συμβολαιογράφων. Άρθρ.2.-Πας έχων συμφέρον όπως κηρυχθή κύρος έχον συμβολαιογραφικόν έγγραφον εκ των ως άνω αναφερομένων δύναται να υποβάλη σχετικήν αίτησιν, προς τον Πρόεδρον των εν Αθήναις Εφετών. Ο Πρόεδρος επί τη υποβολή της αιτήσεως ορίζει χρόνον προς εκδίκασιν αυτής, διατάσσει την κλήτευσιν των εν τω συμβολαιογραφικώ εγγράφω φερομένων ως συμβληθέντων και παντός κατά την κρίσιν του ενδιαφερομένου και την προσκομιδήν του σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου υπό του φυλλάσοντος αυτό συμβολαιογράφου ή δικαστικού υπαλλήλου. Άρθρ.3.-Ο Πρόεδρος, προς σχηματισμόν πεποιθήσεως, εκτιμά τα υπό των διαδίκων προσκομιζόμενα παντός είδους αποδεικτικά στοιχεία, διατάσσει, εφ’ όσον κρίνει σκόπιμον, την προσκομιδήν παντός αποδεικτικού μέσου, επιβάλλει όρκον εις τους παρισταμένους διαδίκους, μη υποχρεούμενος να τηρήση διαδικαστικούς κανόνας και αποφαινόμενος πάντοτε δι’ ειδικής ητιολογημένης αποφάσεως. Άρθρ.4.-Ο Πρόεδρος υποχρεούται ν’ αποφανθή επί της αιτήσεως, αποκλειομένης της εις το ακροατήριον παραπομπής. Κατά της αποφάσεως ταύτης επιτρέπεται εις τους διαδίκους προσφυγή ενώπιον του Εφετείου Αθηνών εντός 15 ημερών από της κοινοποιήσεως αυτής, κοινοποιουμένη εις τον αντίδικόν του και εκδικαζομένη ως νόμω προτετιμημένη, προ πάσης άλλης την πρώτην δικάσιμον μεθ’ ημέρας 5 από της κοινοποιήσεως. Άρθρ.5.-Ο Πρόεδρος, δεχόμενος την αίτησιν, αναγνωρίζει εν τη αποφάσει την ύπαρξιν μιας εκάστης των ελλείψεων, αποφαίνεται δε ότι αύται δεν επηρεάζουσι το κύρος του σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπερ κηρύσσει ως απ’ αρχής νομίμως κατά τύπους συντεταγμένον. Εάν εν τω εγγράφω δεν αναφέρεται η χρονολογία της συντάξεώς του, προσδιορίζεται αύτη υπό του Προέδρου. Ο Πρόεδρος δεν δύναται ν’ αποφανθή επί των τυχόν εν τω σώματι των εγγράφων κενών. Αι περί αμφισβητήσεως της γνησιότητος της υπογραφής των συμβαλλομένων και προσβολής του εγγράφου ως πλαστού ενστάσεις εξετάζονται υπό του Προέδρου των εν Αθήναις Εφετών, αλλ’ η επί τούτων απόφασις έχει προσωρινήν μόνον ισχύν και δεν βλάπτει την κυρίαν δίκην. Άρθρ.6.-Αντίγραφον της αποφάσεως του Προέδρου προσαρτάται επιμελεία αυτού ή τινος των ενδιαφερομένων εις το σχετικόν και αποτελεί ολοκληρωτικόν αυτού μέρος, συντασσομένης υπό του Προέδρου εν τέλει αυτού σχετικής σημειώσεως. Το συμβολαιογραφικόν έγγραφον μετά του αντιγράφου της αποφάσεως του Προέδρου επιμελεία τούτου αποστέλλεται εις τον εντεταλμένον την φύλαξιν αυτού συμβολαιογράφον, διατασσομένης της καταχωρίσεως αυτού εν ειδικώ βιβλίω του συμβολαιογράφου τούτου εάν δεν είναι κατακεχωρισμένον εν τω βιβλίω του συντάξαντος αυτό. Σελ. 445 Κύρος Συμβολαιογραφικών Πράξεων 6.Ε.ζ.1 «Άρθρ.7.-1.Εάν κατά των ως ανωτέρω τύποις κυρουμένων συμβολαίων ήθελε προβληθή ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων ένστασις περί μη γνησιότητος της υπογραφής του ενισταμένου ή περί εικονικότητος της εν αυτοίς δηλώσεως του οφειλέτου ή του πωλητού, ως προς την καταβολήν του δανεισθέντος ποσού ή του αντιτίμου της πωλήσεως, τας τοιαύτας ενστάσεις οφείλει να εξετάση το Δικαστήριον μη δικαιούμενον ν’ απορρίψη ως ανεκκαθαρίστους. Κατ’ εξαίρεσιν δε της εν άρθρ. 303 Πολ. Δικονομίας τεθειμένης αρχής προς απόδειξιν της άνω ενστάσεως επιτρέπεται και το εμμάρτυρον μέσον. Αποδειχθείσης της εικονικότητος το δάνειον λογίζεται ως μη γενόμενον και η σύμβασις της πωλήσεως ως μη συντελεσθείσα. 2.Καταμαχητόν τεκμήριον άνευ άλλης αποδείξεως θεωρείται, ως γενομένη κοινή συναινέσει των συμβαλλομένων η παρά τω συμβολαιογράφω γενομένη παρακαταθήκη του όλου ή μέρους του τιμήματος ή του δανείου εις τα κατά τας διατάξεις του παρόντος κυρούμενα συμβόλαια ή δε δια του προσβαλλομένου συμβολαίου συνωμολογημένη καταβολή δανείου ή τιμήματος πωλήσεως μειούται κατά το ήμισυ του ποσού της ειρημένης παρακαταθήκης της κατά του συμβολαιογράφου αξιώσεως προς επιστροφήν των παρακατατεθέντων, επιμεριζομένης κατ’ ίσα μέρη μεταξύ δανειστού και οφειλέτου ή αγοραστού και πωλητού. 3.Προσβληθέντος συμβολαίου τινός κατά τα εν παρ. 1 του παρόντος αναστέλλεται υποχρεωτικώς η εκτέλεσις του προσβαλλομένου συμβολαίου δι’ αποφάσεως του Προέδρου των Πρωτοδικών μέχρις ου αποφανθή, το Δικαστήριον παρ’ ώ εκκρεμεί η υπόθεσις, όπερ οφείλει κατά την πρώτην από της ισχύος του παρόντος συζήτησιν να καθορίση οριστικώς τον χρόνον της αναστολής. Το άρθρ. 7, ως τροποποιείται, δια του παρόντος, ισχύει επί πασών των εκκρεμών υποθέσεων, εφ’ όσον δεν εξεδόθησαν επ’ αυτών τελεσίδικοι αποφάσεις. Αι εκδοθείσαι δε προδικαστικαί τοιαύται, μη συνάδουσαι προς τας διατάξεις του άρθρου τούτου, ανακαλούνται τη αιτήσει του ενδιαφερομένου υπό του εκδόντος αυτάς Δικαστηρίου». Το άρθρ. 7 αντικατασταθέν δια του δευτέρου άρθρου του Ν. 4634/1930, ετροποποιήθη ως άνω δια του Ν. 5603 της 27/29 Αυγ. 1932. Άρθρ.8.-Εν τη εννοία του παρόντος νόμου δεν περιλαμβάνονται αι δημόσιαι διαθήκαι και οι δημόσιοι κωδίκελλοι. Σελ. 446 Άρθρ.9.-Αι εις συμβολαιογραφικά έγγραφα των ανωτέρω μνημονευομένων εγγράφων παραβάσεις του περί χαρτοσήμου νόμου, ως και παντός ετέρου φορολογικού νόμου, θεωρούνται ως μη επηρεάζουσαι το κύρος των εγγράφων.

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.